Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


Συμφωνία αρ. 1 
[αποσπάσματα]


Ύστερα είδαμε πως δεν ήτανε πρόσωπα
μα οι σιωπηλές χειρονομίες του ηλιοβασιλέματος…
σαν ένας θεός που τον ξέχασαν κι από το βάθος του χρόνου
καλούσε βοήθεια.

O ουρανός αμίλητος και σταχτής
το ίδιο αδιάφορος και για τους νικητές και για τους νικημένους.
Eίδες ποτέ σου μες στα μάτια των νικημένων στρατιωτών
την πικρή θέληση να ζήσουν!

Η δυστυχία σε κάνει πάντα να αναβάλλεις – έφυγε η ζωή.
οι φίλοι είχαν χαθεί
κι οι εχθροί ήταν μικρόψυχοι για να μπορείς να τρέφεσαι απ’ το μίσος σου…

…και τα μάτια σου βουρκώνουν, θαμπωμένα ξαφνικά
από τους παλιούς λησμονημένους θεούς και τις παντοδύναμες
παιδικές ευπιστίες…

Πάνω στα υγρά τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν το γέλιο
των αγέννητων παιδιών…
και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.

Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.

Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν από τη στιγμή
που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων.

Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι
γίνονται οι πιο καλοί επαναστάτες.

Και μένουμε ανυπεράσπιστοι ξαφνικά, σαν ένα νικητή
μπροστά στο θάνατο
ή ένα νικημένον αντίκρυ στην αιωνιότητα…

Mεγάλες λέξεις δε λέγαν πια τίποτα και τις πετούσαν στους
οχετούς.

Α, εσύ δεν είδες ποτέ το ίδιο το χέρι σου να σε σημαδεύει αλύπητα
απ’ το βάθος των περασμένων.

…Θέ μου πόσο ήταν όμορφη
σαν ένα φωτισμένο δέντρο μια παλιά νύχτα των Χριστουγέννων…

Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.

Μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν τό χαμόγελό σου…

Η πλατεία θα μείνει έρημη
σα μια ζωή που όλα τάδωσε, κι όταν ζήτησε κι αυτή
λίγη επιείκεια
της την αρνήθηκαν.

Χωρίς όνειρα να μας ξεγελάσουνε και δίχως φίλους πια
να μας προδώσουν…

Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουνε
μια θέση
στη ζωή των άλλων.
Ή
ένα θάνατο
για τη ζωή των άλλων…

Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

KETIL BJORNSTAD - Prelude 13

IF - RUDYARD KIPLING


IF
Rudyard Kipling

If you can keep your head when all about you
Are losing theirs and blaming it on you;
If you can trust yourself when all men doubt you,
But make allowance for their doubting too:
If you can wait and not be tired by waiting,
Or, being lied about, don't deal in lies,
Or being hated don't give way to hating,
And yet don't look too good, nor talk too wise;

If you can dream---and not make dreams your master;
If you can think---and not make thoughts your aim,
If you can meet with Triumph and Disaster
And treat those two impostors just the same:.
If you can bear to hear the truth you've spoken
Twisted by knaves to make a trap for fools,
Or watch the things you gave your life to, broken,
And stoop and build'em up with worn-out tools;

If you can make one heap of all your winnings
And risk it on one turn of pitch-and-toss,
And lose, and start again at your beginnings,
And never breathe a word about your loss:
If you can force your heart and nerve and sinew
To serve your turn long after they are gone,
And so hold on when there is nothing in you
Except the Will which says to them: "Hold on!"

If you can talk with crowds and keep your virtue,
Or walk with Kings---nor lose the common touch,
If neither foes nor loving friends can hurt you,
If all men count with you, but none too much:
If you can fill the unforgiving minute
With sixty seconds' worth of distance run,
Yours is the Earth and everything that's in it,
And---which is more---you'll be a Man, my son!


ΑΝ
του Rudyard Kipling
Μτφ. Νίκου Καρβούνη

Αν να κρατάς καλά μπορείς
το λογικό σου, όταν τριγύρω σου όλοι
τάχουν χαμένα και σ' εσέ
της ταραχής των ρίχνουν την αιτία.

Αν να εμπιστεύεσαι μπορείς
τον ίδιο τον εαυτό σου, όταν ο κόσμος
δεν σε πιστεύει κι αν μπορείς
να του σχωρνάς αυτή τη δυσπιστία.

