Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

ΠΆΜΠΛΟ ΝΕΡΟΎΔΑ

Πάμπλο Νερούδα 
Σονέτο XI ("Εκατό ερωτικά σονέτα")


 Πεινάω για το στόμα, τη φωνή σου, τα μαλλιά σου,
παίρνω τους δρόμους νηστικός κι αμίλητος,
πια δεν με θρέφει το ψωμί, η αυγή με συνταράζει,
ψάχνω όλη μέρα τον υγρό τον ήχο των ποδιών σου.

Διψώ για τ’ απαλό το γέλιο σου, τα χέρια σου
των άγριων σπαρτών που έχουν το χρώμα,
πεινάω για τις πέτρες των νυχιών σου τις χλωμές,
θέλω να φάω το δέρμα σου σα μύγδαλο αξεφλούδιστο.

Θέλω να φάω τη φλεγόμενη αχτίδα του κορμιού σου,
τη μύτη την αγέρωχη στο πρόσωπό σου τ’ αλαζονικό,
θέλω να φάω τον φευγαλέο των βλεφάρων σου τον ίσκιο

και πεινασμένος πάω κι έρχομαι, οσμίζομαι το σούρουπο
ζητώντας σε, ζητώντας τη θερμή σου την καρδιά
σαν ένα πούμα στις ερημιές του Κιτρατούε.
                                       
                                           (Πρώτη έκδοση 1960)


[Μετάφραση από τα ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ #81



1. Aziza Mustafa Zadeh – My funny valentine
2. Jan Garbarek – Send Word
3. Gene Ammons – Angel Eyes
4. Thelonius Monk plays Duke Ellington – Sophisticated lady
5. Charlie Parker – April in Paris
6. Bud Powell – It could happen to you
7. John Surman - Portrait of a romantic
8. Charlie Parker – Laura
9. Ralph Towner & Paolo Fresu – Chiaroscuro
10. Tord Gustavsen Trio – Deep as love
11. Keith Jarrett – Hymn
12. Susanne Abbuehl - This is my heart
13. Paolo Fresu Devil Quartet – Blame it on my youth

by Silena, 18/1/2014

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

CHARLES BAUDELAIRE


ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΙΔΕΕΣ
Η παρισινή ανία ή μικρά ποιήματα σε πεζό
Μετάφραση: Γιώργος Σπανός
Εκδόσεις: Πλέθρον
σ.141-142

Η Επιθυμία του ζωγραφίζειν
Δυστυχής ίσως ο άνθρωπος, ευτυχής όμως ο καλλιτέχνης που τον σπαράζει ο πόθος!
Λαχταρώ να ζωγραφίσω εκείνη που τόσο σπάνια μου φανερώθηκε, και τόσο γρήγορα έφυγε, σαν ένα όμορφο πράγμα που νοσταλγεί ο ταξιδιώτης σαν τον παίρνει μαζί της η νύχτα. Πόσο πολύς καιρός πέρασε κιόλας από τότε που χάθηκε!
Είναι ωραία, κάτι πιο πάνω από ωραία: είναι εκπληκτική. Σ’ αυτήν αφθονεί το μαύρο: και ό,τι εμπνέει, είναι νύχτιο και βαθύ. Τα μάτια της δύο άντρα όπου ασαφώς το μυστήριο σπιθίζει, και το βλέμμα της φωτίζει ως αστραπή: είναι μια έκρηξη μέσα στα ερέβη.
Θα τη συνέκρινα με μαύρον ήλιο, αν μπορούσε κανείς να συλλάβει με τον νου ένα μαύρο αστέρι που να χύνει φως κι ευδαιμονία. Πιο εύκολα όμως μας κάνει να σκεφθούμε τη σελήνη, που σίγουρα, την έχει σημαδέψει με την επίφοβη επήρειά της. Όχι βέβαια τη λευκή σελήνη των ειδυλλίων, που μοιάζει με μια ψυχρή νύφη, μα τη δυσοίωνη, μεθυστική σελήνη, την κρεμάμενη στο βάθος μιας θυελλώδους νύχτας, που την αναταράζουν τα καλπάζοντα νέφη. Όχι βέβαια την ήρεμη, διακριτική σελήνη που επισκέπτεται τους καθαρούς ανθρώπους, μα τη σελήνη που την ξεκόλλησαν από τον ουρανό, τη νικημένη, εξεγερμένη σελήνη, που οι Μάγισσες της Θεσσαλίας σκληρά αναγκάζουν να χορέψει πάνω στο τρομοκρατημένο χορτάρι!
Μες στο στενό της κούτελο κουρνιάζει η επίμονη θέληση κι ο έρωτας της λείας. Ωστόσο, στο κάτω μέρος αυτού του ανησυχαστικού προσώπου, όπου αεικίνητα ρουθούνια ρουφούν το άγνωστο και το αδύνατο, ξεσπά, με χάρη ανέκφραστη, το γέλιο ενός μεγάλου στόματος, λευκού και κόκκινου, και απολαυστικού, που σε κάνει να ονειρεύεσαι το θαύμα ενός εξαίσιου άνθους που άνοιξε τα πέταλά του μέσα σ’ ένα ηφαιστειακό  τοπίο.

