Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ



Το Τροπάριο της Κασσιανής

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,

τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,

ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.

Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,

ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.

Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,

ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ

κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,

ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.

Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,

ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις

ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,

κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.

Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους

τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;

Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.



Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,

σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά

πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη:

Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι,

η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.


Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,

εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.

Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,

εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.

Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,

και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου•

αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ’ άκουσε να περπατάνε,

από το φόβο της κρύφτηκε.



Των αμαρτιών μου τα πλήθη

και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση,

ψυχοσώστη Σωτήρα μου;

Μην καταφρονέσης τη δούλη σου,

εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος


Μετάφραση: Φώτη Κόντογλου

Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ




Μυρτιώτισσα
Απόψε 

Απόψε ήρθες και στάθηκες σιμά μου
σαν έγειρα στου ύπνου την αγκάλη.
Ω μακρυσμένε, απόκρυφε έρωτά μου,
ήρθες απόψε ακάλεστος σιμά μου,
δίχως να ξέρω πως, αγάλι αγάλι.

Μου κράταες μες στα χέρια το κεφάλι
και βύζαινες τ’ ατέλειωτο φιλί μου,
κι απ’ την ωραία του όνειρου κραιπάλη,
σαν κρίνο που αργολιώνει στ’ ανθογυάλι,
φυλλορροούσε η πένθιμη ψυχή μου.

Τον πόθο σου όλο μου είχες μεταδώσει
σα να ’μουν σάρκα κι αίμα εγώ δικό σου,
κι ως με την ώρα που είχε ξημερώσει,
τα χέρια μου τα δυο τα είχα ριζώσει
περικοκλάδια γύρω απ’ το λαιμό σου.

Σαν πιο καράβι εδώ να σ’ έχει φέρει
δίχως να τ’ οδηγάει κανένας φάρος;
Ποιο κύμα να σε βοήθησε, ποιο αγέρι,
κι ήρθες από τ’ απόμακρα τα μέρη
της ηδονής ατρόμητος κουρσάρος;

Στου ιδανικού τη χώρα σε είχα μπάσει,
και μόνο με τη σκέψη σ’ αγαπούσα,
μα έφτασε μια νυχτιά για να χαλάσει
ό,τι με τόση ευλάβεια σου είχα μάσει
στην άυλη χώρα εκείνη που σε ζούσα…

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

ELLA FITZGERALD



με ένα δυνατό black coffee από τα χείλη της Ella Fitzgerald, (τα 96α γενέθλιά της σήμερα, όπως μας ενημερώνει και η Google)

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ #80

Ποίηση, Μελωδίες, Όνειρα....






          Η μουσική που συντρόφεψε τις λέξεις: 


          Chopin – Nocturne in C – sharp minor

          Clara Schumann – Piano & Chamber Music
-          Scherzo Op. 14
-          Romances for violin & piano Op.22 No3

Chopin Nocturne for piano No9

Bach
-          Sarabande
-          Sonata in B Minor BWV1030 Andante

Clara Schumann
-          Variations on a theme by Robert Schumann Op.20 No8
-          Romances for violin & piano Op.22 No1
-          Romanze Op.21
-          Romanze Op.11

Debussy -  III Recutativo Fantasia

Tchaikovsky – Souvenir de Florence, Adagio Cantabile e con moto



Η ποίηση:

  • Η Πορτοκαλένια, Ελύτης Oδυσσέας
  • Το τελευταίο ποίημα του έρωτα, Άρης Δικταίος
  • Τα ερωτικά, Γιάννης Ρίτσος
  • Ἦταν γυναίκα, ἦταν όνειρο..., Γιῶργος Σαραντάρης
  • Της γυναίκας κορμί, Πάμπλο Νερούντα (μτφ. Άρης Δικταίος)
  • Μην κοιμηθείς, Μαχμούντ Νταργουίς
  • Μάτια, Βαβούρης Σταύρος
  • Είναι για σένα, Γιώργος Θέμελης
  • Paris at night, Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης
  • Ήθελα, Νίκος Καρύδης
  • Ταξίδι, Τίτος Πατρίκιος
  • Χωρίς ανταπόκριση, Τάσος Κόρφης
  • Ο πράσινος κήπος, Νικηφόρος Βρεττάκος
  • …σου συλλαβίζω, Αντώνης Βουσβούνης
  • Η νοσταλγία γυρίζει, Μίλτος Σαχτούρης
  • Πόθος, Σιλένα
  • Τη χαρά να σου δείξω, Άρης Δικταίος
  • Ἡδονισμός, Κωστής Παλαμάς
  • Έρωτας (2), Τάσος Λειβαδίτης
  • Όσα για λίγο τιθασεύει η προσμονή, Τόλης Νικηφόρου
  • Σ’ αγαπώ, Μυρτιώτισσα



Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

DESIRE


ΠΟΘΟΣ

Σαν σιωπή
ή σαν τρέλα
Το βλέμμα μου καρφώνω στο βλέμμα σου
Τα δάχτυλά μου
στο κορμί σου
και μένω εκεί
φυλλωσιές ολοπράσινες φυτρώνουν
κι ο έρωτας
Καρπός
Ρόδινος
Ζουμερός
Φιλί απ’ το φιλί σου
κι όνειρο
Σ’ επιθυμώ
Και μένω εκεί
Καρπός
Ώριμος 
Γλυκός
Να τον ορέγεσαι, να τον γεύεσαι
Να τον ποθείς

Silena 20/4/2013






Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΕΙΣ




Σαν ένα ταξίδι έλαμπαν και τα μάτια σου
για κείνο το άρρητο 
που μόνο ο νους γνωρίζει

Σαν αντανάκλαση στιγμών έλαμπε κι η ψυχή μου
των στιγμών 
που πολύτιμες σταγόνες σε μια έρημο
στα χέρια μου κρατώ

Σαν διψάσω
Σαν φοβηθώ
Σαν κλείσω μες στα όνειρα το δρόμο
να βρούνε κείνα δίοδο
κρυφή
υγρή
να μου φανερωθούν

Silena 17/4/2013

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ #79





· Jun Miyake – Lilies of Valley
· Buika – La Bohemia
· Rabih Abou Khalil – Arabian Waltz
· Charlie Parker – Lover Man Waltz
· Avishai Cohen – Remembering
· Paolo Fresu Quintet – Star Crossed Lovers
· Paco de Lucia – Entre dos Aguas
· Gonzalo Bergara – Elena’s Bossa
· Nina Simone – Love me or Leave me
· Billie Holiday – These Foolish Things
· Etta James – The very thought of you
· Bill Evans Trio – You and the night and the music
· John Surman – Portrait of a romantic


καλή σας ακρόαση

by Silena

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

KARIN KROG & JOHN SURMAN

GEORG TRAKL

ΑΣΜΑ ΤΩΝ ΩΡΩΝ

Μτφ. Ιωάννα Αβραμίδου

Με σκοτεινά βλέμματα κοιτάζονται οι εραστές
Οι ξανθοί, οι αστραφτεροί. Μέσα σε αλύγιστο σκοτάδι,
Αδύναμα από τον πόθο αγκαλιάζονται τα μπράτσα.
Πορφυρό συντρίφτηκε το στόμα των ευλογημένων. Τα
Στρογγυλά μάτια
Αντανακλούν το σκούρο χρυσάφι του ανοιξιάτικου
Δειλινού,
Την εσχατιά και την μαυρίλα του δάσους, φόβους εσπερινούς
Στο πράσινο,
Ίσως ένα ανομολόγητο πέταγμα πουλιών, το μονοπάτι
ενός αγέννητου μέσα από σκοτεινά χωριά προς καλοκαίρια μοναχικά.
Και από ξέθωρη γαλανότητα, ξέπνοο προβάλλει πότε-πότε ένα σώμα.
Το κίτρινο σιτάρι θροίζει ανάλαφρα στο χωράφι.
Σκληρή είναι η ζωή και ατσάλινο δρεπάνι
Κραδαίνει ο γεωργός,
Μεγάλα δοκάρια συνταιριάζει ο μαραγκός.
Το φθινόπωρο βάφονται πορφυρές οι φυλλωσιές· το
Μοναστικό πνεύμα
Περιδιαβαίνει ημέρες ιλαρές· το σταφύλι ωριμάζει
Και γιορτινός άνεμος φυσάει στις αυλές.
Γλυκύτερα ευωδιάζουν οι κιτρινισμένοι καρποί· σιγανό είναι το γέλιο
Του μακάριου, μουσική και χορός
Στα σκιερά καπηλειά·
Βήμα και σιωπή του πεθαμένου αγοριού στου κήπου το θαμπόφωτο.

