Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

HANNAH WILLIAMS

Μια λευκή με "μαύρη" φωνή, με ενθουσίασε!!!! Αληθινή soul voice!

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

ΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ


SAMUEL BECKETT




Ο Χαμ είναι ένας ηλικιωμένος τυφλός και ανάπηρος άνθρωπος, που καθορίζει τη διαμονή και τη διατροφή των υπολοίπων. Θα μπορούσε να είναι ο αφέντης ή και ο πατέρας του Κλοβ. Γονείς του είναι ο Ναγκ και η Νελ. Έχει μια σειρά από συνήθειες, τις οποίες του ικανοποιεί ο Κλοβ, όπως το να του περιγράφει τη θέα έξω από το παράθυρο. Αν ο ένας λείψει, ο άλλος θα πεθάνει. Ο Κλοβ, αντιθέτως, είναι νέος. Και βλέπει και περπατά. Διαρκώς απειλεί τον Χαμ ότι θα φύγει, αλλά δεν το κάνει. Ο Ναγκ και η Νελ ζουν μέσα σε σκουπιδοτενεκέδες...


Μετάφραση : Κώστας Σκαλιόρας
Σκηνοθεσία : Αλέξης Μινωτής

Ηθοποιοί : Αλέξης Μινωτής, Νικήτας Τσακίρογλου, Ιάκωβος Ψαρράς, Μαργαρίτα Λαμπρινού
χρονολογία: 1978

Το έργο γράφτηκε το 1957 στα γαλλικά με τον τίτλο «Fin de partie». Μεταφράστηκε την ίδια χρονιά από τον ίδιο τον συγγραφέα στα αγγλικά με τον τίτλο «Endgame». Έκανε πρεμιέρα την ίδια χρονιά στο Λονδίνο, αλλά στη γαλλική γλώσσα. Το 1964 ανέβηκε στα γαλλικά στο Παρίσι και στα αγγλικά στο Λονδίνο. Στην Ελλάδα, όπως θα το ακούσουμε με τους ίδιους ακριβώς συντελεστές παίχτηκε το 1977 μαζί με το μονόπρακτο "Πράξη χωρίς λόγια" το 1980 με τους ίδιους συντελεστές. 

Ο συγγραφέας παρουσιάζει τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της απαισιοδοξίας, της αναμονής και της δίψας της στέρησης ή της απουσίας. Οι ήρωες του Μπέκετ φθείρονται από έργο σε έργο, χάνουν την ύλη τους και απομένουν μοναχικές συνειδήσεις ώσπου να φτάσουν στην ηρεμία της ακινησίας και της σιωπής. Ο μεγάλος Αλέξης Μινωτής, που έχει σκηνοθετήσει το έργο, λέει για τον Μπέκετ: «Δεν είναι τραγωδίες τα έργα του Μπέκετ. Αλλά δεν είναι κωμωδίες, ούτε απλά δράματα. Είναι συνόψεις ίσως ενός ταραγμένου βάθους που ορίζεται θεωρητικά ως αγνωστικισμός. Είναι η ανάποδη όψη του τραγικού. Είναι ο Κλόουν με τα δάκρυα ζωγραφισμένα στο χοντρό μακιγιάζ των ματιών και το μισοφέγγαρο του γέλιου στο στόμα. Είναι κοντολογίς η δύσκολη, η ακατόρθωτη ζωή αυτών που στερήθηκαν από σκοπό στη ζωή, που δεν μπορούν να προχωρήσουν χωρίς σκοπό κι ελπίζουν μόνο στο τέλος».

SAMUEL BECKETT

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

ΦΟΒΑΜΑΙ




















Είναι κι ο ήλιος
που αναπαύεται
στις μικρές μου σιωπές.
Τις διαβάζεις κάθε πρωί.
Τα μάτια σου,
διανύουν την ίδια διαδρομή.
Μια στις σιωπές μου
και μια στο βλέμμα μου.
Σαν κάτι που ψάχνεις να βρεις
και ξαναγυρνάς
για να σιγουρευτείς ότι έψαξες καλά.
Είναι κι ο ήλιος
που καίει τις σκέψεις μου.
Βλέπεις τον καπνό και πλησιάζεις.
- Πώς να σου ξεκλειδώσω τη μνήμη μου
να δεις;

Φοβάμαι.

