Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

JORGE LUIS BORGES


LOS JUSTOS

Un hombre que cultiva un jardín, como quería Voltaire.

El que agradece que en la tierra haya música.

El que descubre con placer una etimología.

Dos empleados que en un café del Sur juegan un silencioso ajedrez.

El ceramista que premedita un color y una forma.

Un tipógrafo que compone bien esta página, que tal vez no le agrada

Una mujer y un hombre que leen los tercetos finales de cierto canto.

El que acaricia a un animal dormido.

El que justifica o quiere justificar un mal que le han hecho.

El que agradece que en la tierra haya Stevenson.

El que prefiere que los otros tengan razón.

Esas personas, que se ignoran, están salvando el mundo.


Los Justos, publicado en La Cifra (1981)




ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΙ

Κάποιος που καλλιεργεί τον κήπο του όπως θα το 'θελε ο Βολταίρος.

Κάποιος που νιώθει ευγνωμοσύνη γιατί στον κόσμο υπάρχει μουσική.

Αυτός που ανακαλύπτει με χαρά μια ετυμολογία.

Δύο πελάτες που σε κάποιο καφενείο παίζουν το σιωπηλό τους σκάκι.

Ο πηλοπλάστης που προκαθορίζει ένα σχήμα ή ένα χρώμα.

Ο στοιχειοθέτης που στήνει όμορφα τούτο το κείμενο και που ίσως δεν τ’ αρέσει.

Μια γυναίκα κι ένας άντρας που διαβάζουν μαζί τις τελευταίες στροφές ενός  ποιήματος.

Κάποιος χαϊδεύοντας ένα ζωάκι που κοιμάται.

Κείνος που συγχωρεί ή θέλει να συγχωρέσει το κακό που του 'γινε.

Κάποιος που νιώθει ευγνωμοσύνη γιατί σ’ αυτό τον κόσμο  έζησε ο Στήβενσον.

Κάποιος που προτιμά να 'χουν δίκιο οι άλλοι.

Οι άνθρωποι αυτοί, που μεταξύ τους δεν γνωρίζονται, έχουν σώσει τον κόσμο.


Μτφ. Δημήτρης Καλοκύρης