Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

CHARLES BAUDELAIRE


ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΙΔΕΕΣ
Η παρισινή ανία ή μικρά ποιήματα σε πεζό
Μετάφραση: Γιώργος Σπανός
Εκδόσεις: Πλέθρον
σ.141-142

Η Επιθυμία του ζωγραφίζειν
Δυστυχής ίσως ο άνθρωπος, ευτυχής όμως ο καλλιτέχνης που τον σπαράζει ο πόθος!
Λαχταρώ να ζωγραφίσω εκείνη που τόσο σπάνια μου φανερώθηκε, και τόσο γρήγορα έφυγε, σαν ένα όμορφο πράγμα που νοσταλγεί ο ταξιδιώτης σαν τον παίρνει μαζί της η νύχτα. Πόσο πολύς καιρός πέρασε κιόλας από τότε που χάθηκε!
Είναι ωραία, κάτι πιο πάνω από ωραία: είναι εκπληκτική. Σ’ αυτήν αφθονεί το μαύρο: και ό,τι εμπνέει, είναι νύχτιο και βαθύ. Τα μάτια της δύο άντρα όπου ασαφώς το μυστήριο σπιθίζει, και το βλέμμα της φωτίζει ως αστραπή: είναι μια έκρηξη μέσα στα ερέβη.
Θα τη συνέκρινα με μαύρον ήλιο, αν μπορούσε κανείς να συλλάβει με τον νου ένα μαύρο αστέρι που να χύνει φως κι ευδαιμονία. Πιο εύκολα όμως μας κάνει να σκεφθούμε τη σελήνη, που σίγουρα, την έχει σημαδέψει με την επίφοβη επήρειά της. Όχι βέβαια τη λευκή σελήνη των ειδυλλίων, που μοιάζει με μια ψυχρή νύφη, μα τη δυσοίωνη, μεθυστική σελήνη, την κρεμάμενη στο βάθος μιας θυελλώδους νύχτας, που την αναταράζουν τα καλπάζοντα νέφη. Όχι βέβαια την ήρεμη, διακριτική σελήνη που επισκέπτεται τους καθαρούς ανθρώπους, μα τη σελήνη που την ξεκόλλησαν από τον ουρανό, τη νικημένη, εξεγερμένη σελήνη, που οι Μάγισσες της Θεσσαλίας σκληρά αναγκάζουν να χορέψει πάνω στο τρομοκρατημένο χορτάρι!
Μες στο στενό της κούτελο κουρνιάζει η επίμονη θέληση κι ο έρωτας της λείας. Ωστόσο, στο κάτω μέρος αυτού του ανησυχαστικού προσώπου, όπου αεικίνητα ρουθούνια ρουφούν το άγνωστο και το αδύνατο, ξεσπά, με χάρη ανέκφραστη, το γέλιο ενός μεγάλου στόματος, λευκού και κόκκινου, και απολαυστικού, που σε κάνει να ονειρεύεσαι το θαύμα ενός εξαίσιου άνθους που άνοιξε τα πέταλά του μέσα σ’ ένα ηφαιστειακό  τοπίο.

Υπάρχουν γυναίκες που εμπνέουν τον πόθο να τις νικήσεις και να τις απολαύσεις. Όμως για τούτη λαχταράς ν’ αργοπεθαίνεις κάτω από τη ματιά της.