Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Νικηφόρος Βρεττάκος


Τὸ παιδὶ μὲ τὴ σάλπιγγα

Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν πᾶς ὡς τὴν ἄκρη τοῦ κόσμου.
Νὰ τὴν κάνεις περιπατητικὸ ἀστέρι ἢ ξύλα
ἀναμμένα γιὰ τὰ Χριστούγεννα-στὸ τζάκι τοῦ Νέγρου
ἢ τοῦ Ἕλληνα χωρικοῦ. Νὰ τὴν κάνεις ἀνθισμένη μηλιὰ
στὰ παράθυρα τῶν φυλακισμένων. Ἐγὼ
μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχω ὡς αὔριο.
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν κάνεις τὶς νύχτες
ὁρατὲς νότες, ἔγχρωμες,
στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.

Νὰ τὴν κάνεις ἀγάπη.

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Li Yu

Li Yu
New Year


Wind returns to this small court

as lichens turn green.

Her eyes and willow leaves

make a sequence in spring.

Leaning against the balustrade

she remains long in silence.

The new moon and the crackers

are tediously the same as the past.



The feast and the music have not yet ceased.

In the pond, ice is beginning to melt.

In the bright candlelight and the faint scent,

and deeply hidden in the painted room,

My temples, overladen with thoughts,

are white like frost.

Hiromi Uehara

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

BENJAMIN PÉRET


landscape in the mist
oil on canvas
by Silena


ΤΟΥ ΕΡΩΤΟΣ ΤΑ ΑΡΩΜΑΤΑ

Αν υπάρχει μια ηδονή
είναι να κάνεις έρωτα
το κορμί τυλιγμένο με σπάγκους
τα μάτια κλειστά από λάμες ξυραφιών
Εκείνη προχωράει σαν λαμπτήρας
Το βλέμμα του αυτού την προσπερνά και
  προετοιμάζει το πεδίο
Οι μύγες εκπνέουν σαν ωραία εσπέρα
Μια τράπεζα βαράει φαλιμέντο
προκαλώντας πόλεμο με νύχια και με δόντια
Τα χέρια της αναποδογυρίζουν την ομελέτα
  τ’ ουρανού
την απέλπιδα κεραυνοβολώντας πτήση των
  γκιώνηδων
και κατεβάζουνε κάποιον θεό απ’ το βάθρο που
  κούρνιαζε
προχωράει η πολυαγαπημένη με στήθη λεμόνια
Τα πόδια της πλανώνται στις στέγες
Τί τρελό όχημα αυτοκίνητο
σκαρφαλώνει στο βάθος του στήθους της
Στρίβει ξεμπουκάρει και βουτά
σαν θαλάσσιο τέρας μέγα μέγιστο τεράστιο
Είναι η στιγμή που έχουν διαλέξει τα φυτά
να βγουν απ’ την τροχιά του ήλιου
Ανεβαίνουν σαν επευφημία
Τα νιώθεις τα νιώθεις
τώρα που η δροσούλα
ποτίζει τα κόκαλα και τα μαλλιά σου
Και ούτε καν αισθάνεσαι ότι το μαγικό τούτο φυτό
δίνει στα μάτια σου βλέμμα χεριού
που αιμορραγεί που αγαλλιάται
Ξέρω ότι ο ήλιος το μακρινό εκείνο σκουπίδι
εκρήγνυται σαν ώριμος καρπός
όποτε κυλάνε τα νεφρά σου εφαπτόμενα
στην καταιγίδα που τόσο μα τόσο πολύ ποθείς
Μα τί τις νοιάζει τις συγκεχυμένες απαρχές μας
η υπόγεια ολίσθηση των εντελώς ακαταλήπτων
  μας υπάρξεων
ότ’ είναι μεσημέρι


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Αναδημοσίευση από το το εξαιρετικό μπλογκ του Γιώργου Κεντρωτή: Αλωνάκι της Ποίησης

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

PAUL ELUARD

Πωλ Ελυάρ (1895-1952)
Ένα μόνο κορμί


Η ζέστη λύτρωσε
Το γυμνό δάσος
Δάσος πια δεν υπάρχει
Ούτε ταξίδια πλέον στο νερό
Μήτε ίσκιος ελαφρύς στις πλάτες μας
Ο ουρανός μας έγινε αχθός

Το σώμα μας είναι βορά
Ντυμένη μεστωμένα δάκρυα
Τα δάχτυλα είναι αιματηρά καρφιά
Τα στήθη αναδιπλώνονται
Το στόμα έχει μόνο αδέλφια

Δεν υπάρχει πια παράθυρο να ανοίξεις
Δεν υπάρχει τοπίο πια
Αέρας καθαρός μήτε αέρας μολυσμένος
Τα μάτια μας επιστρέφουν στην πηγή τους
Κάτω από τη γυμνή σάρκα της γενέθλιας ομορφιάς τους.

μτφ. Ελένη Κόλλια, εκδ. Ηριδανός



Deep in Silence
by Silena

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Li Yu (937-978)

Ο Κήπος

Ο κήπος βαθύς και γαλήνιος
η αίθουσα άδεια και μικρή
Σε λίγο θ’ αρχίσει
το σφυροκόπημα των πλυστρών
ν’ ανακατεύεται με τον αέρα
Σ' αυτήν την αιώνια νύχτα
μόνο ένας άγρυπνος άντρας ακούει
τους διαλείποντες θορύβους
που φευγαλέα παρουσιάζονται στις κουρτίνες
απ’ το σεληνόφως.

***

Ερωτοχτύπημα

Τα μαλλιά της δεμένα με κορδέλα
με καρφίτσα από νεφρίτη
Η πλούσια ρόμπα της
λεπτή και μαλακιά
ανάμεσα στα φρύδια
μια ρηχή αυλακιά

Οκτώβρης
βροχή κι αγέρας
χτυπούν τα φοινικόδεντρα
Ένας ανήμπορος άντρας
σε μιαν ατελείωτη νύχτα

***

Πόση λύπη;

Πόση λύπη
χτες νύχτα στ’ όνειρο;
βρισκόμουν στο κυνήγι
όπως συνήθιζα παλιά:
Τα άρματα σαν ποτάμι
και τ’ άλογα σαν ιπτάμενοι δράκοι
Τα άνθη, το σεληνόφωτο, το ευγενικό αεράκι
ήταν χαρά της άνοιξης

Πόσα δάκρυα χύθηκαν
στο πρόσωπο, στα μάγουλά μου
Δεν θα το πω το μυστικό στην καρδιά μου
ούτε να παίξεις φλάουτο από φοίνικα
με τη ματιά να στάζει δάκρυ
Βαρύ ’ναι να τ’ αντέξουμε

***

Ζωή

Τη θλίψη στην καρδιά σου προδίνουν
τα πρώτα γκρίζα μαλλιά
Η ζωή είναι όπως
οι κενές σειρές βουνών
που το χιόνι περιμένει να το συναντήσεις
Ακόμα υποχωρείς μοναχικά
απ’ το παρελθόν στην αγριότητα.




Πηγή: εδώ


Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

FALLING STARS

Fata Morgana
by Silena
150x100cm



Rainer Maria Rilke
Die fallenden Sterne

Weißt Du noch: fallende Sterne, die 
quer wie Pferde durch die Himmel sprangen 
über plötzlich hingehaltne Stangen 
unsrer Wünsche — hatten wir so viele? — 
denn es sprangen Sterne, ungezählt; 
fast ein jeder Aufblick war vermählt 
mit dem raschen Wagnis ihrer Spiele, 
und das Herz empfand sich als ein Ganzes 
unter diesen Trümmern ihres Glanzes 
und war heil, als überstünd es sie! 

********

Rainer Maria Rilke
Falling Stars

Do you remember still the falling stars
that like swift horses through the heavens raced
and suddenly leaped across the hurdles
of our wishes--do you recall? And we
did make so many! For there were countless numbers
of stars: each time we looked above we were
astounded by the swiftness of their daring play,
while in our hearts we felt safe and secure
watching these brilliant bodies disintegrate,
knowing somehow we had survived their fall.