ΠΗΓΗ: ΕΔΏ


Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

ΠΛΑΙ ΤΟΥ



Πλάι του αποκοιμιέται
μα κείνος άγρυπνος
να την παρατηρεί

κάθε μικρή της σύσπαση
κάθε γοργή λυτρωτική κίνηση των βλεφάρων
κάθε χαμόγελο καθάριο απαλό στις άκρες των χειλιών

Σιμώνει την ανάσα του στο στήθος της κοντά
κι όπως εκείνης το στέρνο ψηλά ανεβαίνει
στα σύννεφα το σχήμα αποτυπώνεται 
ανάμνηση μίας ανάσας, μίας στιγμής, ολάκερης ζωής

Κι όπως εκείνης το στέρνο σιωπηλά κατακρημνίζεται
εκείνος πάνω στην καρδιά της τη μικρή πλαγιάζει 
κι αφουγκράζεται

ή πάλι 

μ' ένα του χάδι μυστικό
στα όνειρά της μπαίνει
κρυφοκοιτά 
και βγαίνει χαμογελαστός


Πλάι του αποκοιμιέται
μα κείνος άγρυπνος
ανοίγει τα φτερά, μια αγκαλιά


Silena 6/4/2013


Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

ΣΤΡΑΤΗΣ ΦΑΒΡΟΣ - 4 ΠΟΙΗΜΑΤΑ




Ένα περιστέρι κείτεται νεκρό
Στο δημόσιο δρόμο
Επάνω στο κόκκινο τυποποιημένο πλακάκι
Στον πολυσύχναστο δρόμο
Είναι νεκρό όπως ο νεκρός που θρηνούμε
Κανείς δε το θυμάται
Κανείς δε θρηνεί γι’ αυτό
Καμιά σπονδή δε θα σκεπάσει
το ξυλιασμένο κορμί του
this is a homage to the dead pigeon
ας είναι αυτή η ωδή
που θα το συνοδεύσει.


©Στρατής Φάβρος



Μικρή Ωδή στο Νεκρό

Τώρα πια ταξιδεύει σαν ένα τίποτα
μια λάμψη που αργοσβήνει
μέχρι και το τελευταίο κύτταρο
να παραδοθεί στη ξηρασία
μέχρι που πλήρως να αγκαλιαστεί απ’
το εμείς.
Ήταν ωραίος και δίκαιος,
Θα τον τιμούμε
και θα τον συναντάμε
στα όνειρα μας.


©Στρατής Φάβρος




Μη βλέπετε το θάνατο από τούτη την πλευρά

Εδώ σε αυτό το δρόμο τον άλλοτε τραχύ
και στενό, των ανθρώπων το δρόμο,
Που είναι δούλοι και μοχθούν
η παραμάνες με γόνατα κομμένα
ψαράδες με νύχια φαγωμένα
απ τα νερά τα παγωμένα
βοσκοί με της αρθρίτιδας
τα δάχτυλα στριμμένα
σκαφτιάδες με τη φούχτα την πρησμένη
απ' το τσαπί καθώς μου φαίνεται
τη σμιλεμένη,

στον δρόμο αυτόν ,
άλλοτε πάλι, στρωμένο μάρμαρα γυαλιστερά,
κορνίζες επίχρυσες ,είδωλα να καθρεπτίζονται
ανδρών μεγάλων με χέρια απαλά και δαχτυλίδια
οίκων ακαδημαϊκών , και όμορφων γυναικών
ματαιόδοξων και κάποτε φαιδρών
καθώς ελαφρά λικνίζονται
στων boudoir τους την γοητεία εμπρός,
με τους κίονες αρχαϊκούς,
τους περιπλεγμένους κισσό,
τους ερωτιδείς να ξεπηδούν
και τη ταπετσαρία
με του χελιδονιού το βιασμό
ποιητών έμπνευση γοερή,
στων αιώνων την αχλή

δεν υπάρχει τίποτα που να του μοιάζει
του θανάτου εδώ
είναι καμιά φορά η όλες τις φορές
ο Θάνατος μια λύτρωση εντελώς
μια λύσις από του δρόμου τις επίπονες
ουλές, η τις κενόδοξες υπερβολές
ακόμη κι όταν ο θάνατος νέον η παιδί τον εύρη
να μη θρηνείτε, το τρόπο δεν είχε να τον δει.