Να περιμένεις αν μπορείς
δίχως να χάνεις την υπομονή σου.
Κι αν άλλοι σε συκοφαντούν,
να μην καταδεχθείς ποτέ το ψέμα,
κι αν σε μισούν, εσύ ποτέ
σε μίσος ταπεινό να μην ξεπέσεις,
μα να μην κάνεις τον καλό
ή τον πολύ σοφό στα λόγια.

Αν να ονειρεύεσαι μπορείς,
και να μην είσαι δούλος των ονείρων
αν να στοχάζεσαι μπορείς,
δίχως να γίνει ο στοχασμός σκοπός σου,
αν ν’ αντικρίζεις σου βαστά
το θρίαμβο και τη συμφορά παρόμοια
κι όμοια να φέρνεσαι σ’ αυτούς
τους δυο τυραννικούς απατεώνες,
αν σου βαστά η ψυχή ν’ ακούς
όποιαν αλήθεια εσύ είχες ειπωμένη,
παραλλαγμένη απ’ τους κακούς,
για νάναι για τους άμυαλους παγίδα,
ή συντριμμένα να θωρείς
όσα σου έχουν ρουφήξει τη ζωή σου
και πάλι να ξαναρχινάς
να χτίζεις μ’ εργαλεία πούναι φθαρμένα.

Αν όσα απόχτησες μπορείς
σ' ένα σωρό μαζί να τα μαζέψεις
και δίχως φόβο, μονομιάς
κορόνα ή γράμματα όλα να τα παίξεις
και να τα χάσεις και απ’ αρχής,
ατράνταχτος να ξεκινήσεις πάλι
και να μη βγάλεις και μιλιά
ποτέ γι’ αυτόν τον ξαφνικό χαμό σου.

Αν νεύρα και καρδιά μπορείς
και σπλάχνα και μυαλό και όλα να τα
σφίξεις
να σε δουλέψουν ξαναρχής,
κι ας είναι από πολύ καιρό σωσμένα
και να κρατιέσαι πάντα ορθός,
όταν δε σούχει τίποτε απομείνει
παρά μονάχα η θέληση,
κράζοντας σ’ όλα αυτά: «ΒΑΣΤΑΤΕ».

Αν με τα πλήθη να μιλάς
μπορείς και να κρατάς την αρετή σου,
με βασιλιάδες να γυρνάς
δίχως απ’ τους μικρούς να ξεμακρύνεις.
Αν μήτε φίλοι, μήτ’ εχθροί
μπορούνε πια ποτέ να πειράξουν,
όλο τον κόσμο αν αγαπάς,
μα και ποτέ πάρα πολύ κανένα.

Αν του θυμού σου τις στιγμές
που φαίνεται αδυσώπητη η ψυχή σου,
μπορείς ν’ αφήσεις να διαβούν
την πρώτη ξαναβρίσκοντας γαλήνη,
δική σου θάναι τότε η Γη,
μ’ όσα και μ’ ότι απάνω της κι αν έχει
και κάτι ακόμα πιο πολύ:
Άνδρας αληθινός θάσαι παιδί μου.





















Όταν ο Βάρναλης παρωδούσε τον Κίπλινγκ

ΑΝ
του Rudyard Kipling
Μτφ. Κώστα Βάρναλη

Αν ημπορείς την παλαβή να κάνεις, όταν οι άλλοι
σου κάνουνε το γνωστικό κι όλοι σε λένε φταίχτη,
αν δεν πιστεύεις τίποτα κι άλλοι δε σε πιστεύουν,
αν σχωρνάς όλα τα δικά σου, τίποτα των άλλων,
κι αν το κακό που πας να κάνεις, δεν το αναβάλλεις,
κι αν όσα ψέματα σου λεν με πιότερα απανταίνεις,
κι αν να μισείς ευφραίνεσαι κι όσους δε σε μισούνε
κι αν πάντα τον πολύξερο και τον καλόνε κάνεις.

Αν περπατάς με την κοιλιά κι ονείρατα δεν κάνεις
κι αν να στοχάζεσαι μπορείς μονάχα το ιντερέσο,
το νικημένο αν παρατάς και πάντα διπλαρώνεις
το νικητή, μα και τους δυο ξετσίπωτα προδίνεις,
αν ό,τι γράφεις κι ό,τι λες, το ξαναλέν κ' οι άλλοι
γι' αληθινό- να παγιδεύουν τον κουτό κοσμάκη,
αν λόγια κ' έργα σου καπνόν ο δυνατός αέρας
τα διαβολοσκορπά και συ ξαναμολάς καινούριον.