Translated by Albert Ernest Flemming 


Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

FUGITIVE

Φυγάς
@Silena, 19-6-2014

Υπάρχουν και εκείνες οι μέρες
που τα πουλιά μαζεύονται
ακριβώς μπροστά στα μάτια μου
Μου κρύβουν τον ορίζοντα αγάπη μου
με τρομάζουν
και τότε
κλείνω τα μάτια σφιχτά
λες και μπορώ με τη δύναμη των μυών
να διώξω το μαύρο!

Υπάρχουν και εκείνες οι νύχτες
που μόνο ένα λευκό
αδυσώπητα ψυχρό λευκό
με τυλίγει ολοκληρωτικά
Κι εγώ τίποτα άλλο από μία κυνηγημένη
ένας φυγάς από το αδυσώπητα ψυχρό λευκό
να προσπαθώ ν' ανοίξω τα μάτια
να ξανάβρω τα χρώματα
να μην ουρλιάξω



Fugitive
@Silena, 19-6-2014

There are those days
that the birds gather
right before my eyes
They hide me the horizon, my love
they scare me
and then
I close my eyes tight
as if I can banish the black
with muscle strength!

There are those nights
that only a white
relentlessly cold white
wraps me completely
And I am nothing more than a hunted
a fugitive from the relentlessly cold white
who I try to open my eyes
to rediscover the colors
to not scream


Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

ΚΑΧΥΠΟΠΤΗ ΤΕΧΝΗ

Καχύποπτη τέχνη
@Silena, 24-6-2014

Μια τέχνη καχύποπτη
Τη βλέπω
Στέκεται στη γωνία
Κοιτάζει εξεταστικά
Μετράει
Θυμάται...
έχασα δυο ήλιους
κι ένα φεγγάρι στο σχήμα των ματιών σου
Μια τέχνη καχύποπτη
Χάνει το χρόνο
όπως χάνω στο φως

********************

Suspicious art
@Silena, 24-6-2014

A suspicious art
I see her
Standing on the corner 
With an examination look
and counts 
and remembers ... 
"I lost two suns and a moon in the shape of your eyes"
A suspicious art
Loses time 
as I'm losing the light

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

ΔΕΝ ΞΕΡΩ, ΜΗ ΜΕ ΡΩΤΑΤΕ















ΔΕΝ ΞΕΡΩ, ΜΗ ΜΕ ΡΩΤΑΤΕ
@Silena, 9/5/2014

Δε σημαίνει τίποτε για τους περισσότερους από σας.
Εκτός κι αν το αγγίξετε.
Τότε, μια άλλη διαδικασία αρχίζει.
Οι άκρες των δαχτύλων, περισσότερο ευαίσθητες καθώς είναι, νιώθουν δυνατές δονήσεις, χρώματος κόκκινου.
Αρχίζουν να μουδιάζουν και να καταλαμβάνονται από την ταραχή της πρώτης επαφής.
Ο αέρας κάνει τότε την εμφάνισή του και μάλιστα απειλητικά
αφού τόση ώρα που σώπαινε, ασφυκτιούσε και καταπιεζόταν.
Και παρασέρνει αυτός ο αέρας όλες τις σκέψεις που κρυβόταν βαθιά στο νου.
Και τις βγάζει στην επιφάνεια να πάρουν χρώμα κόκκινο,
του πάθους, της γέννησης ή του θανάτου.
Δεν ξέρω, μη με ρωτάτε.
Ο καθένας, μόνος του θα το περάσει αυτό το στάδιο,
με τον εαυτό του, ίσως και χωρίς τον εαυτό του.
Δεν ξέρω, μη με ρωτάτε.
Τη στιγμή που ο ανέμος κοπάσει να κοιτάξετε τα χέρια σας.
Τις άκρες των δαχτύλων συγκεκριμένα
και τον πόνο που ίσως νιώσατε, μην τον αφήσετε λησμονημένο,
να τον μαγέψετε με φιλιά κι αυτός, είμαι σίγουρη πως θα φύγει ντροπαλά
κι ίσως με κάποιες ενοχές που τόσο σας ταλαιπώρησε όλη την προηγούμενη νύχτα.
Γιατί;
Δεν ξέρω, μη με ρωτάτε.


I DO NOT KNOW, DON'T ASK ME
@Silena, 9/5/2014

It does not mean anything to most of you .
Unless you touch it .
If so, another process begins .
The tips of the fingers, as they are more sensitive,
feel strong vibrations, colored red .
They start to go numb and occupied by the strange agitation of the first touch.
The air then, makes its appearance and even threatening
after so long, been silent , suffocated and oppressed .
And this air drags out all the thoughts hidden deep in the mind .
And sent them to the surface to getting red,
the color of passion, of birth or death .
I do not know , do not ask me.
Everyone, alone will pass this stage.
With himself, perhaps without himself.
I do not know, don't ask me .
When the wind abates, look at your hands .
The fingertips particularly
and the pain you maybe felt, do not leave it, neglected
bewitched the pain with kisses and I am sure it will go away, shy
and perhaps with some guilt as it wracked you throughout the night .
Why?
I do not know, don't ask me.