Στο Θάνατο γιορτή σας λέγω, στον πόνο προσευχή.


©Στρατής Φάβρος




Είμαι πλέον γέρος και ενώ
το σώμα μου ενός γέρου είναι το σώμα,
εξακολουθώ τη ταυτότητα μου ν’ αντιλαμβάνομαι σε ένα σώμα νεαρό
ως εκ παραδρομής καθώς αλήθεια φαίνεται με τρόπο στρεβλό

Του νεαρού μου εκείνου εαυτού επιθυμίες αποζητώ, τι φαιδρό
με λαγνεία τον εαυτό μου κοιτώ και γελούν οι καθρέφτες
των νεαρών επιθυμιών οι δόλιες συνήθειες οι παλιές

Τρώγω, πίνω, καπνίζω, επιθυμώ και σε τίποτα φευ να συμμορφωθώ
δε νοώ, Alas οι καθρέφτες δεν έχουν της δικής μου μόνο νόησης το ρυθμό
λάγνοι άγγελοι που της επιθυμίας μου τη φαιδρότητα την προφανή
με σαρκασμό κοιτούν και στο καιάδα της λήθης πετούν

Και όσο και αν προσπαθώ τον ηθικό και δίκαιο κρυφό μου εαυτό
στης στιγμής να επιβάλλω τον αδυσώπητο φασισμό
Θα πεθάνω θαρρώ με των έξεων τη δορά ένδυμα μου φτωχό.


©Στρατής Φάβρος






Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ


Γιάννης Αδαμάκος (γεν. 1952) εικόνα για τον Πόρφυρα


Διονύσιος Σολωμός 

Ο Πόρφυρας 

"Kοντά 'ναι το χρυσόφτερο και κατά δω γυρμένο, 
π' άφησε ξάφνου το κλαδί για του γιαλού την πέτρα
κι εκεί γρικά της θάλασσας και τ' ουρανού τα κάλλη
κι εκεί τραβά τον ήχο του μ' όλα τα μάγια πόχει.
Γλυκά 'δεσε τη θάλασσα και την ερμιά του βράχου 5
κι α δεν είν' ώρα για τ' αστρί θε να συρθεί και νά 'βγει.
(Xιλιάδες άστρα στο λουτρό μ' εμέ να στείλ' η νύχτα !).
Πουλί πουλάκι που λαλείς μ' όλα τα μάγια πόχεις,
ευτυχισμός α δέν ειναι το θαύμα της φωνής σου,
καλό δεν άνθισε στη γη, στον ουρανό, κανένα. 10
Δεν το 'λπιζα να 'ν' η ζωή μέγα καλό και πρώτο !
Aλλ' αχ, αλλ' αχ, να μπόρουνα σαν αστραπή να τρέξω,
ακόμ', αφρέ μου, να βαστάς και να 'μαι γυρισμένος
με δυο φιλιά της μάνας μου, με φούχτα γη της γης μου !".
Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του.
Eλπίδα, τον αγκάλιασες και του κρυφομιλούσες
και του σφιχτόδεσες το νου μ' όλα τα μάγια πόχεις.
Nιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης.

Aλλ' απαντούν τα μάτια του τρανό θεριό πελάγου
κι αλιά, μακριά 'ναι το σπαθί, μακριά 'ναι το τουφέκι !
Kοντά 'ν' εκεί στο νιον ομπρός ο τίγρης του πελάγου·
αλλ' όπως έσκισ' εύκολα βαθιά νερά κι εβγήκε
κατά τον κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τον κύκνο,
κατά το στήθος το πλατύ και το ξανθό κεφάλι,
έτσι κι ο νιος ελεύτερος, μ' όλες τες δύναμές του,
της φύσης από τσ' όμορφες και δυνατές αγκάλες,
οπού τον εγλυκόσφιγγε και του γλυκομιλούσε,
ευτύς ενώνει στο λευκό γυμνό κορμί π' αστράφτει,
την τέχνη του κολυμπιστή και την ορμή της μάχης.
Πριν πάψ' η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει: 30
Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.

Aπομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
όμορφε ξένε και καλέ και στον ανθό της νιότης,
άμε και δέξου στο γιαλό του δυνατού την κλάψα.

(από τα Ποιήματα και Πεζά, Στιγμή 1994) 

Το ποίημα έχει ως αφετηρία ένα περιστατικό που συνέβη στην Κέρκυρα τον Ιούλιο του 1847: Ένας πόρφυρας (καρχαρίας) κατασπάραξε ένα νεαρό Άγγλο στρατιώτη που κολυμπούσε. Ο ποιητής θέλησε να αποδώσει με τον τρόπο του το τραγικό γεγονός. Τελικά το ποίημα έμεινε αποσπασματικό. Για την παρακολούθησή του βασιζόμαστε σε πληροφορίες που μας δίνει ο Πολυλάς


ΠΗΓΕΣ:  

Πηγή 1
Πηγή 2
Πηγή 3

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

ΓΚΡΕΜΙΖΩ ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ



Τούτη τη στιγμή
με τα μάτια θολά
συνθλίβω τη μνήμη.
Κυλάω στα σωθικά της νύχτας,
στο σκοτάδι
με την ανάσα να φλέγεται
σε ιλιγγιώδεις σκέψεις
και μικρές κάθετες
κόκκινες λωρίδες,
σπονδή στο φόβο.
Συγκεχυμένες οπτασίες,
κυνηγημένα βήματα.
Κλείνω τ’ αυτιά μου στην ανελέητη φυγή.
Μεσάνυχτα ακριβώς
γκρεμίζω τη γέφυρα.

Silena 
Feb 2013

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ / ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ


Ενός Λεπτού Σιγή

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,

κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;

Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις



Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

ΣΟΥ ΜΙΛΑΩ



ΣΟΥ ΜΙΛΑΩ για τα όνειρα, 
εκείνα που βλέπω κι έχουν κι εσένα μέσα.

ΣΟΥ ΜΙΛΑΩ για τις φυγές, 
εκείνες που με τρομάζουν γιατί τους λείπει η βεβαιότητα του θανάτου.

ΣΟΥ ΜΙΛΑΩ, πιο πολύ απ' όσο πρέπει, 
πιο λίγο απ' όσο ακούς. 

Με τα μάτια σου ζητάω να μου πεις, 
όχι με τις λέξεις, 
όχι με τη φωνή. 

Με τα μάτια μόνο 
και με τα χέρια. 

©Silena 4/4/2013

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

OSCAR WILDE - Silentium amoris


απόδοση : Ναπολέων Λαπαθιώτης













As often-times the too resplendent sun
Hurries the pallid and reluctant moon
Back to her sombre cave, ere she hath won
A single ballad from the nightingale,
So doth thy Beauty make my lips to fail,
And all my sweetest singing out of tune.

And as at dawn across the level mead
On wings impetuous some wind will come,
And with its too harsh kisses break the reed
Which was its only instrument of song,
So my too stormy passions work me wrong,
And for excess of Love my Love is dumb.

But surely unto Thee mine eyes did show
Why I am silent, and my lute unstrung;
Else it were better we should part, and go,
Thou to some lips of sweeter melody,
And I to nurse the barren memory
Of unkissed kisses, and songs never sung.


Έτσι, όπως ο ήλιος, συχνά, με τη μεγάλη του τη λάμψη
διώχνει το χλωμό φεγγάρι, κι όσο και να του αντισταθεί,
στη ζοφερή σπηλιά του, δίχως ν΄ ακούσει,
μήτ΄ ένα καν τραγούδι του αηδονιού,
έτσι η ομορφιά σου μου σφαλνάει τα χείλη,
και κάνει μου παράφωνα, τα πιο γλυκά τραγούδια.

Κι έτσι, όπως την αυγήν, απάνου απ΄ τα λιβάδια,
περνά ο αγέρας με τα ορμητικά φτερά του,
και σπάει με το φιλί του, το καλάμι,
που αυτό μονάχα, μέσα σ΄ όλα τ΄ άλλα, μπόρειε να γίνει όργανο τραγουδιού
έτσι τα μανιασμένα μου τα πάθη, μέσα μου παραδέρνουν όλην ώρα,
κι η αγάπη μου, η πολύ μεγάλη, κάνει την ίδια αγάπη μου βουβή.