Αν όσα κέρδισες μπορείς να τα πληθαίνεις πάντα
και την πατρίδα σου κορώνα γράμματα να παίζεις,
κι αν να πλερώνεις την πεντάρα που χρωστάς αρνιέσαι
και μόνο να πληρώνεσαι σωστό και δίκιο το ' χεις,
αν η καρδιά, τα νεύρα σου κι ο νους σου εν αμαρτίαις
γεράσανε κι όμως εσύ τα στύβεις ν' αποδίδουν,
αν στέκεις πάντα δίβουλος και πάντα σου σκυμμένος
κι αν όταν φωνάζουν οι άλλοι «εμπρός»! εσύ φωνάζεις «πίσω»!

Αν στην πλεμπάγια να μιλάει αρνιέται η αρετή σου
κι όταν ζυγώνεις δυνατούς, στα δυο λυγάς τη μέση
κι αν μήτε φίλους μήτε εχθρούς ποτέ σου λογαριάζεις
και κάνεις πως τους αγαπάς, αλλά ποτέ κανέναν,
αν δεν αφήνεις ευκαιρία κάπου να κακοβάνεις
και μόνο, αν κάνεις το κακό, η ψυχή σου γαληνεύει,
δικιά σου θα 'ναι τούτ' η Γης μ' όλα τα κάλλη πού χει

κ' έξοχος θα 'σαι Κύριος, αλλ' Άνθρωπος δε θα 'σαι.



ΑΝ
του Rudyard Kipling
Μτφ. . Δημήτρης Χουλιαράκης

Αν να κρατάς μπορείς
το λογικό σου
όταν γύρω σου όλοι
το 'χουνε χαμένο
και ρίχνουνε γι' αυτό
το φταίξιμο σε σένα,

Αν να εμπιστεύεσαι μπορείς
τον εαυτό σου
όταν για σένα αμφιβάλλουν όλοι,
αλλά να βρίσκεις ελαφρυντικά ακόμα
και για την αμφιβολία τους αυτή,

Αν να προσμένεις
το μπορείς δίχως από την προσμονή
ετούτη ν' αποσταίνεις

ή Αν και σε συκοφαντούν
εσύ να μη βυθίζεσαι στο ψέμα,

ή Αν και σε μισούν
το μίσος μέσα σου
να μην αφήσεις να φουντώνει,

κι ωστόσο να μη δείχνεσαι
πάρα πολύ καλός
κι ούτε με πάρα πολύ σοφία
να μιλάς,

Αν να ονειρεύεσαι μπορείς
δίχως το όνειρο να κάνεις δάσκαλό σου,

Αν να στοχάζεσαι μπορείς
δίχως να κάνεις
το στοχασμό σκοπό σου,

Αν το μπορείς το Θρίαμβο
και την Καταστροφή να αντικρίσεις
και σε αυτούς τους δυο αγύρτες
όμοια να φερθείς,

Αν να ακούς αντέχεις την αλήθεια
που εσύ είχες ειπωμένη
από πανούργους νοθεμένη
ώστε παγίδα για τους άμυαλους να γίνει,

ή να θωρείς όλα αυτά
οπού 'χεις τη ζωή σου αφιερώσει, τσακισμένα,
και πάλι ν' αρχινάς
να τα στυλώνεις με εργαλεία φαγωμένα,

Αν να στοιβάζεις το μπορείς
σ' ένα σωρό όλα εκείνα
που 'χεις κερδισμένα
Και όλα να τα παίξεις
κορόνα γράμματα μεμιάς,

και να τα χάσεις,
και κείθε που είχες ξεκινήσει
πάλι ν' αρχινήσεις
κι ούτε ποτέ μιλιά
για όσα έχασες να βγάλεις,

Αν το μπορείς
καρδιά και νεύρα
και μυώνες ν' αναγκάσεις
πάλι να σου δουλέψουνε
κι ας είναι από καιρό αφανισμένα,
κι έτσι ολόρθος να κρατιέσαι
μόλο που τίποτα
δεν έχει μέσα σου απομείνει
εξόν από τη θέληση
που τους μηνά : "Βαστάτε"

Αν να μιλάς μπορείς με το λαό
κι ωστόσο να κρατάς την αρετή σου,

με βασιλιάδες όντας
μη χάνοντας το απλό το φέρσιμό σου,

Αν μήτε εχθροί μήτε και φίλοι ακριβοί
μπορούν να σε πληγώσουν,

Αν όλοι οι άνθρωποι σε λογαριάζουν,
όμως πάρα πολύ κανένας,

Αν το μπορείς την ώρα
που ο θυμός σου θέλει να ξεσπάσει
να κρατηθείς νηφάλιος
και την γαλήνη σου υην πρώτη
να ξανάβρεις,

δικιά σου τότε θα 'ναι η Γη
κι όλα εκείνα που κατέχει,
και -ο,τι αξίζει πιο πολύ-
Άντρας σωστός
τότε θε να 'σαι, γιέ μου !