FULL MOON

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ



Η ΝΕΑ ΠΟΜΠΗΙΑ

Πρόπερσι, μιάν ανοιξιάτικη μέρα, ένοιωσα απροσδόκητη χαρά πλανώμενος στα ερείπια της Πομπηΐας: Ο ουρανός ήταν αλαφρά συνεφιασμένος, τ΄ανοιξιάτικα χόρτα είχαν σκεπάσει τα κατώφλια και τις αυλές, οι δρόμοι ήταν όπως μου αρέσουν έρημοι κι εγώ γύριζα ολομόναχος στην αδειανή πολιτεία, χτυπώντας το ραβδί μου στις πέτρες, σφυρίζοντας.
Τα σπίτια ήταν ανοιχτά, χωρίς πόρτες, χωρίς σκύλους, χωρίς νοικοκύρηδες. Έμπαινα, έβγαινα, ήμουνα ευτυχής. Οι ταβέρνες, οι ναοί, τα θέατρα, τα λουτρά, όλα έρημα. Στους τοίχους κρατούσαν ακόμα, μέσα σε ξέθωρες μπογιές, γυμνές χορεύτρες, ηλίθια ερωτόπουλα, πετεινοί και σκύλοι, θεοί κι αδιάντροπες χτηνοβασίες.
Κάποιος ήρθε πλάϊ μου και μου είπε ξαφνικά: “Ετσι να δώση ο Θεός να περπατήσω στο Παρίσι και στη Λόντρα και να μιλώ ρούσικα στους συντρόφους”.
Ανατρίχιασα και φοβερό προαίσθημα κυρίεψε την καρδιά μου.
Τα κελάρια της Πομπηΐας ήταν γιομάτα· οι γυναίκες ήταν ξετσίπωτες, νιολουσμένες και στείρες· οι άντρες ήταν έμποροι πονηροί, ειρωνικοί και κουρασμένοι. Οι θεοί όλοι - 'Ελληνες, Αφρικανοί κι Ασιάτες ήταν εκεί μπουλούκι, μαζωμένοι σε δημοκρατικήν αθλιότητα, άπιστοι, δειλοί και μοίραζαν μεταξύ τους, πονηρά χαμογελώντας, τα πρόσφορα και τις ψυχές των ανθρώπων. 'Ολη η πολιτεία ήταν ξαπλωμένη στα πόδια του Βεζούβιου και χαχάριζε ανέγνοιαστη.
Όλη η Γης σήμερα μου φαίνεται μια Πομπηΐα, λίγη ώρα πριν από την έκρηξη. Τι χρησιμεύει μια τέτοια γης με τις άθλιες γυναίκες, με τους άπιστους άντρες, με τις φάμπρικες, με τις αρρώστειες; Γιατί να ζούνε όλοι τούτοι οι έξυπνοι έμποροι, γιατί να μεγαλώσουν όλα τούτα τα παιδιά και να καθήσουν κι αυτά στη θέση, που κάθουνταν οι γονέοι τους, στις ταβέρνες, στις φάμπρικες, στα πορνεία; 'Ολη τούτη η ύλη εμποδίζει το πνέμα να περάση. 'Ο,τι πνέμα είχε, το ξόδεψε δημιουργώντας ένα λαμπρό πολιτισμό - ιδέες, θρησκείες, ζωγραφιές, μουσική, πράξη. Τώρα ξεθύμανε. Ας έρθουν οι βάρβαροι να καθαρίσουν το σωρό τούτο, ν’ ανοίξουν καινούργια κοίτη στο πνέμα!
Μέσα στο στήθος μου ένοιωσα για πρώτη φορά ένα όρνιο σκληρό, αρπαχτικό, που πεινάει και δεν αγαπάει τους ανθρώπους. Είδα με καθαρό, χαρούμενο μάτι το σημείο του ανθρώπινου ξετυλιμού, όπου έλαχε να γεννηθώ, τη φοβερή τούτη κρίσιμη στιγμή, όπου ένας κόσμος σαπίζει κι είναι έτοιμος να πέση κι ένας άλλος κόσμος, σκοτεινός, άγριος, συντάζεται ν’ ανεβή.
Βλέπω τα πλήθη, που υποφέρουν και πεινούν, να χυμούν στο στρωμένο τραπέζι, όπου οι αφεντάδες κάθουνται ναρκωμένοι, δυσκίνητοι από το βαρύ φαγοπότι. Η στιγμή τούτη είναι η πιο γόνιμη και τη γεύομαι αργά, βαθύτατα: Η χίμαιρα φλογίζει τα πρόσωπα, που κάνουν έφοδο· οι άλλοι, εκείνοι που κάθουνται, γρικούν ξάφνου τη βουή και στρέφουνται.Στην αρχή γελούν, ύστερα χλωμιάζουν σκύβουν ανήσυχοι κάτου και διακρίνουν-οι δούλοι τους, οι εργάτες, οι κολίγοι, οι παραμάνες, οι μαγέρισσες, οι δούλες ανεβαίνουν. Ιερή στιγμή! Οι μεγαλύτεροι άθλοι στη σκέψη, στην τέχνη και στην πράξη τελέστηκαν στο ορμητικό τούτο ανηφόρισμα του ανθρώπου.
Ευθύς ως στρωθούν στα τραπέζια και τούτοι, θ’ αρχίσουν να παχαίνουν και να ναρκώνουνται. Κι άλλα πλήθη τυραννισμένα θα σηκωθούν πάλι από το χώμα και θα πηγαίνουν πάλι μπροστά η Πείνα, η Χίμαιρα, ηΑδικία-οι Αρχηγίνες των ψυχών.
Κι έτσι αιώνια, ρυθμικά, ακατάπαυτα.
Όταν πολεμώ ν΄ αγκαλιάσω, όσο μπορώ, αλάκερο τον κύκλο της ανθρώπινης ενέργειας και να μαντέψω τον άνεμο, που ανεβάζει και σπρώχνει όλα τούτα τα κύματα των ανθρώπων-δέος με κυριεύει.
Πώς μπορώ να βρω ένα ρυθμό μέσα σε όλη τούτη την καταιγίδα, που να σιγάζη τα φοβερά προαισθήματα της καρδιάς μου;
Σκύβω, περιορίζω τη ματιά μου στο μικρό τούτο αδιόρατο τόξο του απέραντου κύκλου, στην εποχήν όπου ζω, και μάχομαι να δω καθαρά το σύγχρονο χρέος. Έτσι ίσως μονάχα ο άνθρωπος μπορεί μέσα στην εφήμερη στιγμή της ζωής του να εχτελέση κάτι αθάνατο, γιατί συνεργάζεται με τον αιώνιο ρυθμό. Βαθύτατα νοιώθω: ένας Αγωνιζόμενος ανηφορίζει από την ύλη στα φυτά, στα ζώα, στους ανθρώπους, και μάχεται για λευτεριά. Σε κάθε κρίσιμη εποχή ο Αγωνιζόμενος τούτος παίρνει και νέα όψη.Σήμερα η όψη του είναι τούτη: Είναι αρχηγός της σκοτεινής προλετάρικης τάξης που ανεβαίνει.
Μια πίστη καινούρια, που καμιά σχέση δεν έχει με τις αναγνωρισμένες θρησκείες, πνέει απάνου στη γης. Σιγά αδιόρατα, οι επαφές των ανθρώπων αλλάζουν. Η ηθική, η αγωγή, οι δεσμοί έργου και εργάτη, ατόμου και συνόλου, μάχουνται να πάρουν νέαν όψη.
Κρίσιμη, οδυνηρή είναι τούτη η στιγμή, που περνούμε. Ο άνθρωπος από κύριος εκατάντησε δούλος της μηχανής. Πιάστηκε στους τροχούς της, δε μπορεί πια να ξεφύγη. Ξαπόλυσε τις δαιμονικές δυνάμεις της ύλης και τώρα δε μπορεί πια να τις υποτάξη στη μυστική ποιότητα, στην ψυχή του. Το πνέμα που λευτέρωσε την ύλη, τώρα υλοποιείται αυτό, γίνεται παράρτημα της μηχανής που εφεύρε, την ακολουθάει σαν ύλη.
Πολλοί ονειροπόλοι προτείνουν: - “Η μόνη σωτηρία είναι να γυρίσωμε στην παλιάν απλότητα, να λιγοστέψωμε τις ανάγκες μας, να ξορκίσωμε την πολυπλοκότητα τούτη της ζωής, που δε μας αφήνει μιας στιγμή ελεύτερους. 'Ετσι μονάχα το κάθε κομμάτι της ύλης, που θα δουλεύη ο άνθρωπος θα γιομίζει ψυχή. Πως δούλευαν στον μεσαίωνα; Η πέτρα, το ξύλο, το μέταλλο ζωντάνευαν, αλάφρωναν, γίνονταν πνέμα κάτου από την υπομονετικήν, ερωτικήν αναπνοή του εργάτη. Ας ακολουθήσωμε και μεις το δρόμο τούτο· ας γυρίσωμε πίσω!”.
'Ολα ταύτα μου φαίνονται ρωμαντικές, επιπόλαιες λαχτάρες. Ν’ απλοποιήσωμε τη ζωή μας, να γυρίσωμε πίσω στο μεσαίωνα, στις αγάπες των πρώτων χριστιανών ή ακόμα πιο πίσω στην πρωτόγονη κοινοχτημοσύνη και κοινογαμία των άγριων-όλα τούτα είναι φαντασίες ανίκανων ανθρώπων-. Η ζωή ποτέ δε γυρίζει πίσω· πάει μπροστά, συντρίβοντας όσους δε μπορούν ν’ ακολουθήσουν. Ας πάμε μαζί της! Κι ακόμα πιο πολύ: ας τη σπρώξωμε να πάη πιο πέρα! Ετσι μονάχα θα τη βοηθήσωμε να περάση την περίοδο τούτη της μηχανοποίησης και να λευτερωθή. Η λύση πάντα βρίσκεται μπροστά, ποτέ πίσω.
Ο εργάτης δε μπορεί σήμερα, όπως στο μεσαίωνα, ν’ αγαπήση το έργο του. Το μεσαίωνα δούλευε με υπομονή, με έρωτα, την ύλη. Αμοιβή του θεωρούσε όχι μονάχα το μεροκάματο, μα πολύ περισσότερο: την αναγνώριση των ανθρώπων, ή της πολιτείας, που τούδωκαν την παραγγελία. Κι ακόμα μεγαλύτερη αμοιβή ένοιωθε την ίδια του εσωτερική χαρά, δημιουργώντας ένα ωραίο ή ένα χρήσιμο έργο.
Σήμερα ο εργάτης καμιά τέτοια εσωτερική σχέση δεν έχει με το έργο του. Πώς είναι δυνατό νάχη; Δουλεύει χρόνια, από το πρωί έως το βράδυ, κάνει την ίδια κίνηση, εχτελεί μηχανικά μια λεπτομέρεια, μήτε τον μέλει για την ωραιότητα ή την ωφέλεια της δουλειάς του. Γιατί να τον ενδιαφέρη; Δουλεύει κι η προσωπική του συνεισφορά καμιάν αξία δε μπορεί νάχη θεμελιώδη στην ποιότητα του όλου έργου.
