Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

ΕΡΩΤΑΣ

©Silena
















"Just a kiss" by Sara Saudkova


Αδύναμοι στεκόμαστε
μπροστά του
Με μάτια ορθάνοιχτα
παιδιού
που μόλις ξύπνησε από ύπνο γλυκό
και ξαφνιάστηκε

Πιστεύουμε όμως
Με όλη μας την ψυχή
πιστεύουμε

Στα θαύματα

Την αβεβαιότητα που δίπλα μας σφυρίζει αδιάφορα
και μας κάνει να ριγούμε
από φόβο μη λησμονήσουμε και χαθούμε
την παίζουμε στα ζάρια
γιατί το ξέρεις
η τύχη είναι με το μέρος μας
Θα 'θελα μια μέρα να σε ρωτήσω
κοιτάζοντάς σε κατευθείαν στα μάτια
αν βρήκες εσύ την καρδιά μου πρώτος
ή αν εκείνη σε πρόφτασε
Κι όταν οι φωνές κι οι θόρυβοι απαλύνουν
θα 'θελα εσύ να με ρωτήσεις
για τ' όνειρο
εκείνο που αρνήθηκα να σου διηγηθώ
μα τώρα που τα λευκά σου χέρια διατρέχουν τη μνήμη μου
είμαι έτοιμη θαρρώ

Δυνατοί στεκόμαστε
μπροστά του
Με μάτια μισόκλειστα
κουρασμένων εραστών μετά το δόσιμο
και πλάθουμε το πεπρωμένο
με τη γαλήνη των γνωστικών


17/10/2013

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ

 (1922-1987)

ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΩΣ

Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ' το
      φεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κα-
      τόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια
Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα
Kόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψίχα
      τους φαγώθηκε από παράσιτα
Kι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου
Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δάχτυλά μου όπως περνάει
      ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι
      και κοιμάσαι
Kαι ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και
      θυμάσαι
Διότι θυμάσαι
Γι' αυτό σ' αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμα-
      στε μαζί
Kι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν' ανεβοκατεβαίνει
      τα δέντρα
...πως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Bάρκιζας
Kι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μάς ακολουθούσαν

Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια
      του νερού και λέω: νά το ριζικό κι η ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες
      απ' το κόκκινο - σαν τα μάτια τού μπεκρή - λυκόφως
Kαι είπαμε νά το ριζικό νά οι αγάπες βγήκαν στους δρό-
      μους για τον επιούσιο

Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες
Nά 'ρχονται και να χάνονται
Γι' αυτό σ' αγαπώ
Kι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
Eίσαι κείνο που γλύτωσε απ' τα σκάγια

Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι
      από σκέψη από αίσθηση κι από φωνή
Eίναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο
Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων
Γι' αυτό σ' αγαπώ.


(από τη συλλογή Εντός παρενθέσεως, 1945)

Πηγή: ΕΔΩ

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΑΚΗΣ



Μηνάς Δημάκης

Είχες μέσα στα μάτια σου μιαν αστραπή

Ἀπὸ Σπύρου Κοκκίνη 6η ἔκδ,
«Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς Ποίησης»
Ἔκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., Ἀθῆναι 2000.

Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου
μιὰν ἀστραπὴ ἀπὸ τοὺς ἀνέμους
καὶ στὴν καρδιά σου μιὰν ἄγρια φλόγα
ποὺ ἔλεγες δὲν ἦταν ποτὲ νὰ σβήσει
καὶ στὰ μάτια σου μέσα μιὰ πράσινη θάλασσα
τὴν ἀγριεμένη θάλασσα τοῦ νησιοῦ μας
νὰ δέχεται καταιγίδες
καὶ στὴν καρδιά σου μιά παράφορη ἄνοιξη τροπικὴ
μ' ἕνα λευκὸ περιστέρι τρομαγμένο
κι ἒν' ἀταξίδευτο χελιδονάκι τοῦ θεοῦ

Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου τὶς Κυριακὲς
σὰν χτυπᾶ ἡ καμπάνα στὸ ἄσπρο ἐκκλησάκι
 
στὴν ἀψηλὴ πλαγιὰ τοῦ χωριοῦ
καὶ ξεκινοῦν οἱ ξωμάχοι γιὰ τὴν λειτουργία
 
καὶ στὴν καρδιά σου μίαν ἀγάπη καθάρια
 
σὰν τὴν πρώτη ὥρα τῆς χαραυγῆς
 
στὰ κατάξερα βράχια
 
τῆς γυμνῆς ἐξοχῆς μας

Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου
 
ἕναν κόσμον ὁλάκερο τὰ ὄνειρά μας
 
ἐκεῖ χορεύουν στὶς ἀκρογιαλιὲς
 
τυλιγμένοι ἁρμυρὰ φύκια
 
ἀρχαγγελικοὶ ἔφηβοι καὶ κοπέλες ἀέρινες
 
ἀνάβουν φωτιὲς κοσμογονικὲς
καὶ περπατοῦν στὶς φωτιὲς καὶ πηδοῦν καὶ σκληρίζουν
 
καὶ τραγουδοῦν περήφανα τραγούδια προγονικά:
 
Κι οἱ θάλασσες καὶ τὰ βουνὰ
 
κι οἱ θάλασσες καὶ τὰ βουνὰ
 
κι οἱ θάλασσες καὶ τὰ βουνὰ μιά μέρα...
-Ὢχ! μωρὲ καὶ πλάνταξε ἡ καρδιὰ
 
ἔρμη καρδιὰ βιγλάτορας τοῦ Χάρου

Εἶχες μεσ' στὴν καρδιά σου
 
ἕναν κόσμον ὁλάκερο τὰ ὄνειρά μας
 
ἐκεῖ πίνουν καὶ μπερμπατεύουν καὶ βλαστημοῦν
καὶ ξεκινοῦν μεθυσμένοι
νὰ σφάξουν χίλια πρόβατα χίλιες κοπέλες νὰ φιλήσουν
νὰ ξεγελάσουν καὶ τὸν Χάροντα μὲ τὸ ρακὶ καὶ τὸ τραγοῦδι.
Ἐκεῖ ζώνονται τ' ἅρματα καὶ κλέφτες ξενυχτοῦνε

Ἄχ! κι ἀπὸ κορφὴ σ' ἄλλην κορφὴ σὰν σταυραητοὶ πετοῦνε

Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου
 
μιάν ἀστραπὴ ἀπὸ τὸν ἄνεμο τῆς πατρίδας
 
καὶ στὴν καρδιά σου μίαν ἄγρια φλόγα
 
κι ἔλεγες δὲν ἦταν νὰ σβήσει ποτέ.

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

ROBERTO JUARROZ αναδημοσίευση

ROBERTO JUARROZ
 Αναδημοσίευση από εδώ


No nos mata un momento…

No nos mata un momento,
sino la falta de un momento.
No nos mata una sombra,
sino la ausencia aleatoria de una sombra,
perdida probablemente en un declive
de esta insensata eternidad despareja.

No nos mata la falta de la vida,
sino el azar de un claroscuro
que se proyecta sobre una pantalla invisible.

No nos mata morir:
nos mata haber nacido.


Όχι, δεν μας σκοτώνει μια στιγμή…

Όχι, δεν μας σκοτώνει μια στιγμή,
μα μιας στιγμής η έλλειψη.
Δε μας σκοτώνει μια σκιά,
μα η απουσία η μοιραία μιας σκιάς,
χαμένης πιθανώς στο χάσμα
ετούτης της ασύγκριτης αιωνιότητας
της παράλογης.

Δε μας σκοτώνει η έλλειψη της ζωής,
μα το ζάρι μιας μοίρας γλυκόπικρης 
σε παρτίδα πάνω αόρατη.                  