©Silena 17/3/2013



Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

ΑΝΘΙΣΜΕΝΑ


© Yuri Annenkov - Akt 
(model Helen Annenkov his wife and muse) , 1920s 
( source Arcadja Auction Result )


ΑΝΘΙΣΜΕΝΑ



Έτσι να με κοιτάζεις
με μάτια φωτιά 
ν' ανάβουν τη νύχτα
να καίγεται.

Έτσι να με αγγίζεις
με χέρια υγρά 
να πλάθουν το χρόνο
να λιώνει.

Στα χείλη
κράτησε μικρές μικρές σταγόνες
τις στιγμές
να κρέμονται
κλωστές
δυο ζωές να ζούνε
ίσως και τρεις

μην τους το πεις.

Έτσι να με φιλάς
με χείλη ρευστά
ανάσες γοργές
ασύμμετρα στιγμιαία αγγίγματα
και αίφνης
πολλά χρωματιστά λουλούδια
ν' ανθίζουν μέσα από τα χείλη μας
με κάθε φιλί.
Έκπληκτοι 
αλλόκοτα όμορφοι
προσμένουμε
ανθίζουμε
αλλάζουμε

μαζί τους.


©Silena, 
March 2013

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ


από τη συλλογή Η Αποχώρηση της Λαίδης Κάπα, 2004



Όταν κρατώ το χέρι σου

Στο σεληνιακό τοπίο του χεριού σου,
τυλίγω τα δάχτυλά μου
γύρω από τα μοναχικά δέντρα της παλάμης σου.
Στη Νέα Ορλεάνη ένα σαξόφωνο παίζει ένα
λυπημένο μπλουζ,
στη Λάρισα οι βροχές πλημμύρισαν τους δρόμους,
στο Νυμφαίο,
μία αρκούδα κλείνει τα βλέφαρά της
και κοιμάται.
Και όμως,
όταν κρατώ το χέρι σου,
δύο ήπειροι ενώνονται ξανά,
για να αποσπαστούν βίαια πάλι,
ένα κοριτσάκι στη Στοκχόλμη
αφήνει ένα πνιχτό κόκκινο γάντι
να πέσει στο χιόνι,
ενώ γλιστρά στα παγοπέδιλά του.
Όμως όταν κρατώ το χέρι σου,
γλιστρώ στις χορδές της πιο απόκοσμης κιθάρας,
και παράγω τον ήχο
που κάνει μια αράχνη
καθώς υφαίνει τον ιστό
που φωσφορίζει στο κενό.

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

T.S. Eliot’s - The Love Song of J. Alfred Prufrock



















Το Ερωτικό Τραγούδι του Ι. Άλφρεντ Προύφροκ

The Love Song of J. Alfred Prufrock

S`io credesse che mia risposta fosse
A persona che mai tornasse al mondo,
Questa fiamma staria senza piu scosse.
Ma perciocchè giammai di questo fondo
Non tornò vivo alcun, s'i'odo il vero,
Senza tema d'infamia ti rispondo


Dante Inferno (XXVII, 61-66)

"If I but thought that my response were made
to one perhaps returning to the world,
this tongue of flame would cease to flicker.
But since, up from these depths, no one has yet
returned alive, if what I hear is true,
I answer without fear of being shamed." 