Ακόμα πιότερο: μισεί το έργο, που κάνει· γιατί νοιώθει πως ολοένα το έργο τούτο τον αποχτηνώνει, του σκοτώνει την ψυχή και το σώμα. Το μισεί ακόμα, γιατί ξέρει, πως όλοι του οι κόποι παχαίνουν και πλουτίζουν δυό τρεις κεφαλαιούχους. Αυτός, η γυναίκα του, τα παιδιά του, τα εγγόνια του, γενεές γενεών, θ’ αποχτηνώνουνται και θα φτωχοζούν, μεροδούλι-μεροφάϊ. Επομένως η μόνη του φροντίδα είναι να λιγοστέψη όσο μπορεί τις ώρες της εργασίας του και να μεγαλώση όσο μπορεί το μεροκάματό του. Πουλάει την ψυχή και το σώμα του μονάχα για υλική συντήρηση, για να μην πεθάνη της πείνας. Αλλη αμοιβή δε μπορεί να περιμένη από το έργο του.
Μην του πήτε για να τον παρηγορήσετε, πώς δουλεύει για την κοινωνία και για το κράτος. Μισεί την κοινωνία τούτη, που τόσο άνομα έχει μοιράσει τις απολαυές και τους κόπους, που έχει θεσπίσει την αδικία, τη σκληρότητα, την εκμετάλλευση της πείνας, την εξαχρείωση της γυναίκας. Μισεί το Κράτος, που υποστηρίζει ωρισμένη κοινωνική τάξη, τους κεφαλαιούχους και τους αστούς, ίσα-ίσα τους ανθρώπους, που κερδοσκοπούν κι εκμεταλλεύουνται την πείνα του.
Τι πρέπει να γίνη; Οπως γρηγόρεψε ο ρυθμός της ζωής, ανάγκη άπειροι άνθρωποι να δουλεύουν στις φάμπρικες, κάτου στη γης, στη θάλασσα. Να γυρίση πίσου ο εργάτης στη μεσαιωνική απλότητα κι αγάπη, αδύνατο. Ν’ ανεχτή τη σημερινή αδικία και φρίκη, αδύνατο. Καμιά ελπίδα πια μεταθανάτιας αμοιβής δεν τους ξεγελάει· τίποτα πια δε μπορεί να τους δώση εγκαρτέρηση κι υπομονή. Η γη τούτη είναι κόλαση, η γη τούτη είναι κι η Παράδεισο. Εδώ πρέπει να ξεσπάση η αμοιβή κι η τιμωρία.
Στα φοβερά εργαστήρια της σάρκας τους, που είναι ακόμα όλο βάρος και μίσος, δουλεύονται μέσα στη δυστυχία τα νέα οράματα. Μετατοπίζουνται οι αρετές, δημιουργούνται καινούργιες, τρεκλίζουν οι παλιές ελπίδες, η πατρίδα παίρνει νέο πρόσωπο.
Αργά μέσα στα σκεβρωμένα τούτα από τη δουλειά κι από τη θλίψη στήθεια, ουρμάζει ο νέος δεκάλογος. Ο παλιός γάμος έχασε πια τη γοητεία του· δεν έχει πια καιρό το αντρόγυνο ν’ απομείνη μονάχο του, δίχως έγνοιες-η πείνα, η δουλειά, η αμάθεια, το κρασί, τα παιδιά, παίρνουν ξοπίσου τους ανθρώπους. Πώς να κοιταχτούν ήσυχα, γλυκά, πολλήν ώρα, όπως στις παλιές ιστορίες;
Τα παιδιά δουλεύουν από μικρά, στρεβλώνουνται τα τρυφερά σώματα η ψυχή ξεχνουδίζει. Οι γυναίκες αφήνουν τα σπίτια τους ξημερώματα, δουλεύουν με άλλες γυναίκες, με άλλους άντρες, γυρίζουν κουρασμένες τη νύχτα. Σβήνει το πατροπαράδοτο τζάκι, η γυναίκα χάνει την πιο μυστική της αξία.
Ηπατρίδα δεν είναι πια η γλυκύτατη γωνιά της γης-ο εργάτης είναι δεμένος με τη φάμπρικα και με τη μηχανή, γυρίζει από τόπο σε τόπο, νοιώθει, πως αυτό που λεν οι αστοί πατρίδα είναι τα χωράφια, τα σπίτια, οι φάμπρικες των ανθρώπων, που μισεί.
Ετσι “λευτερώνουνται”, αδειάζουν από την έγνοια της πατρίδας και της οικογένειας. Και όχι μονάχα οι εργάτες. Σιγά, σιγά κι άλλες τάξες φτωχές, που δουλεύουν, παρασέρνουνται μέσα στο σύχρονο στρόβιλο. Στηρίζουνται μονάχα στους εαυτούς των-μήτε στο Θεό, μήτε στην πατρίδα, μήτε στην οικογένεια. Ξέρουν, αν δεν έχουν δύναμη να δουλέψουν, θα πεθάνουν στο δρόμο. Είτε άντρες, είτε γυναίκες, είτε παιδιά. Η ικανότητα των χεριών και του μυαλού τους-τίποτα άλλο δε μπορεί να τους σώση.
Τίποτα άλλο; Γρήγορα νοιώθουν πώς ένας μονάχος δεν έχει καμιά δύναμη. Μα αν σμίξη με άλλους, όμοιους με αυτόν, αν γίνουν ένα πλήθος μεγάλο, τότε οι άλλοι-οι πλούσιοι εκμεταλλευτές, οι εχτροί-θα φοβηθούν και θα σεβαστούν το δίκιο του. Κι αρχίζει η οργάνωση, σμίγουν οι αδύνατοι κι οι αδικούμενοι γίνεται η φοβερή ετοιμασία.
Κάτου από τα σύνορα της πατρίδας λαγούμια ανοίγουνται, κατακόμπες καινούργιες και σμίγουν, αλλόφυλοι, αλλόγλωσσοι γύρω από το κρασί της νέας κοινωνίας. Οπως οι χριστιανοί δε ρωτούσαν αν είσαι ιουδαίος ή έλληνας, λεύτερος, γή σκάβος, μα χώριζαν τους ανθρώπους σε δύο, σε πιστούς και σε άπιστους όμοια σήμερα συντάζεται μια νέα τάξη πιστών-οι Συντρόφοι. Κοινές ελπίδες τους σμίγουν, κοινό μίσος. Πειθαρχούν, όπως όλοι όσοι πιστεύουν: η προσωπικότητά τους υποτάζεται στο σύνολο. Νοιώθουν, ετοιμάζουνται για έφοδο.
Ομως υπάρχουν πλήθος χωριάτες, που είναι έτοιμοι να ριψοκιντυνέψουν τη ζωή τους για την πατρίδα· γιατί μέσα στην πατρίδα είνε το χωράφι τους. Υπάρχουν και άλλοι, που κάθουνται στα τραπέζια και χαίρουνται, δυνατά ωργανωμένοι. Ολοι τούτοι στη μεγάλη στιγμή θ’ αντισταθούν, όσο χρειάζεται για να γίνη με την αντίσταση και με το αίμα πιο γόνιμη η νίκη. Μα όλη η φόρα του Σύμπαντος είναι ενάντιά τους-έφαγαν, ήπιαν, δημιούργησαν ένα πολιτισμό, ξεθύμαναν. Εφτασε η στερνή μορφή του χρέους των: να εξαφανιστούν.
Έτσι αγναντεύοντας το σύνολο και τοποθετώντας την εποχή μας, βλέπομε πιο είναι το σύγχρονο χρέος μας: α)Μίσος, πόλεμος χωρίς έλεος, χωρίς συμβιβασμό, ενάντια στην αστική τάξη. Εκαμαν το χρέος τους, τώρα γινήκαν εμπόδια στο πνέμα. β)Καμιά αηδία κι απογοήτευση από την συνεργασία μας με τους προλετάριους. Είναι σκοτεινοί, σκληροί, ακάθαρτοι, θέλουν να πάρουν την εξουσία για ν’ αδικήσουν και αυτοί, να γλεντήσουν, σαν τους άλλους.Μα τί σημαίνει; Είναι τα σύχρονα θεοφόρα μεταγωγικά. Θα ξελαγαρίση η βαρειά τούτη ύλη, θα γίνη πνέμα, θα δημιουργήση νέον πολιτισμό-πριχού ξαναγυρίση στο χτήνος.
Σέβας με κυριεύει. Μέσα στις μάζες τούτες καθαρά ξεχωρίζω την κραυγή του Αόρατου, που ανεβαίνει. Αν ζούσα άλλους αιώνες, την κραυγή τούτη θα την ξεχώριζα μέσα στις μάζες των νοικοκυραίων, των βιομηχάνων, των εμπόρων, που ανέβαιναν τότε και θα συμμαχούσα μαζί τους. Μια προσπάθεια αιώνια, ανώτερη από τον άνθρωπο πιάνεται από κορμιά, από γένη, από τάξεις τις δουλεύει, τις μετουσιώνει όσο μπορεί, κι ύστερα, όταν πια εξαντληθούν, τους αφήνει και πιάνεται απο άλλο ακατέργαστο υλικό. Η δύναμη τούτη σπρώχνει το κάθε τι να υψωθή και να καρπίση κι ύστερα το συντρίβει, σαν άχρηστο.
Αυτήν την αιώνια προσπάθεια μέσα από διάφορες εποχές, από πλήθος εναλλαγές και πάθη, χρέος έχομε ν’ ακολουθούμε, να βοηθούμε, να συνεργαζόμαστε μαζί της. Σήμερα έχει αρπάξει τα πλήθη, που δουλεύουν και πεινούν-τα πλήθη αυτά σήμερα είναι το ακατέργαστο υλικό της.
Την αδυσώπητη τούτη προσπάθεια δε μπορούν οι μάζες να τη διακρίνουν. Της δίνουν διάφορες μικρές ονομασίες, για να μπορέσουν να την κάμουν νοητή στο στενό μυαλό τους κι αγαπητή στις ταπεινές τους ανάγκες.
Την ονομάζουν ευτυχία, δικαιοσύνη, ισότητα, ειρήνη. Μα ο αόρατος Αγωνιζόμενος, αφίνοντας τα δολώματα τούτα να γοητεύουν και να γκαρδιώνουν τις μάζες, μάχεται σκληρός κι ανήλεος να διαπεράση τις σάρκες τούτες, να δημιουργήση απ’ όλες τις σύγχρονες κραυγές της πείνας και της οργής ένα λόγο ελευθερίας.