Μα βέβαια, πως τα μάτια μου θα σούδειξαν, εσένα,
ποιος ο λόγος της σιωπής μου, και πως είν΄ έτσι η λύρα μου παράχορδη,
πριν να γενεί μοιραίος ο χωρισμός μας, και πριν μας αναγκάσει να τραβήξουμε,
εσύ για κάποια χείλη, που να λένε τραγούδια με γλυκύτερη αρμονία,
κι εγώ ν΄ αναπολώ μόνο του κάκου,
κάποια φιλιά που δεν έχω δοσμένα, κάποια τραγούδια που δεν έχω πει.


Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

JORGE LUIS BORGES - EL HACEDOR




Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ

Δε χασομέρησε ποτέ στις απολαύσεις της μνήμης, οι εντυπώσεις γλιστρούσαν από πάνω του φευγαλέες και ζωηρές. Το κόκκινο του αγγειοπλάστη, το στερέωμα πλημμυρισμένο στ’ άστρα, που ήταν και θεότητες, το φεγγάρι απ’ όπου έπεσε ένα λιοντάρι, η γυαλάδα ενός μαρμάρου κάτω από την αργή, ευαίσθητη άκρια των δαχτύλων, η γεύση της σάρκας του αγριογούρουνου, που του άρεζε να κομματιάζει με γερές δαγκωματιές, μια φοινικική λέξη, ο μαύρος ίσκιος που ρίχνει ένα κοντάρι πάνω στην κίτρινη άμμο, το ζύγωμα της θάλασσας ή των γυναικών, το δυνατό κρασί που κόβεται η αψάδα του με το μέλι, μπορούσαν, το καθένα χωριστά κι όλα μαζί, να γεμίσουν την έκταση της ψυχής του. Ήξερε τι θα πει φόβος, όμως και τι θα πει θυμός και θάρρος και, κάποια φορά, σκαρφάλωσε πρώτος σ’ ένα εχθρικό τείχος. Ακόρεστος, περίεργος, ανυπόμονος, με μόνη αρχή του την απόλαυση και την αδιαφορία που έρχεται μετά, ταξίδεψε σε διάφορα μέρη και είδε, στη μια και την άλλη άκρη της θάλασσας, τις πολιτείες και τα παλάτια των ανθρώπων. Σε αγορές πολύβουες ή στη ρίζα ενός βουνού που η κορφή του χάνονταν στην καταχνιά και που, κάποτε, ίσως να ’ζησαν εκεί κένταυροι, άκουσε συγκεχυμένες ιστορίες που τις δεχόταν όπως δεχόταν την πραγματικότητα, δίχως να ψάχνει αν ήταν αληθινές ή φτιαχτές.
Σιγά-σιγά, το σύμπαν μ’ όλη του την ομορφιά, άρχισε να τον εγκαταλείπει. Μια καταχνιά επίμονη σκοτείνιαζε τις γραμμές του χεριού του, η νύχτα απογυμνώθηκε από τα αστέρια της, το έδαφος έγινε λιγότερο σταθερό κάτω από τα βήματά του. Όλα απομακρύνονταν και συγχέονταν. Όταν κατάλαβε πως άρχισε να τυφλώνεται, έκλαψε. Η στωική εγκαρτέρηση δεν είχε ακόμα ανακαλυφθεί κι ο Έκτορας μπορούσε να το βάλει στα πόδια χωρίς να ντροπιαστεί. «Δεν πρόκειται» ένιωσε «ούτε τον ουρανό να ξαναδώ, γεμάτο με το μυθολογικό του δέος, ούτε τούτο το πρόσωπο που θα το μεταμορφώσουν τα χρόνια». Μέρες και νύχτες πέρασαν πάνω από την απελπισμένη σάρκα του. Ύστερα, ξυπνώντας ένα πρωί, κοίταξε (χωρίς φόβο πια) τα συγκεχυμένα πράγματα που τον τριγύριζαν. Ένιωσε ανεξήγητα, έτσι όπως αναγνωρίζει κανείς μια μελωδία ή μια φωνή, πως όλα αυτά του είχανε ξανασυμβεί και τα ’χε αντικρίσει έντρομος αλλά ταυτόχρονα και με χαρά, με ελπίδα και περιέργεια. Βυθίστηκε λοιπόν στη μνήμη του, που του φάνηκε απύθμενη και κατάφερε ν’ ανασύρει από αυτή του τη σκοτοδίνη, τη χαμένη του ανάμνηση, που έλαμπε σα νόμισμα στο φεγγαρόφωτο, ίσως γιατί δεν την είχε ποτέ αντικρίσει άλλη φορά εκτός, μπορεί, μέσα σε κάποιο όνειρο.