Δε μας σκοτώνει ο θάνατος∙

μας σκοτώνει ο ερχομός στη ζωή.



Ένα αφιέρωμα στον Αργεντίνο ποιητή,
Ρομπέρτο Χουαρός (1925-1995)
Εισαγωγή, μετάφραση, επιλογή: Έλενα Σταγκουράκη
Πηγή: εδώ 

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ


Αργύρης Χιόνης : Η ομορφιά που γεννιόταν και πέθαινε απαρατήρητη και που, παρ’ όλα αυτά, ποτέ δεν το ‘βαλε κάτω


Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα μικρό μαύρο σποράκι παπαρούνας, που ζούσε στριμωγμένο, μαζί με τ’ άλλα αδέρφια του, μες στην κοιλιά της μάνας του.
Μια μέρα του καλοκαιριού, η μάνα τους, αφού έχασε και το τελευταίο κόκκινο πέταλο της, πέθανε ήσυχα, όπως ήσυχα είχε ζήσει όλη τη ζωή της. Δεν πέρασε πολύς καιρός και η κοιλιά της, ξεραμένη απ’ τον ήλιο, έσκασε, κι από μέσα της τινάχτηκαν τα ελάχιστα μαύρα σποράκια κι έπεσαν στο χώμα. Το χώμα, όπως ξέρετε, το καλοκαίρι είναι στεγνό και σκληρό και τα σποράκια δεν μπορούσαν να χωθούνε μέσα του και να μείνουν εκεί, όλα μαζί, στο μέρος που γεννήθηκαν. Έτσι, ο πρώτος άνεμος που πέρασε από ‘κει τα πήρε και τα σκόρπισε, άλλα μέσα σε σταροχώραφα, άλλα μέσα σε κήπους, άλλα σε ξέφωτα δασών κι άλλα επάνω στις πλαγιές των λόφων. Ένα απ’ αυτά, το σποράκι αυτής της ιστορίας, ήταν πιο μικροκαμωμένο από τ’ άλλα, πιο ελαφρύ, κι έτσι ο αέρας το κουβάλησε μακριά, πολύ μακριά από την εξοχή, στη μεγάλη γκρίζα πολιτεία. Σαν έφτασε όμως εκεί δεν ήξερε που να το αποθέσει, γιατί στη γκρίζα πολιτεία το χώμα είχε πια χαθεί. Παντού δεν έβλεπες άλλο από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο. Μάταια έψαχνε ο άνεμος να βρει λιγάκι χώμα ν’ αποθέσει το μικρό σποράκι, έτσι που να μπορέσει το άμοιρο κι αυτό να ρίξει ρίζες κάποτε και να βλαστήσει. Κι επειδή είχε φτάσει η ώρα του, του ανέμου, να πεθάνει και δεν προλάβαινε ή να το πάει το σποράκι πιο μακριά ή να το φέρει, εκεί απ’ όπου το ‘χε πάρει, έψαχνε απελπισμένα να βρει μια γλάστρα σε μπαλκόνι ή σε παράθυρο. Τίποτε όμως. Γλάστρες δεν είχε στην πολιτεία, παρά μόνο, όπως είπαμε, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο. Τότε, ο άνεμος, που δεν άντεχε άλλο, ξεψύχησε κι άφησε το σποράκι να πέσει στο πεζοδρόμιο μιας μεγάλης λεωφόρου.