(“ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ”) φυλλάδιο 2 Οκτώβρης 1926

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

SILENA'S ART EXHIBITION and MORE...


Παράλληλα με την έκθεση θα γίνουν και κάποια events!


Την Πέμπτη 22/5 και την Παρασκευή 30/5 ο Χρίστος Μοδέστου 
θα παίξει κιθάρα και θα τραγουδήσει για μας

Την Παρασκευή 23/5 στα χρώματα της τέχνης κι οι λέξεις θα πάρουν ζωή
και λέξεις ποιητικές που μας καλούν να τις ακολουθήσουμε σε άρρητα μονοπάτια

Το Σάββατο 24/5 ο Lelos Constantin μαζί με φίλους θα μας ταξιδέψουν 
σε JaZZ διαδρομές

σας περιμένουμε !!!


Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

IVAN GOLL

Οι πόρτες


Πέρασα μπροστά από τόσες πόρτες
μέσα στο διάδρομο των χαμένων φόβων και των φυλακισμένων ονείρων
άκουσα πίσω απ' τις πόρτες δέντρα που τα βασάνιζαν
και ποταμούς που προσπαθούσαν να τους δαμάσουν
Πέρασα μπροστά απ' τη χρυσή πόρτα της γνώσης
μπροστά από πόρτες που έκαιγαν και δεν ανοίγαν
μπροστά από πόρτες που κουράστηκαν να μένουν πολύ καιρό κλειστές
κι από άλλες σαν καθρέφτες απ' όπου περνούσαν μόνο οι άγγελοι
Υπάρχει όμως μια πόρτα απλή, δίχως σύρτη ούτε μάνταλο
στο βάθος του διαδρόμου, απέναντι απ' το ρολόι
η πόρτα που οδηγεί πέρα από σένα-
κανένας δεν τη σπρώχνει ποτέ


Ποίημα από την έκδοση "Ποιήματα, 1920-1950",
Επιμέλεια, μετάφραση, σημειώσεις: Ε.Χ.Γονατάς, εκδόσεις Στιγμή, 2003




Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ, ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ!

Νίκος Γκάτσος
από την ποιητική συλλογή του Ξένα (2001)


Παράξενη πρωτομαγιά



Παράξενη πρωτομαγιά

μ' αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια

ήρθ' ο καιρός του έχε γεια

τι να την κάνεις πια την περηφάνια



Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά

σκοτάδι πέφτει και συννεφιά

Ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές

σε κουρασμένες νεκρές ψυχές

σε κουρασμένες νεκρές ψυχές



Παράξενη πρωτομαγιά

ο ήλιος καίει το πέλαγο στη δύση

Μα της καρδιάς την πυρκαγιά

πού θα βρεθεί ποτάμι να την σβήσει



Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά...



Παράξενη πρωτομαγιά

μ' αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια

ήρθ' ο καιρός του έχε γεια

τι να την κάνεις πια την περηφάνια



Παράξενη πρωτομαγιά, παράξενη πρωτομαγιά


Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

ΤΟΥ ΚΑΝΕΝΟΣ ΤΟ ΡΟΔΟ - PAUL CELAN


PAUL CELAN
Die Niemandsrose - 1963
                               
PSALM

Niemand knetet uns wieder aus Erde und Lehm,
niemand bespricht unsern Staub.
Niemand.
Gelobt seist du, Niemand.
Dir zulieb wollen
wir blühn.
Dir
entgegen.
Ein Nichts
waren wir, sind wir, werden
wir bleiben, blühend:
die Nichts-, die
Niemandsrose.
Mit
dem Griffel seelenhell,
dem Staubfaden himmelswüst,
der Krone rot
vom Purpurwort, das wir sangen
über, o über
dem Dorn.

************

ΨΑΛΜΟΣ
Μετάφραση: Χρήστος Λάζος    

Κανένας δεν μας πλάθει ξανά από χώμα και πηλό,
κανένας δεν ευλογεί τη σκόνη μας.
Κανένας.

Δόξα σοι ο Κανένας.
Για την αγάπη σου θέλουμε
ανθίσει.
Σ' εσέναν απέναντι.

Ένα Τίποτα
ήμαστε, είμαστε, για πάντα
θα μείνουμε, που ανθίζει:
του Τίποτα, του
Κανενός το ρόδο.

Με
το στύλο φως ψυχής,
το στήμονα έρημο ουρανού,
τη στεφάνη κόκκινη
από τη λέξη πορφύρα, που τραγουδούσαμε
πάνω, ω πάνω
απ' τ' αγκάθι.

PAUL CELAN ~ ΤOY KANENOΣ ΤΟ ΡΟΔΟ ~ DIE NIEMANDSROSE
Μετάφραση: Χρήστος Λάζος - Εκδόσεις ΑΓΡΑ, 1995

************

PSALM
Translated by John Felstiner


No one kneads us again out of earth and clay,
no one incants our dust.
No one.
Blessed art thou, No One.
In thy sight would
we bloom.
In thy
spite.
A Nothing
we were, are now, and ever
shall be, blooming:
the Nothing-, the
No-One's-Rose.
With
our pistil soul-bright,
our stamen heaven-waste,
our corona red
from the purpleword we sang
over, O over
the thorn.

