Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

EDGAR ALLAN POE















οι νοσταλγοί
by ©Silena


ΟΝΕΙΡΟ ΜΕΣΑ Σ' ΟΝΕΙΡΟ

Το ύστερνό μου φίλημα στο μέτωπό σου πάρε
και άφησέ με, αγάπη μου, δυο λόγια να σου πω
Αλήθεια λες σαν όνειρο πως διάβηκε η ζωή μου
χωρίς κανένα ατέλειωτο και ξέμακρο σκοπό.

Μα αν η ελπίδα πέταξε σε μέρα ή σε νύχτα
εκεί με σκέπασε βουνό της δυστυχιάς μεγάλο
σου φαίνεται πως έχασα το πιο λίγο καλή μου
αφού η ζωή είναι όνειρο κρυμμένο μέσα σ' άλλο.

Στέκομαι σ' άγρια ακρογιαλιά που δέρνει το κύμα
κι άμμους χρυσούς στα χέρια μου σφιχτά σφιχτά κρατάω
τι λίγοι και πως χάνονται απ' τα κλειστά μου χέρια
ενώ εγώ σε δάκρυα ολόπικρα ξεσπάω.

Θεέ μου, είναι αδύνατο να σώσω μόνο έναν
από το κύμα που κυλά με θόρυβο μεγάλο;
Είναι όλα όσα βλέπουμε σ' αυτόν εδώ τον κόσμο
ένα όνειρο ατέλειωτο κρυμμένο μέσα σ' άλλο;

μετάφραση: Κώστας Ουράνης


Προσθέτω στην ανάρτηση μία μετάφραση, του Νίκου Προεστόπουλου
(Ανώνυμε σας ευχαριστώ πολύ για την πολύτιμη συμβολή σας!)


ΟΝΕΙΡΟ Σ' ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ

ΔΕΞΟΥ αυτό το φιλί στο μέτωπό σου.
Τώρα που ξεχωρίζουμε θα σου τ' ομολογήσω:
Δεν είχες άδικο να λες πως όλη μου η ζωή α εστάθηκ' ένα όνειρο.
Κι αν η ελπίδα επέταξε
μια νύχτα, είτε μια μέρα,
είτε σε μια οπτασία,
η μέσα στο άπειρο,
είναι γι' αυτό λιγότερο φευγάτη;
Ο,τι θωρούμε η φαινόμαστε, δεν είναι
παρά ένα όνειρο μέσα σε κάποιον όνειρο.

Στέκω μπροστά στη βουή του ακρογιαλιού
που το χτυπάει το κύμα,
και κλείνω μεσ' στη φούχτα μου
δέκα σπειριά μαλαματένιαν άμμο
δέκα σπειριά, όμως κι εκείνα ακόμα
πως γλιστράνε μεσ' απ' τα δάχτυλά μου
και χάνονται στην άβυσσο,
ενώ παίρνει με το κλάμα, ποταμός το κλάμα.
Θεέ μου! Δεν μπορώ, λοιπόν, να τα κρατήσω λιγάκι πιο σφιχτά;
Δεν μπορώ, θεέ μου να σώσω ουτ' ένα
από το κύμα τ' αδυσώπητο;
Ό,τι θωρούμε η φαινόμαστε, δεν είναι λοιπόν,
ένα όνειρο μέσα σε κάποιον όνειρο;

μετάφραση: Νίκος Προεστόπουλος


Και ακόμη μία εξαιρετική μετάφραση του Στρατή Φάβρου


ΟΝΕΙΡΟ ΜΕΣΑ Σ' ΟΝΕΙΡΟ

Στο μέτωπο σου αυτό μου το φιλί πετώ
Και στον από σένα τώρα χωρισμό
Τόσο άσε με να σου ομολογώ,
Δεν είναι λάθος, που με κατηγορείς
Ότι οι μέρες μου εν’ όνειρο ήταν ολοχρονίς;
Κι αν η ελπίδα χάθηκε μια μέρα
Σε μια νύχτα η στη μέρα,
Σε ένα όραμα ή στο πουθενά
Είναι λιγότερο χαμένη πια;
Γιατί ότι βλέπουμε ή μας φαίνεται
Όνειρο μέσα σ’ όνειρο είναι καθώς φαίνεται