Υπάρχουν γυναίκες που εμπνέουν τον πόθο να τις νικήσεις και να τις απολαύσεις. Όμως για τούτη λαχταράς ν’ αργοπεθαίνεις κάτω από τη ματιά της.

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

CHARLES BAUDELAIRE


Femmes Damnées (Delphine et Hippolyte)

À la pâle clarté des lampes languissantes,
Sur de profonds coussins tout imprégnés d'odeur
Hippolyte rêvait aux caresses puissantes
Qui levaient le rideau de sa jeune candeur.
Elle cherchait, d'un oeil troublé par la tempête,
De sa naïveté le ciel déjà lointain,
Ainsi qu'un voyageur qui retourne la tête
Vers les horizons bleus dépassés le matin.
De ses yeux amortis les paresseuses larmes,
L'air brisé, la stupeur, la morne volupté,
Ses bras vaincus, jetés comme de vaines armes,
Tout servait, tout parait sa fragile beauté.
Étendue à ses pieds, calme et pleine de joie,
Delphine la couvait avec des yeux ardents,
Comme un animal fort qui surveille une proie,
Après l'avoir d'abord marquée avec les dents.
Beauté forte à genoux devant la beauté frêle,
Superbe, elle humait voluptueusement
Le vin de son triomphe, et s'allongeait vers elle,
Comme pour recueillir un doux remerciement.
Elle cherchait dans l'oeil de sa pâle victime
Le cantique muet que chante le plaisir,
Et cette gratitude infinie et sublime
Qui sort de la paupière ainsi qu'un long soupir.
— «Hippolyte, cher coeur, que dis-tu de ces choses?
Comprends-tu maintenant qu'il ne faut pas offrir
L'holocauste sacré de tes premières roses
Aux souffles violents qui pourraient les flétrir ?
Mes baisers sont légers comme ces éphémères
Qui caressent le soir les grands lacs transparents,
Et ceux de ton amant creuseront leurs ornières
Comme des chariots ou des socs déchirants;
Ils passeront sur toi comme un lourd attelage
De chevaux et de boeufs aux sabots sans pitié...
Hippolyte, ô ma soeur! tourne donc ton visage,
Toi, mon âme et mon coeur, mon tout et ma moitié,
Tourne vers moi tes yeux pleins d'azur et d'étoiles!
Pour un de ces regards charmants, baume divin,
Des plaisirs plus obscurs je lèverai les voiles,
Et je t'endormirai dans un rêve sans fin!»
Mais Hippolyte alors, levant sa jeune tête:
— «Je ne suis point ingrate et ne me repens pas,
Ma Delphine, je souffre et je suis inquiète,
Comme après un nocturne et terrible repas.
Je sens fondre sur moi de lourdes épouvantes
Et de noirs bataillons de fantômes épars,
Qui veulent me conduire en des routes mouvantes
Qu'un horizon sanglant ferme de toutes parts.
Avons-nous donc commis une action étrange ?
Explique, si tu peux, mon trouble et mon effroi:
Je frissonne de peur quand tu me dis: 'Mon ange!'
Et cependant je sens ma bouche aller vers toi.
Ne me regarde pas ainsi, toi, ma pensée!
Toi que j'aime à jamais, ma soeur d'élection,
Quand même tu serais une embûche dressée
Et le commencement de ma perdition!»
Delphine secouant sa crinière tragique,
Et comme trépignant sur le trépied de fer,
L'oeil fatal, répondit d'une voix despotique:
— «Qui donc devant l'amour ose parler d'enfer ?
Maudit soit à jamais le rêveur inutile
Qui voulut le premier, dans sa stupidité,
S'éprenant d'un problème insoluble et stérile,
Aux choses de l'amour mêler l'honnêteté!
Celui qui veut unir dans un accord mystique
L'ombre avec la chaleur, la nuit avec le jour,
Ne chauffera jamais son corps paralytique
À ce rouge soleil que l'on nomme l'amour!
Va, si tu veux, chercher un fiancé stupide;
Cours offrir un coeur vierge à ses cruels baisers;
Et, pleine de remords et d'horreur, et livide,
Tu me rapporteras tes seins stigmatisés...
On ne peut ici-bas contenter qu'un seul maître!»
Mais l'enfant, épanchant une immense douleur,
Cria soudain: — «Je sens s'élargir dans mon être
Un abîme béant; cet abîme est mon coeur!
Brûlant comme un volcan, profond comme le vide!
Rien ne rassasiera ce monstre gémissant
Et ne rafraîchira la soif de l'Euménide
Qui, la torche à la main, le brûle jusqu'au sang.
Que nos rideaux fermés nous séparent du monde,
Et que la lassitude amène le repos!
Je veux m'anéantir dans ta gorge profonde,
Et trouver sur ton sein la fraîcheur des tombeaux!»
— Descendez, descendez, lamentables victimes,
Descendez le chemin de l'enfer éternel!
Plongez au plus profond du gouffre, où tous les crimes
Flagellés par un vent qui ne vient pas du ciel,
Bouillonnent pêle-mêle avec un bruit d'orage.
Ombres folles, courez au but de vos désirs;
Jamais vous ne pourrez assouvir votre rage,
Et votre châtiment naîtra de vos plaisirs.
Jamais un rayon frais n'éclaira vos cavernes;
Par les fentes des murs des miasmes fiévreux
Filtrent en s'enflammant ainsi que des lanternes
Et pénètrent vos corps de leurs parfums affreux.
L'âpre stérilité de votre jouissance
Altère votre soif et roidit votre peau,
Et le vent furibond de la concupiscence
Fait claquer votre chair ainsi qu'un vieux drapeau.
Loin des peuples vivants, errantes, condamnées,
À travers les déserts courez comme les loups;
Faites votre destin, âmes désordonnées,
Et fuyez l'infini que vous portez en vous!


Charles Baudelaire- Les fleurs du mal


************

Σαν κοπάδι σκεφτικό στην άμμο πλαγιασμένες,
Γυρίζουν τα μάτια τους προς τους θαλασσινούς ορίζοντες,
Τα πόδια τους αναζητιούνται και τα χέρια τους σμίγουν,
Έχουν λιγώματα γλυκά κι ανατριχιάσματα πικρά.

Οι πρώτες, καρδιές ερωτευμένες με τις ατέρμονες εξομολογήσεις
Στην καρδιά των ανθόκηπων όπου τα ρυάκια φλυαρούν,
Πορεύονται συλλαβίζοντας τον εφηβικό φοβισμένο έρωτα
Και σκαλίζουν τον τρυφερό κορμό των νεαρών θάμνων

Οι άλλες σαν αδερφές, περπατούν σιγανές και σοβαρές
Ανάμεσα στους βράχους, τους οπτασίες γεμάτους,
Εκεί που ο Άγιος Αντώνιος είδε ν’ αναφύονται σα λάβες
Τα γυμνά πορφυρόχρωμα στήθη των πειρασμών του

Υπάρχουν άλλες, στις λάμψεις των ετοιμόρροπων δαδιών,
Που μέσα στο βουβό κοίλωμα των παλιών ειδωλολατρικών σπηλιών
Σε καλούν για βοήθεια ουρλιάζοντας απ' τους πυρετούς,
Ω Βάκχε, βαυκαλιστή των προαιώνιων τύψεων!