Translation, from the Princeton Dante Project

« Εάν εντούτοις σκεφτόμουν ότι η απάντησή μου δίνεται
σε κάποιο πρόσωπο που ίσως γυρνούσε στον κόσμο,
αυτή η φλεγόμενη γλώσσα θα σταματούσε να τρεμοπαίζει
Αλλά αφού, από εκείνα τα βάθη, κανείς δεν έχει
ακόμη επιστρέψει ζωντανός, εάν αυτά που ακούω είναι αληθή,
Χωρίς φόβο δυσφήμησης απαντώ» 


Δάντης Κόλαση (XXVΙΙ,61-66) 
Μετάφραση: Στρατής Φάβρος 

Aς πάμε λοιπόν, Εσύ και εγώ,
Την ώρα που η βραδιά απλώνεται στη θέση τ’ ουρανού
Σαν ασθενής ναρκωμένος από αιθέρα επάνω σε τραπέζι,
Ας περπατήσουμε, μέσα από κάποιους μισό- ερειπωμένους δρόμους,
Οι υποχωρήσεις των ψιθυρισμών,
Των νυχτών δίχως στάση σε μιας βραδιάς φτηνά ξενοδοχεία
Σε εστιατόρια στρωμένα πριονίδι και όστρακα στρειδιών: 
Δρόμοι που συνεχίζουν σαν βαρετό επιχείρημα
Ανεξιχνίαστων προθέσεων
Για να σε οδηγήσουν σε μιαν ερώτηση που σύγχυση υπέρτερη γεννά ..….
Ω, μη ρωτάς , «Ποια είναι αυτή;»
Ας πάμε να κάνουμε την επίσκεψη μας. 

Στο Δωμάτιο οι γυναίκες πηγαίνουν και έρχονται 
Συζητώντας για τον Μικελάντζελο.

Η κίτρινη ομίχλη που τρίβει την πλάτη της στα παραθυρόφυλλα,
Ο κίτρινος καπνός που τρίβει τη μουσούδα του στα παραθυρόφυλλα 
Γλίστρησε τη γλώσσα του στις γωνίες του βραδινού,
Αιωρήθηκε αργά πάνω απ’ τις λίμνες που στέκονται στις αποχετεύσεις
του δρόμου,
Φορτώθηκε στην πλάτη του το καυσαέριο που πέφτει από τις καμινάδες,
Λικνίστηκε στη βεράντα, έκανε ένα άξαφνο άλμα,
Και βλέποντας ότι ήταν μιαν απαλή νυχτιά του Οκτώβρη,
Κουλουριάστηκε μια φορά γύρω από το σπίτι, και αποκοιμήθηκε.

Και πράγματι θα υπάρχει χρόνος
Για τον κίτρινο καπνό που γλιστρά στη γραμμή του δρόμου,
Τρίβοντας την πλάτη του στα παραθυρόφυλλα,
Θα υπάρχει χρόνος, Θα υπάρχει χρόνος,
Να ετοιμάσεις ένα πρόσωπο για να συναντήσεις τα πρόσωπα που συναντάς, 
Θα υπάρχει χρόνος για να δολοφονήσεις και να δημιουργήσεις, 
Και χρόνος για όλα τα έργα και τις ημέρες των χεριών,
Που σηκώνουν και πετούν μιαν ερώτηση στο πιάτο σου,
Χρόνος για σένα και χρόνος για μένα,
Και χρόνος ακόμη 
για εκατό διλλήματα, και για εκατό θεωρήσεις
Kαι αναθεωρήσεις, 
Πριν την ώρα του τοστ και του τσαγιού.

Στο Δωμάτιο οι γυναίκες πηγαίνουν και έρχονται 
Συζητώντας για τον Μικελάντζελο.

Και πράγματι θα υπάρχει χρόνος
Για να αναρωτηθώ, «Τολμώ»; και, «Τολμώ»;
Χρόνος να γυρίσω πίσω και τη σκάλα να κατεβώ,
Με ένα φαλακρό σημείο στη μέση του κεφαλιού μου--- 
( Θα πουν : «Πώς αδυνατίζουν τα μαλλιά του!»)
Το πρωινό μου παλτό, το κολάρο μου που στο πηγούνι μου σκαρφαλώνει σφιχτά,
Η γραβάτα μου πλούσια και μετριόφρων, αλλά δηλούμενη από μια καρφίτσα απλή---( Θα πουν : «Πόσο τα χέρια και τα πόδια του είναι αδύνατα!»)
Τολμώ να 
Ενοχλήσω το Σύμπαν ;
Σε ένα λεπτό υπάρχει χρόνος για αποφάσεις και αναθεωρήσεις που ένα λεπτό θα αντιστρέψει.