Στέκω στη βουή καταμεσής
Μιας απ’ το κύμα δαρμένης ακτής
Και μες το χέρι μου κρατώ
Κόκκους άμμου χρυσής, όσους μπορώ
Λιγοστοί κι όμως πως γλιστρούν
Μέσα απ τα δάχτυλα μου, να χαθούν
Και καθώς οι λυγμοί μου ηχούν, καθώς οι λυγμοί μου ηχούν
Ω Θεέ μου, ας μπορούσα σφιχτά
Να τους αδράξω μιαν έστω φορά
Ω Θεέ μου, δεν μπορώ άραγε να σώσω ούτ’ ένα
Απ’ της ακτής το αλύπητο κύμα;
Είναι ότι βλέπουμε η μας φαίνεται
Όνειρο μέσα σ’ όνειρο, όπως μας φαίνεται;

Μετάφραση: Στρατής Φάβρος

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

RAYMOND QUENEAU



Φορολογικό

Ανέβηκα σ' ένα λεωφορείο γεμάτο φορολογούμενους, που έδιναν τα φορολογητέα τους χρήματα σ' έναν άλλο φορολογούμενο, που τους φορολογούσε δίνοντάς τους κάτι φορολογικά χαρτάκια, προκειμένου να έχουν το δικαίωμα του φορολογούμενου να συνεχίσουν το φορολογούμενο ταξίδι τους. Πάνω σ' αυτό το φορολογούμενο λεωφορείο, πρόσεξα ένα φορολογούμενο με μακρύ φορολογήσιμο λαιμό, που φορούσε πάνω στο αφορολόγητο κεφάλι του ένα καπέλο με πλεξούδα, που δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου σε κανένα φορολογούμενο. Στα ξαφνικά, ο εν λόγω φορολογούμενος στράφηκε προς το διπλανό του φορολογούμενο και, έχοντας τεκμήρια πως του φορολογούσε τα πόδια κάθε φορά που άλλοι φορολογούμενοι κατέβαιναν ή ανέβαιναν, του έκανε την εξής φορολογική δήλωση: «Ποιον πατάτε, κύριε φορομπήχτη; Είμαι κι εγώ φορολογούμενος πολίτης». Βλέποντας όμως πως κινδύνευε να πληρώσει φόρο αίματος, έγινε φοροφυγάς και πήγε να καθίσει σε μια φορολογούμενη καρέκλα.
Δυο φορολογικές μέρες αργότερα, τον ξαναείδα μπροστά στην Εφορία Σιδηροδρόμων. Ήταν μαζί μ' ένα φίλο του εφοριακό, που του 'δινε τις φορολογούμενες συμβουλές του για το πώς να συμβιβάσει το άνοιγμα του παλτού του.