Το πεζοδρόμιο ήταν πλακόστρωτο, και το σποράκι βρέθηκε στην ένωση από δύο μεγάλες πλάκες, που, για καλή του τύχη δεν ήταν καλά κολλημένες μεταξύ τους, κι έτσι μπόρεσε να χωθεί μες στη χαραματιά που ‘χασκε ανάμεσα τους και να κρυφτεί. Εκεί μέσα ένιωθε ξαφνικά μιαν ασφάλεια περίεργη και μια ζέστα, σαν κάτι να το αγκάλιαζε, να το νανούριζε γλυκά. Κι όσο κι αν σας φανεί παράξενο, αυτό το κάτι ήταν χώμα. Θαμμένο εκεί, κάτω από τις κρύες γκρίζες πλάκες, ήταν ακόμη ζωντανό, ζεστό, και τώρα χαιρότανε και γιόρταζε που ‘χε ξανά στην αγκαλιά του ένα σποράκι, κι ας ήταν και μικρό.
Το καλοκαίρι τέλειωσε, τέλειωσε το φθινόπωρο, τέλειωσε κι ο χειμώνας κι ήρθε η άνοιξη, και το σποράκι, που κοιμότανε βαθιά μήνες και μήνες τώρα, ξύπνησε ξαφνικά από μια φαγούρα κι ένα φούσκωμα κι ανακάλυψε μ’ έκπληξη και κάποιον τρόμο πως το κορμάκι του ήταν τώρα μεγαλύτερο απ’ ό,τι όταν το πήρε ο ύπνος.
Τις μέρες που ακολούθησαν, το φούσκωμα συνέχισε κι ο τρόμος του μεγάλωσε, γιατί το δέρμα του άρχισε να σκίζεται, κι εκεί που πριν είχε μονάχα μια ολοστρόγγυλη κοιλίτσα άρχισε τώρα να βγάζει κάτι κλωστούλες σαν ποδαράκια, που χώνονταν μέσα στο χώμα, κι έναν κιτρινοπράσινο, μυτερό πραγματάκι στο κεφαλάκι, που ορθωνόταν προς τα πάνω κι αγωνιζόταν να βγει από τη χαραμάδα στο φως.
Ο τρόμος του όμως δεν κράτησε πολύ, γιατί θυμήθηκε κάτι ιστορίες που είχε ακούσει, όταν ήταν ακόμη στην κοιλιά της μάνας του, πως δηλαδή ειν’ έτσι τα σποράκια που γίνονται παπαρούνες. Αφέθηκε λοιπόν να μεγαλώσει, θρεμμένο απ’ το φιλόξενο χώμα, ώσπου ένα πρωί, θαρρώ πώς ήταν Μάης, μια παπαρούνα κατακόκκινη άνοιξε τα πέταλα της εκεί, στις πλάκες του πεζοδρομίου της μεγάλης λεωφόρου.
Φανταστείτε, αλήθεια, ένα τέτοιο λουλούδι, τόσο κόκκινο, τόσο γεμάτο αίμα, τόσο γεμάτο φως, πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου της γκρίζας πολιτείας, που ‘ναι φτιαγμένη από τσιμέντο, άσφαλτο και σίδερο. Φανταστείτε μια παπαρούνα στο πεζοδρόμιο της οδού Σταδίου. Κάτι τέτοιο. Σίγουρα, θα σκεφτόσαστε πως εκείνο τ’ ανοιξιάτικο πρωτινό έγινε κάτι σας επανάσταση στην πόλη, πως η συγκοινωνία σταμάτησε, πως τα γκρίζα κτίρια άδειασαν κι οι άνθρωποι έτρεξαν κατά χιλιάδες να μαζευτούνε γύρω απ’ την παπαρούνα, με το στόμα ανοιχτό μια πήχη, με τα μάτια βουρκωμένα απ’ τη χαρά για το θαύμα, πως οι πίσω που δεν βλέπανε, φώναζαν στους μπρος «στην άκρη, να δούμε, κι εμείς», πως χρειάστηκε να επέμβει η αστυνομία για την αποκατάσταση της τάξης, που τελικά δεν αποκαταστάθηκε, γιατί ακόμα και οι κρανοφόροι, όταν πλησίασαν, ανοίξανε κι αυτοί μια πήχη στόμα, και τα κλομπς τους πέσαν απ’ τα χέρια και βγάλανε τα κράνη τους, γιατί δεν χώραγαν πια τα κεφάλια τους, πως οι γυναίκες, μη βλέποντας τους άντρες να γυρίζουνε το μεσημέρι σπίτι, αφήσαν το φαί να ψήνεται και πεταχτήκανε να δούνε τι συμβαίνει και μείνανε κι αυτές εκεί, ξεχνώντας τα φαγιά να καίγονται επάνω στη φωτιά…
Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε. Οι άνθρωποι της πολιτείας ήταν κι αυτοί από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο και στο μέρος της καρδιάς είχανε μια πλαστική σακούλα. Περνούσανε, λοιπόν, πλάι απ’ την παπαρούνα, σαν να μην είχε τίποτα συμβεί, γιατί, όσο κι αν φαίνεται τρελό, οι άνθρωποι της πολιτείας κοιτούσαν μα δεν βλέπανε.
Παράξενο πράγμα όμως, ενώ όλοι τους βαδίζαν στα τυφλά, κανένας δεν την πάτησε, λες κι είχε σηκωθεί επάνω της αόρατο περίφραγμα, για να την προστατέψει απ’ όλες αυτές τις στρατιές πελμάτων που την απειλούσαν με ισοπέδωση κι έτσι να συνεχίσει να υπάρχει η ομορφιά στη μέση της ασκήμιας, κι ας ήταν αόρατη, μια που κανένας δεν την έβλεπε, κι ας μην ήτανε παρηγοριά για κανέναν, μια που κανένας δεν την αποζητούσε.
Έτσι προφυλαγμένη, έζησε τις μέρες της ζωής της και, όταν ήρθε η ώρα της, πέσανε κι αυτηνής τα πέταλά της, κι αργότερα από την ξερή κοιλιά της πήδησαν πάνω στο πεζοδρόμιο τα μαύρα ελάχιστα παιδιά της, κι ένας αέρας, ανακατεμένος με εξατμίσεις αυτοκινήτων, ήρθε και τα σάρωσε από ‘κει και τα ‘σπειρε πάνω στην άσφαλτο, και με την πρώτη βροχή τελειώσαν όλα μες στους υπονόμους. Όλα, εκτός από ένα, το πιο μικρό, το πιο ελαφρύ, που ο αέρας το ‘φερε και τ’ άφησε στη στέγη ενός σπιτιού, που ‘χαν ξεχάσει να το γκρεμίσουν κι είχε ακόμα κεραμίδια. Εκεί, στα κεραμίδια ανάμεσα, σε μια γωνιά που ‘χε μαζέψει σκόνη μπόλικη και μούσκλα απ’ τη βροχή, κούρνιασε το σποράκι και, την άλλη άνοιξη, φύτρωσε κι έδωσε μια παπαρούνα κατακόκκινη, που έζησε κι αυτή και πέθανε ωραία κι αγνοημένη.
Η ιστορία θα ‘πρεπε να τελειώνει εδώ, γιατί που αλλού θα μπορούσε να πάει το επόμενο σποράκι; Ε, λοιπόν, δεν είναι έτσι, η ιστορία δεν τελειώνει εδώ (κι ίσως να μην τελειώνει και ποτέ) γιατί, την άλλη άνοιξη, μια παπαρούνα άνθισε επάνω σ’ ένα συννεφάκι…
Επιμύθιο Ι: Αν δεν σηκώνετε, πότε πότε, το βλέμμα σας στον ουρανό, υπάρχει κίνδυνος να χάσετε θαύματα που συμβαίνουν εκεί πάνω.
Επιμύθιο ΙΙ: Αν περπατάτε κοιτώντας συνεχεία ψηλά, υπάρχει κίνδυνος να πατήσετε κάποια παπαρούνα που θάλλει στο πεζοδρόμιό σας.



Αργύρης Χιόνης

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013