Εκδόσεις Καστανιώτη, Μάιος 1993

"ΚΙΠΛΙΝΓΚ ΑΝ..." εικονογράφηση της Φλώρας Καρίντζη

Πηγή: εδώ

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

YEVGENY YEVTUSHENKO













Με ευπρέπεια

Με ευπρέπεια. Το κυριότερο, να δέχεσαι
με ευπρέπεια όποιους καιρούς και να 'ρθουν,
όταν λιμνάζουν οι εποχές
ή συνταράζονται μέχρι το βάθος.

Με ευπρέπεια, το κυριότερο, με ευπρέπεια
έτσι ώστε 'κείνοι που μοιράζουνε τις χάρες
να μη σε οδηγήσουνε στο σταύλο
και σου βουλώσουν με άχυρα το στόμα.

Ο φόβος των καιρών φέρνει την πτώση.
Σε δειλία μη ξοδεύεις την ψυχή σου
παρά για το χαμό προετοιμάσου
του κάθε τι που τρέμεις μη το χάσεις.

Αν γύρω σου η καταστροφή ακραία
τόσο ακραία που δεν μπορούσες να προβλέψεις
θυμήσου εκείνο που μουρμούρισες μια μέρα:
"Κι αυτό ακόμα πρέπει να τ' αντέξω".

Μετάφραση: Λεία Χατζοπούλου-Καραβία

Πηγή: Πανδώρα (περιοδική έκδοση λογοτεχνίας, 11ος χρόνος), σ.10


listen to the poem! just click HERE

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ


Τα μάτια σου είναι
Που λογαριάζουν και λογαριάζονται
με τ' άπειρο
Στο χρώμα τ’ουρανού
την ώρα που χαράζει

Τα μάτια σου είναι
Στήνουνε μαγικό χορό
Σταγόνες λαμπερές, 
δάκρυ πολύτιμο

Γλιστράει
στο κοίλωμα των φύλλων μου

Έρχονται

Φεύγουν

Τα μάτια σου

Να τα πιστέψω;
Να τ’ απαρνηθώ;

Να γίνω αυτά και στην ψυχή μου
να χαθώ
μια χαρακιά
Αίμα η ζωή
Κόκκινο
Ζεστό

Θα γίνω αυτά και στην ψυχή μου
θα χαθώ

Τα μάτια σου
Που λογαριάζουν και λογαριάζονται 
με τ' άπειρο 
την ώρα που χαράζει

©Silena, 24/9/2013 

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

WHEN I GET FAMOUS!!!



There's diamonds hiding in my hands
They're gonna cut through the windows
Ain't no one messing with my plans
Right now my star is in limbo
Sit back and watch my scrawny frame
Invade your feelings
All the years you caused me pain
I've got some wounds that need healing

Well you were just too damn aloof
Wearing your Morrissey t-shirt
The kind of girl that's born for youth
Well that's a blessing and some curse
I tell you son beware of those
Who peak too early
Cause all that magic can't be froze
And now it's you who ain't worthy

So baby when I get famous
Everybody's gonna see
Oh oh oh
You never really knew me

Does it make sense to simplify
Now we're knotted in riddles
But I don't care, do you know why
The girls are falling like skittles
Whoever said you needed rights
To tame your beauty
I'll say goodbye to lonely nights
Girls form an orderly queue please

So baby when I get famous
Everybody's gonna see
Oh oh oh
You never really knew me

So given knowledge, given time
I'd take us out of recession
I'd tell the world that all was fine
And that there freedom's a blessing
Cause when I'm looking from the top
You'll all seem smaller
Ain't that what all us humans want?
To stand that little bit taller

So baby when I get famous
Everybody's gonna see
Oh oh oh

You never really knew me

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

RAINER MARIA RILKE















Rainer Maria Rilke's portrait by Lou Albert Lasard


Ο ΚΥΚΝΟΣ


Ο μόχθος τούτος, μέσα απ' ό,τι δεν έγινεν ακόμη,
βαρύς και σα δεμένος να πηγαίνεις,
με του κύκνου το άπλαστο βήμα μοιάζει.