Ραιημόν ΚΕΝΩ
ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΥΦΟΥΣ

Μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδ. ύψιλον/βιβλία
σελ. 41

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΪ



ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΪ
ΑΝΑΣΤΑΣΗ
Μτφ. Γεράσιμος Κυριακάτος
Εκδόσεις Γκοβόστη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Όσο κι αν πάσχιζαν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές, στοιβαγμένες σ’ εκείνο τον στενάχωρο τόπο να τον παραμορφώσουν, όσο κι αν τον είχαν βουλιάξει στην πέτρα για να μη φυτρώνει τίποτε πάνω στη γη συνθλίβοντας και το παραμικρό χορταράκι που ξεμυτούσε, όσο κι αν έπνιγαν τον αέρα στην αιθαλομίχλη του κάρβουνου και του πετρελαίου, όσο κι αν καταστρέφανε τα δέντρα και αποδιώχνανε όλα τα ζώα και τα πουλιά, τόσο περισσότερο η άνοιξη φανέρωνε το αιώνιο μεγαλείο της ακόμα και μέσα στην πόλη.
Ο ήλιος ζέσταινε τη φύση, η χλόη ζωντανεμένη φύτρωνε και καταπρασίνιζε το χώμα, όπου είχε ακόμη απομείνει, όχι μονάχα στα παρτέρια, μα κι ανάμεσα στις πλάκες των λιθόστρωτων λεωφόρων.
Οι σημύδες, οι λεύκες, οι αγριοκερασιές  ξετύλιγαν τα γυαλιστερά και μυρωδάτα φύλλα τους, στις φλαμουριές τα φουσκωμένα μπουμπούκια βιάζονταν να σκάσουν, οι κουρούνες τα σπουργίτια και τα περιστέρια ετοιμάζονταν γοργόφτερα μέσα σ’ αυτό το ανοιξιάτικο γιορτάσι για τις καινούργιες τους φωλιές κι οι μύγες κάτω απ’ το ζεστό ήλιο ζουζούνιζαν νωχελικά πάνω στους τοίχους. Γιόρταζε η πλάση όλη, τα φυτά, τα πουλιά, τα έντομα, τα μικρά παιδιά.
Μονάχα οι μεγάλοι συνέχιζαν απτόητοι να εξαπατούν και να βασανίζουν ο ένας τον άλλον.
Αυτό το ιερό τελετουργικό του ανοιξιάτικου πρωινού, αυτή η ομορφιά του θείου κόσμου, δώρο σ’ όλα τα πλάσματα της γης που τους υποσχόταν την ειρήνη, την ομόνοια και την αγάπη, δεν άγγιζε τις ψυχές τους.

Μοναδική, ζωτική τους έγνοια ήταν τι θα μηχανεύονταν οι ίδιοι για να καταδυναστεύουν ο ένας τον άλλον.

[...]


Leon Tolstoy telling a story to his grandchildren


Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ


Τὸ Πρωτοβρόχι

Σκυμμένοι ἀπὸ τὸ παραθύρι...
Καὶ τοῦ προσώπου μας οἱ γύροι
ἡ ἴδια μας ἤτανε ψυχή.
Ἡ συννεφιά, χλωμὴ σὰ θειάφι,
θάμπωνε ἀμπέλι καὶ χωράφι·
ὁ ἀγέρας μέσ᾿ ἀπὸ τὰ δέντρα
μὲ κρύφια βούιζε ταραχή·
ἡ χελιδόνα, μὲ τὰ στήθη,
γοργή, στὴ χλόη μπρὸς-πίσω ἐχύθη·
κι ἄξαφνα βρόντησε, καὶ λύθη
κρουνός, χορεύοντα ἡ βροχή!
Ἡ σκόνη πῆρ᾿ ἀνάερο δρόμο...
K᾿ ἐμεῖς, στῶν ρουθουνιῶν τὸν τρόμο,
στὴ χωματίλα τὴ βαριὰ
τὰ χείλα ἀνοίξαμε, σὰ βρύση
τὰ σπλάχνα νὰ μπεῖ νὰ ποτίσει
(ὅλη εἶχεν ἡ βροχὴ ραντίσει
τὴ διψασμένη μας θωριά,
σὰν τὴν ἐλιὰ καὶ σὰν τὸ φλόμο).
κι ὁ ἕνας στ᾿ ἀλλουνοῦ τὸν ὦμο
ρωτάαμε: «T᾿ εἶναι πὄχει σκίσει
τὸν ἀέρα μύρο, ὅμοιο μελίσσι;
Ἀπ᾿ τὸν πευκιὰ τὸ κουκουνάρι,
ὁ βάρσαμος ἢ τὸ θυμάρι,
ἡ ἀφάνα ἢ ἡ ἀλυγαριά;»
Κι ἄχνισα - τόσα ἦταν τὰ μύρα -
ἄχνισα κ᾿ ἔγινα ὅμοια λύρα,
ποὺ χάϊδευ᾿ ἡ ἄσωτη πνοή...
Μοῦ γιόμισ᾿ ὁ οὐρανίσκος γλύκα·
κι ὡς τὴ ματιά σου ξαναβρῆκα,
ὅλο μου τὸ αἷμα ἦταν βοή!...
K᾿ ἔσκυψ᾿ ἀπάνω ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλι
ποὺ ἐσειόνταν σύφυλλο, τὸ μέλι
καὶ τ᾿ ἄνθι ἀκέριο νὰ τοῦ πιῶ·
- βαριὰ τσαμπιὰ καὶ οἱ λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοὶ οἱ ἀνασασμοί μου -
κι ὅπως ἀνάσαινα, ἀπ᾿ τὰ μύρα
δὲ μπόρεια νὰ διαλέξω ποιό!
Μὰ ὅλα τὰ μάζεψα, τὰ πῆρα,
καὶ τά ῾πια, ὡσὰν ἀπὸ τὴ μοίρα
λύπη ἀπροσδόκητη ἢ χαρά.
Τά ῾πια· κι ὡς σ᾿ ἄγγιξα τὴ ζώνη,
τὸ αἷμα μου γίνηκεν ἀηδόνι,
κι ὡς τὰ πολύτρεχα νερά!