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Ἡ Ὀρθοδοξία

Γλυκὸ ποὺ εἶναι τὸ σκοτάδι στὶς εἰκόνες τῶν προγόνων
ἄμωμα χέρια μεταληπτικὰ
ροῦχα ποὺ τ᾿ ἄδραξεν ἡ γαλήνη καὶ δὲ γνωρίζουν ἄνεμο
βαθιὰ τὸ ἐλέησον ἀπ᾿ τοὺς ἄυλους βράχους
τὰ μάτια σὰν καρποὶ εὐωδᾶτοι.
Κι ὁ ψάλτης ὁλόσωμος ἀνεβαίνει στὸ πλατάνι τῆς φωνῆς
καημένε κόσμε
θυμίαμα ἡ γαλάζια ὀσμὴ κι ὁ καπνὸς ἀσημένιος
κερὶ νὰ στάζῃ ὁλοένα στὰ παιδόπουλα
καημένε κόσμε
σὰ βγαίνουν - ὢ χαρὰ πρώτη - μὲ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ μὲ τὶς λαμπάδες
κ᾿ ὕστερα ἡ μεγάλη χαρὰ νὰ συντροφεύουν τ᾿ Ἅγια...
Ὁ παπα-Γιάννης τυλιγμένος τ᾿ ἄσπρο του φελόνι
καλὸς πατέρας καὶ καλὸς παπποὺς μὲ τὸ σιρόκο στὴ γενειάδα
χρόνια αἰῶνες χρόνια καὶ νιάτα πὄχει ἡ ὀμορφιά!...

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

JUAN VICENTE PIQUERAS

Confesión del fugitivo

Sólo soy feliz yéndome.

No entre cuatro paredes, con sus sendas espadas,
sino entre aquí y allí, una casa y otra,
ajenas ambas preferiblemente.

No puedo ya, ni quiero, estarme quieto.
Ni ahora ni después. Ni aquí ni allí.
En todo caso ahí, donde estás tú,
seas quién seas tú, ponme tu nombre
en los labios sedientos, insaciables.

Yo no soy yo ni puedo tener casa.
No digo ya porque nunca lo fui,
nunca la tuve, siempre fui extranjero
dentro y fuera de mí. Soy lo que no:
el mendigo que duerme bajo el puente
que une mis dos orillas y yo cruzo
sin poder, día y noche, detenerme.

Escribo porque busco, porque espero.
Pero ya no sé qué, se me ha olvidado.
Espero que escribiendo
llegue a acordarme. Insisto en la intemperie.

Sinvivo entre paréntesis
en el espacio vivo y tiempo muerto
de la espera de qué, entre dos aquíes.

Nunca en sino entre. Sal de mí,
seas quien seas tú, déjame en paz
o acaba ya conmigo y con la miel
amarga de estar solo hablando solo.

He decidido que mi patria sea
no decidir, no estar en ningún sitio
sino de paso, puentes, naves, trenes,
donde yo sea sólo el pasajero
que sé que soy, sintiendo
que me inquieta la paz,
que la quietud me asusta,
que la seguridad no me interesa,
y sólo soy feliz cuando me sé fugaz.


Χουάν Βιθέντε Πικέρας
Η εξομολόγηση του φυγά          

Είμαι ευτυχισμένος μόνο σαν φεύγω.

Όχι ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους, με δρόμους κλειστούς,
μα ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, στο ’να σπίτι ή στ’ άλλο,
και τα δυο κατά προτίμηση αλλονών.

Δεν μπορώ πια, ούτε θέλω, να μένω ήσυχος.
Ούτε τώρα ούτε μετά. Ούτε εδώ ούτε εκεί.
Εκεί που τελοσπάντων είσαι εσύ,
όποια και να ’σαι εσύ, το όνομά σου βάλε
στα χείλη μου τα διψασμένα, τα αχόρταγα.

Εγώ δεν είμαι εγώ ούτε έχω σπίτι.
Δεν λέω πια, γιατί ποτέ δεν ήμουν,
ποτέ δεν είχα, πάντα ήμουν ξένος
μέσα μου ή έξω μου. Είμαι αυτός που δεν:
ο αλήτης που κοιμάται κάτω απ’ το γεφύρι
που τις όχθες μου ενώνει και το περνώ
χωρίς σταματημό, μέρα και νύχτα.

Γράφω γιατί ψάχνω, γιατί ελπίζω.
Όμως πια δεν ξέρω τι, το ’χω ξεχάσει.
Ελπίζω πως γράφοντας, κάποια στιγμή
θα θυμηθώ. Επιμένω κόντρα στους καιρούς.

Αγωνιώ ανάμεσα σε παρενθέσεις
σε τόπο ζωντανό, χρόνο νεκρό
κάποιας ελπίδας, ανάμεσα σε δύο εδώ.

Ποτέ σε κάτι μα ανάμεσα. Άσε με,
όποια και να ’σαι εσύ, στην ησυχία μου
ή τέλειωνε πια μαζί μου και με το μέλι το πικρό
του να είμαι μόνος μιλώντας μόνος.

Αποφάσισα να μην αποφασίζω,
να μην είμαι πουθενά αλλά στον δρόμο,
σε γεφύρια, σε πλοία, σε τρένα
όπου θα είμαι απλώς ο επιβάτης
που ξέρω πως είμαι, και να αισθάνομαι
πως με ανησυχεί η γαλήνη,
πως η ησυχία με τρομάζει,
πως η ασφάλεια δεν με ενδιαφέρει,
κι ευτυχισμένος είμαι μόνο στη φυγή.

Μετάφραση από τα ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης

το διάβασα ΕΔΩ

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

José de Sousa Saramago

Ensaio sobre a Cegueira
Περί τυφλότητας (απόσπασμα)
του Ζοζέ Σαραμάγκου

ΦΤΩΧΕΙΑ

"Υπάρχει άραγε εξουσία, είπε ο πρώτος τυφλός. Δεν φαντάζομαι, αλλά και να υπάρχει, θα είναι μια εξουσία τυφλών που θέλουν να κυβερνούν τυφλούς, σαν να λέμε το τίποτα θέλει να οργανώσει το τίποτα."

[...]

Αναπνέουμε το ίδιο σκοτάδι κι όμως ο καθένας αλλιώς παραπατά, άλλα βήματα βρε αδερφέ και καλά κάνει, αλλά γιατί τόσο εξόφθαλμα να στερούμαστε προσανατολισμού.

Γιατί να έχουμε προσανατολισμό θα με ρωτήσετε και καλά θα κάνετε. Έτσι για αλλαγή, να πούμε ότι η βάρκα θα πάει παρακάτω, που σηκωθήκαμε όλοι όρθιοι και κινούμαστε σε πορείες αντίθετες και πώς να κάνει δουλειά ο βαρκάρης κι αυτός τυφλός είναι ο έρμος.

Και δε μιλώ για πρωθυπουργό στο όνομα του βαρκάρη, γιατί ο βαρκάρης ξέρει τουλάχιστον ένα κουπί να το πιάνει, με αυτό βγάζει το ψωμί του, μ’αυτό και την κυρά του.

Ας ξεκουνάγαμε τη βάρκα, έστω δύο λεύγες παρακεί, να αλλάξουμε νερά και παραστάσεις, να κατουρήσουμε κι αλλού κι ας επιστρέψουμε μετά πίσω στο μόλο, ούτως ή άλλως το σκοινί μας βγήκε λίγο , βάρκα κι αυτή με περιλαίμιο σκύλου, σαν και αυτούς που οδηγούν κάποιους τυφλούς.