Κι ο Θάνατος, τούτο το ασύλληπτο ακόμη
κάθε αιτίας, που πάνω του στεκόμαστε καθημερινά,
στο φοβισμένο χαμήλωμά του μοιάζει:

στα νερά πάνω, που τον δέχονται γαλήνια,
και που, σαν μακάρια και σαν περασμένα,
κάτω του κύμα το κύμα, αποτραβιούνται'
ενώ αυτός, άπειρα βέβαιος, άπειρα γαλήνιος,
πάντα πιο γνωστικός και πιο βασιλικός
και πιο ατάραχος, καταδέχεται να φεύγει.


Μτφρ. Άρης Δικταίος


Ευχαριστώ πολύ τον Ανώνυμο που μου έστειλε την μετάφραση του ποιήματος η οποία όπως κατέληξα έπειτα από έρευνα είναι του Άρη Δικταίου (και όχι του Άρη Αλεξάνδρου). Τον παρακαλώ πολύ οι όποιες αντιπαραθέσεις έχει με άλλους σχολιαστές των αναρτήσεών μου, να λαμβάνουν χώρα εκτός του ιστολογίου μου.



Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

L' enfer ou L' amour
©Silena



 (Αναδημοσίευση από το ηλεκτρονικό περιοδικό ΣΤΑΧΤΕΣ)

«Όσο για τα ποιήματα, μες στα κουβάρια των χαρτιών…»

ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΚΑΤΙ ΤΟ ΤΟΠΙΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ, τυφλών τοπία, που μόνο ψαύοντας τ’ ανακαλύπτεις. Με μάτια ανοιχτά, τρόπος για να δεις κανένας δεν υπάρχει, γιατί ‘ναι μυστικά τοπία και το φως κρατούν μακριά απ’ την περιοχή τους. Μονάχα ψαύοντας μπορείς να τα χαρείς ή, μάλλον, ένα μέρος τους μονάχα να χαρείς μπορείς, γιατί ‘ναι απέραντα τοπία, μυστικά, εσωτικά τυφλών τοπία.

***

ΤΟΠΙΑ ΜΑΓΙΚΑ που, χαραγμένα στο ταβάνι, η όραση τα βρίσκει και τα χάνει. Της μοναξιάς τοπία, τυλιγμένα στην ομίχλη απανωτών τσιγάρων, μόνον εν κατακλίσει ορατά, τοπία στοργικά που παρεμβάλλονται ανάμεσα στην τόσο φοβερά παρούσα γη και τον απαίσια απόντα ουρανό.

***

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΟΥΡΑΝΟΣ ΑΥΤΟΣ, είν’ ένα γαιοβάμον σκότος που μας πνίγει.

***

ΑΥΤΟΣ Ο ΦΑΝΟΣΤΑΤΗΣ στη γωνία, μες στη βροχή, μες στην απόλυτη των δρόμων ερημία, το μόνο πράγμα που φωτίζει είναι η βροχή που, μες στο φωτεινό του κύκλο, ασημένιο παραπέτασμα φαντάζει. Φαντάζομαι ότι αυτό το νιώθει κι η βροχή και θα μας πνίξει απόψε πάλι, από απλή φιλαρέσκεια.

***

ΑΝ ΟΠΩΣ ΛΕΝΕ, ΤΟ ΧΑΡΤΙ ΦΤΙΑΧΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΞΥΛΟ, ετούτο το δωμάτιο, που γέμισε χαρτιά κουβαριασμένα, ειν’ ένα τσαλακωμένο δάσος κι η γάτα που πλανιέται μέσα του, ερεθισμένη απ’ τους τριγμούς του, είναι μια τίγρη σ’ αναζήτηση θηράματος
    Όσο για τα ποιήματα, μες στα κουβάρια των χαρτιών, είναι πουλιά που πέθαναν πριν μάθουν να πετάνε.

***

Από τη συλλογή «Εσωτικά τοπία», εκδόσεις Νεφέλη

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

FEDERICO GARCIA LORCA












Pablo Picasso, Guernica


Federico García Lorca
Θάνατος του Αντόνιο Τόρρες Χερέντια

Ξάφνου στον ποταμό από πέρα
φωνές ξέσκισαν τον αέρα

Ωσάν του κάπρου δαγκωνιές
έμπηγε στα ποδήματα
χίμαγε κι έκανε βουτιές
και δελφινιού πηδήματα

Η τραχηλιά του η κρεμεζιά
μούσκεψε μες στα αίματα
μα οι κάμες ήταν έξι
δεν μπόρειε πια ν' αντέξει

Αχ Αντονίτο ελ Καμπορίο
φεγγαρομελαψέ μου
κι αντρογαρούφαλέ μου
αχ Αντονίτο ελ Καμπορίο
π' άξιζες μια Βασίλισσα
μνημόνεψε την Παναγιά
τι τώρα θα σε φάει το κρύο
τι τώρα θα πεθάνεις πια

Στην άκρη εκεί του ποταμού
τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του
κι ανάγειρε την κεφαλή
με τα σφιγμένα χείλη

Μα τότε πια καμιά φωνή
μόνο φωτίστη ο ουρανός
κι άγγελος βεργολυγερός
ήρθε και τ' άναψε καντήλι.


Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης

FULL MOON

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

MIRROR

ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ















Rain Forest, by Silena


ΠΛΑΝΑ

Σε πρώτο πλάνο υπάρχει μια ερημιά
γεμάτη χρώματα στολίδια ραντεβού και μίση
στο δεύτερο η αγάπη
στο τρίτο πάλι μια ερημιά και βουτηγμένη τώρα σε πηχτό σκοτάδι
στο τέταρτο πάλι η αγάπη τώρα τυφλή και μεθυσμένη
στο πέμπτο πάλι μια ερημιά μαύρη και στάζει αίμα
στο έκτο ούτε ερημιά ούτε αγάπη με ή χωρίς φως ή σκοτάδι
στο έκτο μεταμεσονύκτιος δρόμος καλοκαιρινός
και ένας άντρας βιαστικός καπνίζοντας τον διασχίζει
η νύχτα λάμπει σαν ημέρα και μονάχα το γλυκό αεράκι
δροσίζει τα καμένα φύλλα της καρδιάς του...

Το ποίημα ανήκει στη συλλογή ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ [1966-1982],
εδώ από την συγκεντρωτική έκδοση ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ [1957-1983] από τις εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, ΑΘΗΝΑ 1995

HEITOR VILLA - LOBOS Poema Singelo

Καλημέρα και καλή εβδομάδα

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
(αναδημοσίευση από VakxikonBog)

ΠΟΣΟ ΓΑΛΑΖΙΟ, σκέφτομαι, σπατάλησες για να ξεφύγω
το αίμα στις φλέβες μου; Τώρα φοβάμαι
αυτόν ψεύτικο ουρανό κι αυτόν τον ψεύτικο ήλιο.
Μια φυλλωσιά και λίγο φως θ’ αρκούσε.
Μια φυλλωσιά και λίγο φως. Ό,τι ίσως περίσσευε
απ’ όλο αυτό το κόκκινο στις φλέβες μου
που ακόμη δεν μπορώ να το ξεφύγω.

*

ΣΤΕΚΕΣΑΙ ΑΣΚΟΠΑ, εμποδίζεις μιαν ομίχλη
ακόμη πιο άσκοπη: σχεδόν σιωπή ξεπαγιασμένη
σε λόγια που προσπάθησαν να ζεσταθούν
με μια αγκαλιά υγρή απελπισία.
Είμαι η ρίζα σου, κρυώνω
άσκοπα μέσα μου κι η νύχτα τριγυρίζει
με δύσβατα όνειρα κι απόκρημνους ψιθύρους,
τα σκοτεινά φυλλώματά σου.

*

ΑΝ μιαν ώρα από κείνες που ανήκουν
το ίδιο στον θάνατο και στην ελευθερία,
δραπέτευες πού θα κατέφευγες; Μπροστά εγώ
αναίτιος σαν βράχος. Πίσω εγώ
απρονόητος σαν νερό. Γύρω η ζωή
σαν αλάτι σε πληγή.
Και φως, ω, πόσο φως η φυλακή σου.

*

ΚΑΠΟΤΕ ΚΑΠΟΤΕ νομίζω πως το χώμα έχει το χρώμα των μαλλιών μου.
Δεν σκέφτομαι τον θάνατο και ούτε γέρασα ακόμη
τόσο βαθιά. Μαύρα μαλλιά το χώμα, ρίζες σκοτεινές
αρπάζουν, σφίγγουν, καρτερούν μια χαίτη που γεννήθηκε νωθρή,
αλλ’ ονειρεύεται συχνά τον άνεμο στην πέτρινη καρδιά της.
Ύστερα έρχεται όλο το πράσινο της απόγνωσης.
Λαχανιάζει προς τα πάνω μια γαλήνη απίστευτα βαθιά.
Έκανες τα χορτάρια να είναι σαν τα μαλλιά.

Σκέφτομαι συνέχεια τον θάνατο: γερνάω τόσο βαθιά, τόσο βαθιά.


Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

RAINER MARIA RILKE


Sandro Botticelli

El nacimiento de Venus-Afrodita


Rainer Maria Rilke
Από τα Νέα ποιήματα ( Neue Gedichte)

Απόδοση από τα γερμανικά: Δ. Λιαντίνης

GEBURT DER VENUS

An diesem Morgen nach der Nacht, die bang

vergangen war mit Rufen, Unruh, Aufruhr,-

brach alles Meer noch einmal auf und schrie.

Und als der Schrei sich langsam wieder schloss

und von der Himmel blassem Tag und Anfang

herabfiel in der stummen Fische Abgrund-:

gebar das Meer.


Von erster Sonne schimmerte der Haarschaum

der weiten Wogenscham, an deren Rand

das Mädchen aufstand, weiss, verwirrt und feucht.

So wie ein junges grünes Blatt sich rührt,

sich reckt und Eingerolltes langsam auf schlägt,

entfaltete ihr Leib sich in die Kühle

hinein und den unberührten Früwind.


Wie Monde stiegen klar die Knie auf

und tauchten in der Schenkel Wolkenränder;

der Waden schmaler Schatten wich zurück,

die Füsse spannten sich und wurden licht,

und die Gelenke lebten wie die Kehlen

von Trinkenden.


Und in dem Kelch des Beckens lag der Leib

wie eine junge Frucht in eines Kindes Hand.

In seines Nabels engem Becher war

das ganze Dunkel dieses hellen Lebens.

Darunter hob sich licht die kleine Welle

und floss beständig über den Lenden,

wo dann und wann ein stilles Rieseln war.

Durchschienen aber und noch ohne Schatten,

wie ein Bestand von Birken im April,

warm, leer und unverborgen lag die Scham.


Jetzt stand der Schultern rege Wage schon

im Gleichgewichte auf dem graden Körper,

der aus dem Becken wie ein Springbrun aufstieg

und zögernd in den langen Armen abfiel

und rascher in dem vollen Fall des Haars.


Dann ging sehr langsam das Gesicht vorbei:

aus den verkürzten Dunkel seiner Neigung

in klares, wagrechtes Erhobensein.

Und hinter ihm verschloss sich steil das Kinn.


Jetzt, da der Hals gestreckt war wie ein Strahl

und wie en Blumenstiel, darin der Saft steigt,

streckten sich auch die Arme aus wie Hälse

von Schwänen, wenn sie nach dem Ufer suchen.


Dann kam in dieses leibes dunkle Frühe

wie Morgenwind der erste Atemzug.


Im zartesten Geäst der Aderbäume

entstand ein Flüstern, und das Blut began

zu rauschen über seinen tiefen Stellen.

Und dieser Wind wuchs an: nun warf er sich

mit allem Atem in die neuen Brüste

und füllte sie und drückte sich in sie,-

dass sie wie Segel, von der Ferne voll,

das leichte Mädchen nach dem Strande drängten.


So landete die Göttin.


Hinter ihr,

die rasch dahinschritt durch die jungen Ufer,

erhoben sich den ganzen Vormittag

die Blumen und die Halme,warm, verwirrt

wie aus Umarmung. Und sie ging und lief.


Am Mittag aber, in der schwersten Stunde,

hob sich das Meer noch einmal auf und warf

einen Delphin an jene selbe Stelle.

Tot, rot und offen.



Απόδοση από τα γερμανικά: Δ. Λιαντίνης

ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ


Εκείνο το πρωί

Ύστερα από μια νύχτα γιομάτη αντάρα καλέσματα και ταραχή

για μια ακόμη φορά ανέβηκε το πέλαγο στην κορυφή

και βόγγηξε.

Κι όταν αργά η κραυγή καταλάγιασε πάλι

βουλιάζοντας μέσα στην άβυσσο τη βουβή

η θάλασσα γέννησε.


Στον ήλιο τον πρώτο λαμποκόπησε ο αφρός της κόμης

και το κορίτσι υψώθηκε στην ούγια των γλαυκών

κυμάτων,

κατάλευκο αμήχανο και υγρό.

Έτσι σαν ένα πράσινο φύλλο ανάδεψε,

τεντώθηκε και καμπυλώνοντας σε μια πρόκληση

νωχελική ξεδίπλωσε το σώμα του

μέσα στο δροσάτο αγέρι της αυγής.


Καθαρά ξεπρόβαλλαν τα γόνατα,

δυο φεγγάρια ανεβασμένα από τα δαχτυλιδωτά σύγνεφα

των μηρών.

Οι κνήμες υποχώρησαν μέσα σε ίσκιους αχνούς.

Και οι αρμοί του πήραν να ζωντανεύουν

όπως το λαρύγγι του πότη.