(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, Β´, Ἴκαρος 1968)

CITY OF NIGHT



στις σκοτεινές πόλεις
ξυπνάει η σκοτεινή μου πλευρά
κι εκεί που στροβιλίζεται ο νους
εγώ χορεύω σ' αυτό το ρυθμό
μέχρι το πρωί

Silena

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

ΑΣΦΟΔΕΛΟΙ



W. Wordsworth (1770-1850)
 Ασφόδελοι

Περιπλανήθηκα μόνος σαν το σύννεφο
Που αιωρείται ψηλά πάνω από λιβάδια και λόφους
Όταν ξαφνικά είδα ένα πλήθος
Ένα πλήθος ασφόδελων που χόρευαν
Κατά μήκος της λίμνης, κάτω από τα δέντρα,
Δέκα χιλιάδες χορεύανε στο αεράκι.

Τα κύματα δίπλα τους λικνίστηκαν αλλά αυτοί
ξεπερνούσαν σε χαρά τ' αφρισμένα κύματα
Ένας ποιητής δεν θα μπορούσε παρά να ευτυχήσει
Με μια τέτοια πρόσχαρη παρέα
Με το βλέμμα μου εκεί ύστερα από λίγο συλλογίστηκα
Τι πλούτο τούτο το θέαμα μου προσφέρει.

Γιατί όταν συχνά ξαπλώνω στον καναπέ μου
Άδειος ή με διάθεση σκεπτικισμού
αστράφτουν πάνω σ' αυτό το εσώτερο μάτι
Που άλλο δεν είναι από την ευτυχία της μοναξιάς
Και τότε με ευδαιμονία γεμίζει η καρδιά μου
Και χορεύει με τους ασφόδελους.

(μια προσπάθεια απόδοσης του ποιήματος από μένα)


Daffodils

I wandered lonely as a cloud
That floats on high over vales and hills
When all at once I saw a crowd
A host of dancing daffodils;
Along the lake, beneath the trees,
Ten thousand dancing in the breeze.

The waves beside them danced but they
Outdid the sparkling waves in glee
A poet could not but be gay
In such a laughing company
I gazed and gazed but little thought
What wealth the show to me had brought.

For oft when on my couch I lie
In vacant or in pensive mood
They flash upon that inward eye
Which is the bliss of solitude
And then my heart with pleasure fills

And dances with the daffodils.

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

ORPHEE et EURYDICE

TO ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ



Κάθε μέρα γυρνούσε ανάμεσα στα ξερά χόρτα γυμνή. Έπαιζε με τον ήλιο, χανόταν ανάμεσα στα ψηλά στάχυα, χάιδευε τα όνειρα με τα χείλη. Κι όταν έσβηνε ο ήλιος, με θλιμμένο βλέμμα έπαιρνε το δρόμο του γυρισμού. Κι ήταν σαν να γύριζε από μάχη έτσι που το κορμί της χαράκωναν κόκκινες γραμμές από το παιχνίδι της με τα στοιχειά.