Κι άλλες, που το στήθος τους αγαπά τα ωμοφόρια,
Που αποκρύβοντας μαστίγιο κάτω απ’ τα μακριά τους ρούχα
Ανακατεύουν, μες στο σκοτεινό δάσος και τις μοναχικές νύχτες,
Τον αφρό της ηδονής με δάκρυα οδύνης σφοδρής.

Ω παρθένες, ω δαίμονες, ω τέρατα, ω μάρτυρες
Της πραγματικότητας μεγάλα πνεύματα περιφρονητικά,
Ερευνήτριες του απείρου, νυμφομανείς και θρησκόληπτες,
Άλλοτε γεμάτες κραυγές, άλλοτε γεμάτες δάκρυα,

Εσείς που μες στην κόλασή σας η ψυχή μου κυνήγησε,
Φτωχές αδερφές, σας αγαπώ όσο σας συμπονώ,
Για τις σκοτεινές οδύνες σας, την άσβηστη δίψα σας,
Και για τις υδρίες αγάπης που περιέχουν οι μεγάλες καρδιές σας!


Baudelaire Charles - Les fleurs du mal (Τα άνθη του κακού)

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

PAUL CELAN

 (1920-1970)

Να στέκεσαι, στη σκιά
του στίγματος στον αγέρα.

Για - κανέναν - και - για - τίποτε - να στέκεσαι.
Αγνώριστος,
μόνος για τον εαυτό σου.

Με όλα, όσα βρίσκουν χώρο μέσα του
και χωρίς
λόγια.

μτφ: Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου



Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!!!

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Η ΑΥΤΟΨΙΑ
('Εξι και μία τύψεις για τον ουρανό)

Λοιπόν, εβρέθηκε ο χρυσός της λιόριζας να 'χει σταλάξει στα φύλλα
της καρδίας του.

Κι από τις τόσες φορές οπού ξαγρύπνησε, σιμά στο κηροπήγιο, καρ-
τερώντας τα χαράματα, μια πυράδα παράξενη του 'χε αρπάξει τα
σωθικά.

Λίγο πιο κάτω από το δέρμα, η κυανωπή γραμμή του ορίζοντα έντονα
χρωματισμένη. Και άφθονα ίχνη γλαυκού μέσα στο αίμα.

Οι φωνές των πουλιών, που 'χε σ' ώρες μεγάλης μοναξιάς αποστηθί-
σει, φαίνεται να ξεχύθηκαν όλες μαζί, τόσο που δεν εστάθη βο-
λετό να προχωρήσει σε μεγάλο βάθος το μαχαίρι.

Μάλλον η πρόθεση άρκεσε για το Κακό

Που τ' αντίκρισε -είναι φανερό- στη στάση την τρομαχτική του
αθώου. Ανοιχτά, περήφανα τα μάτια του, κι όλο το δάσος να σα-
λεύει ακόμη πάνω στον ακηλίδωτον αμφιβληστροειδή.

Στον εγκέφαλο τίποτε, πάρεξ μια ηχώ ουρανού καταστραμμένη.

Και μονάχα στην κόγχη από τ' αριστερό του αυτί, λίγη, λεπτή, ψι-
λούτσικη άμμο, καθώς μέσα στα όστρακα. Οπού σημαίνει ότι
πολλές φορές είχε βαδίσει πλάι στη θάλασσα, κατάμονος, με το
μαράζι του έρωτα και τη βοή του άνεμου.

Όσο γι' αυτά τα ψήγματα φωτιάς πάνω στην ήβη, δείχνουν ότι στ' α-
λήθεια πήγαινε ώρες πολλές μπροστά, κάθε φορά οπού έσμιγε
γυναίκα.


Θα 'χουμε πρώιμους καρπούς εφέτος.