Σε μια χώρα – συγχωρέστε μου τη λέξη για άλλη μια φορά – όπου οι τυφλοί πολλαπλασιάζονται όσο δίνονται συντάξεις αναπηρίας και κατορθώνουν οι τυφλοί να 'χουν δυο μάτια αετίσια κάθε που στέκονται ουρά να την τσεπώσουν, χάθηκε να τσοντάρουμε να πάρουμε και λίγο σκοινί παραπάνω για τη βάρκα ;





Σκηνοθεσία
Fernando Meirelles

Σενάριο
Jose Saramago (μυθιστόρημα "Ensaio Sobre a Cegueira")
Don McKellar (σενάριο)

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

PAUL ELUARD

PAUL ELUARD
Μεταξύ σελήνης και ήλιου

Σου το λέω ολόχαρη και ολόφωτη
Η γύμνια σου γλύφει τα παιδικά μου μάτια
Και είναι η έκσταση των ευτυχισμένων κυνηγών
Επειδή έκαμαν να βλαστήσει ένα θήραμα διάφανο
Που διαστέλλεται σ' ένα ανθογυάλι χωρίς νερό
Όπως ένας σπόρος στον ίσκιο ενός χαλικιού

Σε βλέπω γυμνή σφυχτόφαντο αραβούργημα
Βελόνα εύπλαστη σε κάθε του ρολογιού περιστροφή
Ο ήλιος απλώνει στη μέρα πέρα ως πέρα
Πλεγμένες ακτίνες των ηδονών μου κοτσίδες.

ΠΩΛ ΕΛΥΑΡ
Τελευταία ποιήματα του έρωτα
Μτφ. Ελένη Κόλλια
Εκδόσεις Ηριδανός
σ. 87


PAUL ELUARD
Entre la lune et le soleil

Je te le dis gracieuse et lumineuse
Ta nudité lèche mes yeux d’enfant
Et c’est l’extase des chasseurs heureux
D’avoir fait croître un gibier transparent
Qui se détend en un vase sans eau
Comme une graine à l’ombre d’un caillou

Je te vois nue arabesque nouée
Aiguille molle à chaque tour d’horloge
Soleil étale au long d’une journée
Rayons tressés nattes de mes plaisirs.



Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2014

ANTONIO TABUCCHI



Antonio Tabucchi "Sostiene Pereira"
Αντόνιο Ταμπούκι "Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα"
Μετάφραση: Ανταίος Χρυσοστομίδης
Εκδόσεις: Άγρα


[…]

"Ο Περέιρα ισχυρίζεται ότι τον γνώρισε μια μέρα του καλοκαιριού. Ήταν μια υπέροχη μέρα του καλοκαιριού, ηλιόλουστη και δροσερή, και η Λισαβόνα λαμποκοπούσε. Φαίνεται πως ο Περέιρα ήταν στο γραφείο του, δεν ήξερε τι να κάνει, ο διευθυντής ήταν σε διακοπές, κι αυτός ήταν αναγκασμένος να ετοιμάσει την πολιτιστική σελίδα, γιατί η Λισμπόα είχε πλέον πολιτιστική σελίδα, και την είχαν εμπιστευτεί σ' αυτόν..."

[…]

"Κι αν αυτοί οι δύο νεαροί επαναστάτες, ισχυρίζεται ότι είπε ο Περέιρα, έχουν δίκιο; Αυτό θα το αποφασίσει η Ιστορία και όχι εσείς, κύριε Περέιρα, είπε ήρεμα ο δόκτωρ Καρντόζο. Ναι, είπε ο Περέιρα, αν όμως έχουν δίκιο εκείνοι, η ζωή μου δεν θα έχει νόημα, δεν θα έχει έννοια το γεγονός ότι σπούδασα στην Κοΐμπρα και ότι πίστεψα ότι η λογοτεχνία ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο, δεν θα έχει νόημα ότι διευθύνω την πολιτιστική σελίδα αυτής της απογευματινής εφημερίδας στην οποία δεν μπορώ να εκφράσω τη γνώμη μου, και όπου πρέπει να δημοσιεύω γαλλικά διηγήματα του δέκατου ένατου αιώνα, δεν θα είχε τίποτα έννοια πλέον, κι είναι γι' αυτό που θέλω να μετανοήσω, σαν να ήμουν ένα άλλο άτομο και όχι ο Περέιρα που έκανε πάντα τον δημοσιογράφο, σαν να πρέπει να απαρνηθώ κάτι από τη ζωή μου".

[…]

"Το να πιστεύει κανείς, είπε ο δόκτωρ Καρντόζο, ότι ζει αυτοδύναμος, αποκομμένος από την άμετρη πολλαπλότητα των διαφόρων εγώ, σημαίνει ότι ζει με μια αρκετά αφελή ψευδαίσθηση, αυτή της μιας και μοναδικής ψυχής όπως θέλει η χριστιανική παράδοση, ο δόκτωρ Ριμπό και ο δόκτωρ Ζανέ βλέπουν την προσωπικότητα σαν μια συνομοσπονδία διαφορετικών ψυχών, γιατί όλοι εμείς έχουμε ψυχές μέσα μας, έτσι δεν είναι;, μια συνομοσπονδία που ελέγχεται από ένα ηγεμονικό εγώ. Ο δόκτωρ Καρντόζο έκανε μια μικρή παύση κι ύστερα συνέχισε: αυτό που ονομάζεται κανόνας, ή το είναι μας, ή η κανονικότητα, είναι μονάχα το αποτέλεσμα, όχι η προϋπόθεση, και εξαρτάται από τον έλεγχο που ασκεί το ηγεμονικό εγώ το οποίο κατάφερε να επιβληθεί στη συνομοσπονδία των ψυχών μας˙ στην περίπτωση που αναδυθεί ένα άλλο εγώ, πιο δυνατό και πιο ισχυρό, αυτό το εγώ αφαιρεί την εξουσία από το ηγεμονικό εγώ και παίρνει τη θέση του, αρχίζοντας με τη σειρά του να διευθύνει την κοόρτη των ψυχών, δηλαδή τη συνομοσπονδία, και η υπεροχή του διατηρείται μέχρι που χάνει την εξουσία από ένα άλλο ηγεμονικό εγώ, είτε από ένα άμεσο χτύπημα είτε από μια αργή διάβρωση. Ίσως, κατέληξε ο δόκτωρ Καρντόζο, μετά από μια αργή διάβρωση να υπάρχει τώρα ένα νέο ηγεμονικό εγώ που τίθεται επικεφαλής της συνομοσπονδίας των ψυχών σας, κύριε Περέιρα, κι εσείς δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα, μπορείτε μονάχα να το υποβοηθήσετε".




Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

A LIGHT EXISTS IN SPRING

EMILY DICKINSON

A light exists in spring

A light exists in spring
Not present on the year
At any other period.
When March is scarcely here

A color stands abroad
On solitary hills
That science cannot overtake,
But human naturefeels.

It waits upon the lawn;
It shows the furthest tree
Upon the furthest slope we know;
It almost speaks to me.

Then, as horizons step,
Or noons report away,
Without the formula of sound,
It passes, and we stay:

A quality of loss
Affecting our content,
As trade had suddenly encroached
Upon a sacrament.


Emily Elizabeth Dickinson (1830 - 1886)

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

JORGE LUIS BORGES


LOS JUSTOS

Un hombre que cultiva un jardín, como quería Voltaire.

El que agradece que en la tierra haya música.

El que descubre con placer una etimología.

Dos empleados que en un café del Sur juegan un silencioso ajedrez.

El ceramista que premedita un color y una forma.

Un tipógrafo que compone bien esta página, que tal vez no le agrada

Una mujer y un hombre que leen los tercetos finales de cierto canto.

El que acaricia a un animal dormido.

El que justifica o quiere justificar un mal que le han hecho.

El que agradece que en la tierra haya Stevenson.

El que prefiere que los otros tengan razón.

Esas personas, que se ignoran, están salvando el mundo.


Los Justos, publicado en La Cifra (1981)




ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΙ

Κάποιος που καλλιεργεί τον κήπο του όπως θα το 'θελε ο Βολταίρος.

Κάποιος που νιώθει ευγνωμοσύνη γιατί στον κόσμο υπάρχει μουσική.

Αυτός που ανακαλύπτει με χαρά μια ετυμολογία.

Δύο πελάτες που σε κάποιο καφενείο παίζουν το σιωπηλό τους σκάκι.

Ο πηλοπλάστης που προκαθορίζει ένα σχήμα ή ένα χρώμα.

Ο στοιχειοθέτης που στήνει όμορφα τούτο το κείμενο και που ίσως δεν τ’ αρέσει.