Δε θ' αντέξεις! της θύμιζε μια φωνή. Μα εκείνη αδιαφορούσε και συνέχιζε τον αιματηρό χορό ανάμεσα στα ξερά χόρτα και τις θυμωμένες αναμνήσεις.

Τραγουδούσε πάντα το ίδιο τραγούδι, κάτι σαν νανούρισμα, κάτι σαν δάκρυ.
Και τράβαγε κοντά της τα πουλιά. Τους μιλούσε κι αυτά την άκουγαν. Ίσως τα μόνα που την άκουγαν καθαρά.

Κάθε μέρα γυρνούσε ανάμεσα στις ζεστές αναπνοές μιας άλλης μέρας. Ροδοκοκκίνιζε το δέρμα και στο πέρασμά του άφηνε ένα άρωμα από καλοκαίρι ή από μια ξεχασμένη άνοιξη.

Κι όταν έσβηνε ο ήλιος, ξεχνούσε και την έβρισκες σκαρφαλωμένη στο πιο ψηλό κλαδί να μιλάει με τα σύννεφα.

Δεν θα την ξαναδεί, το ξέρει. Έσβησε σαν καπνός, σαν σκιά που φωτίστηκε ξαφνικά.

Χάθηκε στο σκοτάδι της, παίζοντας με τον ήλιο.

3/6/2013

©Silena

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Η Αναδυομένη



Στο ρόδινο μακάριο φως, να 'με, ανεβαίνω της αυγής,
με σηκωμένα χέρια.
Η θεία γαλήνη με καλεί του πέλαου, έτσι για να βγω
προς τα γαλάζια αιθέρια.
Μα ω οι άξαφνες πνοές της γης, που μες τα στήθια μου χυμούν
κι ακέρια με κλονίζουν!
Ω Δία, το πέλαγο ειν’ βαρύ και τα λυτά μου τα μαλλιά
σαν πέτρες με βυθίζουν!
Αύρες, τρεχάτε, ω Κυμοθόη, ω Γλαύκη, ελάτε, πιάστε μου
τα χέρια απ’ τη μασκάλη.
Δεν πρόσμενα, έτσι μονομιάς παραδομένη να βρεθώ
μες στου Ήλιου την αγκάλη.

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

ΜΙΑ ΗΧΩ




ένα δάκρυ
ή 
μια ψιχάλα
ή
μια σταγόνα νερού στην άκρη από το μικρό μου δάχτυλο

μια σταγόνα
σ' ένα τόσο σιωπηλό κόσμο
πέφτει

ταράζει το κενό
πάλλεται ολόκληρο το σύμπαν μου
και καταρρέει

μια σταγόνα
σ' ένα τόσο σιωπηλό κόσμο
πέφτει

θλίψη, θλίψεις
βροχή, βροχές
σταγόνα, σταγόνες,

ένας σπασμένος καθρέφτης
ένας χλωμός αναχωρητής
ή
μια ηχώ


Silena 30/5/2013

ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ #81




Καλό καλοκαίρι και καλή σας ακρόαση...

1. Kool & the Gang – Summer Madness 
2. Jethro Tull – Summerday Sands 
3. Chris Isaak – Summer Holiday 
4. Yo La Tengo – The Summer 
5. Chris Rea – Looking for the Summer 
6. Marianne Faithfull – Summer Nights 
7. Monophonics – Bang Bang 
8. Ruby & The Romantics – My Summer Love 
9. Patti Smith – Summer Cannibals 
10. The Pogues – Summer in Siam 
11. It’s a beautiful day – Summer Hot Day 
12. Elvis Costello – The Other Side of Summer 
13. Santana – Summer Lady 
14. Blackfoot – Summer Days 
15. Madeleine Peyroux – Summer Wind 
16. Sidney Bechet – Indian Summer 
17. Billie Holiday – Summertime 
18. Nat King Cole – That Sunday that Summer 
19. Ella Fitzgerald & Louis Armstrong - Summertime