Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Νικηφόρος Βρεττάκος


Τὸ παιδὶ μὲ τὴ σάλπιγγα

Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν πᾶς ὡς τὴν ἄκρη τοῦ κόσμου.
Νὰ τὴν κάνεις περιπατητικὸ ἀστέρι ἢ ξύλα
ἀναμμένα γιὰ τὰ Χριστούγεννα-στὸ τζάκι τοῦ Νέγρου
ἢ τοῦ Ἕλληνα χωρικοῦ. Νὰ τὴν κάνεις ἀνθισμένη μηλιὰ
στὰ παράθυρα τῶν φυλακισμένων. Ἐγὼ
μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχω ὡς αὔριο.
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν κάνεις τὶς νύχτες
ὁρατὲς νότες, ἔγχρωμες,
στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.

Νὰ τὴν κάνεις ἀγάπη.

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Li Yu

Li Yu
New Year


Wind returns to this small court

as lichens turn green.

Her eyes and willow leaves

make a sequence in spring.

Leaning against the balustrade

she remains long in silence.

The new moon and the crackers

are tediously the same as the past.



The feast and the music have not yet ceased.

In the pond, ice is beginning to melt.

In the bright candlelight and the faint scent,

and deeply hidden in the painted room,

My temples, overladen with thoughts,

are white like frost.

Hiromi Uehara

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

BENJAMIN PÉRET


landscape in the mist
oil on canvas
by Silena


ΤΟΥ ΕΡΩΤΟΣ ΤΑ ΑΡΩΜΑΤΑ

Αν υπάρχει μια ηδονή
είναι να κάνεις έρωτα
το κορμί τυλιγμένο με σπάγκους
τα μάτια κλειστά από λάμες ξυραφιών
Εκείνη προχωράει σαν λαμπτήρας
Το βλέμμα του αυτού την προσπερνά και
  προετοιμάζει το πεδίο
Οι μύγες εκπνέουν σαν ωραία εσπέρα
Μια τράπεζα βαράει φαλιμέντο
προκαλώντας πόλεμο με νύχια και με δόντια
Τα χέρια της αναποδογυρίζουν την ομελέτα
  τ’ ουρανού
την απέλπιδα κεραυνοβολώντας πτήση των
  γκιώνηδων
και κατεβάζουνε κάποιον θεό απ’ το βάθρο που
  κούρνιαζε
προχωράει η πολυαγαπημένη με στήθη λεμόνια
Τα πόδια της πλανώνται στις στέγες
Τί τρελό όχημα αυτοκίνητο
σκαρφαλώνει στο βάθος του στήθους της
Στρίβει ξεμπουκάρει και βουτά
σαν θαλάσσιο τέρας μέγα μέγιστο τεράστιο
Είναι η στιγμή που έχουν διαλέξει τα φυτά
να βγουν απ’ την τροχιά του ήλιου
Ανεβαίνουν σαν επευφημία
Τα νιώθεις τα νιώθεις
τώρα που η δροσούλα
ποτίζει τα κόκαλα και τα μαλλιά σου
Και ούτε καν αισθάνεσαι ότι το μαγικό τούτο φυτό
δίνει στα μάτια σου βλέμμα χεριού
που αιμορραγεί που αγαλλιάται
Ξέρω ότι ο ήλιος το μακρινό εκείνο σκουπίδι
εκρήγνυται σαν ώριμος καρπός
όποτε κυλάνε τα νεφρά σου εφαπτόμενα
στην καταιγίδα που τόσο μα τόσο πολύ ποθείς
Μα τί τις νοιάζει τις συγκεχυμένες απαρχές μας
η υπόγεια ολίσθηση των εντελώς ακαταλήπτων
  μας υπάρξεων
ότ’ είναι μεσημέρι


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Αναδημοσίευση από το το εξαιρετικό μπλογκ του Γιώργου Κεντρωτή: Αλωνάκι της Ποίησης