Και το σώμα έγειρε ανάγερτο στο γύρο ποτηριού

όπως ο νέος καρπός σ’ ενού παιδιού τα χέρια.

Η μικρή δαχτυλήθρα του αφαλού

φύλαγε όλο το σκοτάδι εκείνου του ολόφωτου σώματος.

Πιο κάτου κύμα μικρό σηκώθη αχνογελόχαρο

κύλησε σίγουρο και κύκλωσε τα ισχία

όπου ένα ήσυχο κελάρυσμα θρόιζε.

Διάφανο όμως και χωρίς ίσκιους ακόμη

σαν το απόσταγμα από σημύδες του Απρίλη

πρόβαλε το αιδοίο

άδειο, ζεστό και αναμένοντας.


Τώρα οι ώμοι ζυγαριάστηκαν τέλεια

πάνω στο λυγερό κορμί.

Από το δοχείο του θηλυκού σαν συντριβάνι

τινάχτηκε ο ρυθμός

και γκρεμίζονταν τρέμοντας

στους καταρράχτες των μαλλιών

και στα μακρυά ωραία χέρια.


Ύστερα αργά – αργά προσπέρασε η όψη της.

Η θηλυκάδα, ακατανίκητη ροπή,

έγινε αδιόρατη μες στο σκοτάδι

και ετελείωνε ήρεμα στο θεληματικό της πηγούνι.


Τώρα ο λαιμός άστραψε όπως αχτίνα,

και μέσαθέ του ανεβήκαν οι χυμοί

όπως στο ύπερο του λουλουδιού.

Σύγκαιρα τεντώθηκαν οι δύο βραχίονες,

κύκνων λαιμοί

όταν πλένε κατά την όχθη.


Και τότε σ’ εκείνου του σώματος το σκοτεινό

ξύπνημα εκίνησε σαν αύρα πρωινή

η πρώτη αναπνοή.


Τα κλαδιά των φλεβών σχημάτισαν ψιθυρίζοντας

ένα δέντρο τρυφερό.

Και το αίμα άρχισε να βουίζει

μέσα από το βαθύ μυχό του.

Και τούτος ο άνεμος αύξαινε.

τόσο που χύθηκε με όλη τη βία του

στα νέα στήθη.

Τα γέμισε και τα φούσκωσε σαν δυο πανιά

τεντωμένα από την προσδοκία του μακρυνού.

Και αλάφριο το κορίτσι το σπρώξανε στην στεριά.


Έτσι καταπλέοντας άραξε η θεά.



Πίσω της αναμεριάζοντας πλατιά προς την

καινούργια όχθη ανέβαιναν όλο το πρωινό

τα λουλούδια και τα καλάμια

βρυαρά μπερδεμένα και ανεβάσταγα

όπως οι αφές στο αγκάλιασμα.

Κι αυτή προχωρούσε να φτάσει.


Όμως το μεσημέρι, εκείνη την ώρα τη βαριά,

σηκώθηκε το πέλαγο μια ακόμη φορά

και στην ίδια εκείνη θέση που γέννησε τη θεά

ξέβρασε ένα δελφίνι

νεκρό, πορφυρό, και ανοιγμένο.


Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

PAUL ÉLUARD




PAUL ÉLUARD
ΙΔΑΝΙΚΟ ΚΟΡΜΙ

Κάτω απ' την απεραντοσύνη του ουρανού η θάλασσα μαζεύει τα
φτερά της
Στα λαγόνια του χαμογέλιου σου ένα στρατί ξεκινά από 'μένα

Ονειροπόλα ολόσαρκη φως ολόπυρο
Επιδείνωσε την ηδονή μου κατάργησε το απέραντο

Να διαλύσεις βιάσου και το όνειρό μου και το φως μου.

ΠΩΛ ΕΛΥΑΡ
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Μτφ. Ελένη Κόλλια
Εκδόσεις Ηριδανός
σελ. 43

*******************

και μία ακόμη μετάφραση του Γιώργου Κεντρωτή

ΙΔΑΝΙΚΟ ΚΟΡΜΙ

Κάτω απ’ τον ολάνοιχτο ουρανό τα φτερά της η θάλασσα κλείνει
Στου χαμόγελού σου τα πλευρά μιά στράτα ξεκινά από μένα

Ονειροδέσμια ολόσαρκη φως πασίφλογο
Την ηδονή μου δείνωσε μήκη πλάτη ακύρωσε σβήσε

Και να διαλύσεις βιάσου και τα όνειρά μου και την όψη μου

Μτφ: Γιώργος Κεντρωτής
πηγή: Αλωνάκι της ποίησης