Μια γυναίκα κι ένας άντρας που διαβάζουν μαζί τις τελευταίες στροφές ενός  ποιήματος.

Κάποιος χαϊδεύοντας ένα ζωάκι που κοιμάται.

Κείνος που συγχωρεί ή θέλει να συγχωρέσει το κακό που του 'γινε.

Κάποιος που νιώθει ευγνωμοσύνη γιατί σ’ αυτό τον κόσμο  έζησε ο Στήβενσον.

Κάποιος που προτιμά να 'χουν δίκιο οι άλλοι.

Οι άνθρωποι αυτοί, που μεταξύ τους δεν γνωρίζονται, έχουν σώσει τον κόσμο.


Μτφ. Δημήτρης Καλοκύρης



NINA SIMONE (February 21, 1933 – April 21, 2003)


Nina Simone performing at the Pan-African Festival in Algiers (1969).
Photo by Guy Le Querrec.

"Did you know that the human voice is the only pure instrument? That it has notes no other instrument has? It’s like being between the keys of a piano. The notes are there, you can sing them, but they can’t be found on any instrument. That’s like me. I live in between this. I live in both worlds, the black and white world. I am Nina Simone, the star, and I am not here. I’m a woman. My secret self is between these worlds."




Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ


Δε φορούσε ένα λουλούδι στα μαλλιά, 
δεν είχε το ονειροπαρμένο βλέμμα του έρωτα 
ούτε το φόρεμά της ήταν λευκό. 
Δάγκωνε τα χείλια με δύναμη κι εκείνα μάτωναν 
και κύλαγαν στο μπράτσο της 
σαν κόκκινο ποταμάκι σιωπηλό, 
ίδιο με τις σκέψεις που σκόρπισαν 
από το γυάλινο ποτήρι που της έπεσε από τα χέρια. 
Κι η ζεστασιά; 
Πού πήγε η ζεστασιά των ματιών της; 
Σε μάταια λόγια, 
ματαιωμένες υποσχέσεις, 
χλωμά όνειρα, ασαφή. 
Κι η λάμψη των μαλλιών, βροχή. Σταγόνα βασανιστική τακ τακ τακ…

Δε φοράει την ομορφιά, 
στη σιωπή έταξε το βλέμμα της 
στο σκοτάδι τη φωνή της.


©Silena, 14/2/2014

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

OCTAVIO PAZ

ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΖ
Η ΠΕΤΡΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
(απόσπασμα)

[...]

Βαδίζω μέσα σε στοές ήχων,
Σε παρουσίες πλέω ηχηρές,
Σαν τον τυφλό περνώ απ’ τις διαφάνειες
Ένας κατοπτρισμός με σβήνει, γεννιέμαι σ’ έναν άλλον
Ω δάσος από μαγικές κολόνες,
Κάτω απ’ τα τόξα του φωτός εισβάλλω
Στους διαδρόμους του διάφανου φθινοπώρου,

Μπαίνω στο σώμα σου όπως στον κόσμο
Η κοιλιά σου ηλιόλουστη πλατεία
Τα στήθη σου δυο εκκλησιές που λειτουργεί το αίμα
Τα παράλληλα μυστήριά του
Σαν τον κισσό τα βλέμματά μου σε σκεπάζουν
Είσαι μια πολιορκημένη πόλη απ’ τη θάλασσα…

Ντυμένη με το χρώμα της επιθυμίας μου
Γυμνή γυρνάς καθώς η σκέψη μου
Ταξιδεύω στα μάτια σου σαν μέσα στο νερό…
Στο μέτωπό σου περπατώ σαν το φεγγάρι
Όπως το σύννεφο στο λογισμό σου
Πηγαίνω στην κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου

Η φούστα σου από αραποσίτι κυματίζει
Και τραγουδάει, η φούστα σου από κρύσταλλο
Η φούστα σου η νερένια
Τα χείλη, τα μαλλιά, τα βλέμματά σου…
Κλείνεις τα μάτια μου με το νερένιο σου στόμα…

Ταξιδεύω στη μέση σου σαν σε ποτάμι
Πηγαίνω στο σώμα σου σαν σ’ ένα δάσος…
Περπατώ στους σφοδρούς λογισμούς σου
Και στου λευκού μετώπου σου την έξοδο
Η γκρεμισμένη μου σκιά κομματιάζεται
Μαζεύω τα κομμάτια μου ένα ένα
Και δίχως σώμα προχωρώ, ψάχνω ψηλαφώντας….

[...]

Οκτάβιο Παζ
Η πέτρα του ήλιου και άλλα ποιήματα
Μτφρ: Τάσος Δενέγρης, Εκδόσεις Ίκαρος, 1993


OCTAVIO PAZ
Piedra de sol
(extracto)

[...]

voy entre galerías de sonidos,
fluyo entre las presencias resonantes,
voy por las transparencias como un ciego,
un reflejo me borra, nazco en otro,
oh bosque de pilares encantados,
bajo los arcos de la luz penetro
los corredores de un otoño diáfano,

voy por tu cuerpo como por el mundo,
tu vientre es una plaza soleada,
tus pechos dos iglesias donde oficia
la sangre sus misterios paralelos,
mis miradas te cubren como yedra,
eres una ciudad que el mar asedia,
una muralla que la luz divide
en dos mitades de color durazno,
un paraje de sal, rocas y pájaros
bajo la ley del mediodía absorto,

vestida del color de mis deseos
como mi pensamiento vas desnuda,
voy por tus ojos como por el agua,
los tigres beben sueño de esos ojos,
el colibrí se quema en esas llamas,
voy por tu frente como por la luna,
como la nube por tu pensamiento,
voy por tu vientre como por tus sueños,

tu falda de maíz ondula y canta,
tu falda de cristal, tu falda de agua,
tus labios, tus cabellos, tus miradas,
toda la noche llueves, todo el día
abres mi pecho con tus dedos de agua,
cierras mis ojos con tu boca de agua,
sobre mis huesos llueves, en mi pecho
hunde raíces de agua un árbol líquido,

voy por tu talle como por un río,
voy por tu cuerpo como por un bosque,
como por un sendero en la montaña
que en un abismo brusco se termina
voy por tus pensamientos afilados
y a la salida de tu blanca frente
mi sombra despeñada se destroza,
recojo mis fragmentos uno a uno
y prosigo sin cuerpo, busco a tientas,

[...]


Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

EMILY DICKINSON - ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΑ ΝΑ ΖΗΣΩ ΦΩΝΑΧΤΑ






{Fr 1381/ J 1354}

Είναι η Καρδιά πρωτεύουσα του Νου
ο Νους είναι μια ενιαία Πολιτεία-
Καρδιά και Νους μαζί αποτελούν
Μια Ήπειρο μονάχη και ενιαία-

Ένας-είναι σ' αυτήν ο Πληθυσμός-
Κι έχει πολλούς στον αριθμό κατοίκους-
Τούτο το Έθνος το εκστατικό
Γύρεψε-είσαι εσύ ο Ίδιος.

The Heart is the Capital of the Mind
The Mind is a single State-
The Heart and the Mind together make
A single Continent-

One-is the Population-
Numerous enough-
This ecstatic Nation
Seek-it is Yourself.



{Fr 982/ J 919}

Αν σταματήσω μια καρδιά που πάει να σπάσει
Δεν ήρθα μάταια στη ζωή
Αν απαλύνω κάποιου την Οδύνη
Ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο

Ή βοηθήσω τον μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη
Να μπει ξανά μες στη Φωλιά
Δεν ήρθα μάταια στη ζωή.

If I can stop one Heart from breaking
I shall not live in vain
If I can ease one Life the Aching
or Cool one Pain

Or help one fainting Robin
Unto his Nest again
I shall not live in vain.


Emily Dickinson, Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά
Ποιήματα και Επιστολές, Εισαγωγική μελέτη και επιμέλεια: Λιάνα Σακελλίου
Μετάφραση: Λ. Σακελλίου, Α. Γρίβα, Φ. Μαντά,
Εκδόσεις: Gutanberg, Αθήνα 2013



source: here