Η ανάμνηση ήταν η ακόλουθη: τον είχε προσβάλει κάποιο άλλο παιδί κι είχε τρέξει στον πατέρα του να του πει. Ο πατέρας του τον άφησε να μιλήσει, σαν να μην άκουγε ή να μην καταλάβαινε και, μετά, ξεκρέμασε από τον τοίχο ένα μπρούτζινο στιλέτο, όμορφο κι όλο δύναμη, που το παιδί μυστικά το λαχταρούσε. Τώρα το κρατούσε στα χέρια του και, η έκπληξη που ένιωσε αποχτώντας το, έσβησε την προσβολή που είχε δεχτεί. Αλλά η φωνή του πατέρα του έλεγε: Δείξε πως είσαι άνδρας κι είχε μια προσταγή αυτή η φωνή. Η νύχτα σκοτείνιαζε τα δρομάκια. Σφίγγοντας το στιλέτο, που το ’νιωθε προικισμένο με μια δύναμη μαγική, κατηφόρισε την απότομη πλαγιά που τύλιγε το σπίτι κι έτρεξε στην ακροθαλασσιά, νιώθοντας Αίαντας ή Περσέας και γεμίζοντας με πληγές και μάχες την αρμύρα της σκοτεινιάς. Η γεύση ακριβώς εκείνης της στιγμής ήταν αυτό που γύρευε και τώρα. Τα υπόλοιπα δεν τον ένοιαζαν: οι προσβολές της πρόκλησης, η άτσαλη πάλη, ο γυρισμός με τη λεπίδα ματωμένη.
Απ’ την ανάμνηση αυτή ξεπήδησε μια άλλη, που πάλι είχε να κάνει με νύχτα και με κάποια περιπέτεια που θα επακολουθούσε. Μια γυναίκα, η πρώτη που του έστειλα οι θεοί, τον περίμενε στη σκιά ενός υπόγειου και την έψαχνε μέσα σε στοές που έμοιαζαν με πέτρινα υφάδια και σε κατηφοριές που βυθιζόταν μέσα στο σκοτάδι. Γιατί τάχα ξαναγύριζαν οι αναμνήσεις αυτές και γιατί του ξανάρχονταν, δίχως πίκρα, έτσι απλά σαν να προεικόνιζαν το παρόν;
Το κατάλαβε μαζί με το τελικό σκοτάδι. Σ’ αυτή τη νύχτα που κατέβαιναν τώρα τα θνητά μάτια του, τον περίμενε ο έρωτας κι ο κίνδυνος μαζί, ο Άρης και η Αφροδίτη, γιατί διαισθανόταν κιόλας –επειδή είχε αρχίσει ήδη να τον τριγυρίζει – κάποιαν υπόνοια για δόξες και εξάμετρα, μια αίσθηση ανθρώπων που υπερασπίζονται ένα ναό που οι θεοί δεν πρόκειται να σώσουν και για καράβια μαύρα που γυρεύουν στις θάλασσες ένα αγαπημένο νησί, μια νύξη για Ιλιάδες και Οδύσσειες που του ’χε η μοίρα του να δημιουργήσει και να τις αφήσει κληρονομιά, ν’ αντηχούν μέσα στην κοίλη μνήμη των ανθρώπων. Όλα αυτά τα ξέρουμε, δεν ξέρουμε μονάχα το τι ένιωσε καθώς βυθιζόταν στο απόλυτο σκοτάδι.

Ο δημιουργός
El hacedor

Συγγραφέας: Borges Jorge Luis
Μτφ: Δενέγρης Τάσος Γ., Καλοκύρης Δημήτρης
Εκδότης: Ύψιλον



Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ




Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας


Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας


Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας


Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.




Τ.Σ.Έλιοτ, Έρημη χώρα


Μτφ: Γ.Σεφέρη