Γιατί τα έχω όλα ήδη γνωρίσει, τα γνώρισα όλα:
Έχω γνωρίσει τα βράδια, τα πρωινά, τα απογεύματα,
Σε κουταλάκια του καφέ μέτρησα τη ζωή,
Γνωρίζω τις φωνές που σβήνουν σε μια θνήσκουσα πτώση,
κάτω από τη μουσική από ένα μακρινό δωμάτιο
Έτσι λοιπόν πως θα έπρεπε να υποθέσω; 

Και έχω ήδη γνωρίσει τα μάτια, τα γνώρισα όλα
Τα μάτια που σε καθορίζουν σε μια τυποποιημένη φράση,
Και καθώς τυποποιήθηκα, απλωμένος σε μια καρφίτσα
Καθώς με καρφίτσωσαν και σφαδάζω στον τοίχο 
Τότε πως πρέπει να ξεκινήσω 
Nα εξακοντίζω τα χονδροειδή απομεινάρια των ημερών μου και των τρόπων μου, 
Και πως θα έπρεπε να υποθέσω; 

Και έχω ήδη λοιπόν γνωρίσει τα χέρια, τα γνώρισα όλα 
Χέρια που φορούν βραχιόλια, και χέρια λευκά και γυμνά
(Αλλά στο αχνό φως της λάμπας, καθώς εξασθενεί από μαλλιά καστανά !) 
Είναι το άρωμα από κάποιο φόρεμα 
Που με κάνει να ξεμακραίνω τόσο;
Χέρια που απλώνονται σε ένα τραπέζι η τυλίγονται από μιαν εσάρπα.
Και θα έπρεπε τότε να υποθέσω;
Και πως θα έπρεπε να ξεκινήσω;

Μήπως θα πω, πως περιηγήθηκα στο σούρουπο μέσα από δρόμους στενούς
Και παρακολούθησα τον καπνό που ανασηκώνεται από τις πίπες 
Μοναχικών ανδρών που φορούσαν πουκάμισα, και έγερναν από παράθυρα; 

Θα έπρεπε να ήμουν ένα ζευγάρι φαγωμένες δαγκάνες 
Που κείτονταν στους βυθούς σιωπηλών θαλασσών.

Και το απόγευμα, το βράδυ, κοιμάται τόσο ειρηνικά! 
Καθώς λειαίνεται από μακριά δάχτυλα
Κοιμισμένο…κουρασμένο …. η προσποιούμενο ασθένεια
Απλωμένο επάνω στο πάτωμα, εδώ δίπλα σε σένα και σε μένα. 
Θα έπρεπε, μετά το τσάι και το κέικ και τα ζαχαρωτά,
Να έχω τη δύναμη στην κρίση της τη στιγμή να κατευθύνω;
Αλλά ενώ δάκρυσα και νήστευσα, δάκρυσα και προσευχήθηκα
Και ενώ είδα το κεφάλι μου (καθώς ελαφρώς αραίωνε) να έρχεται επί πινακίου
Δεν είμαι προφήτης- και δεν υπάρχει σε αυτό κάποιο ζήτημα σπουδαίο 
Έχω δει τη στιγμή του μεγαλείου μου να αχνοσβήνει 
Και είδα τον Αιώνιο [ καταχθόνιο] Υπηρέτη να μου κρατά το παλτό, και να ξεσπά σε γέλιο πνιχτό
Και κοντολογίς, φοβήθηκα. 
Και θα ήταν άξιό του , μετά απ’ όλα,
Μετά τα φλιτζάνια, τη μαρμελάδα και το τσάι,
Ανάμεσα στις πορσελάνες, κι ανάμεσα 
σε κάποια μας κουβέντα εσένα και εμένα
Θα ήταν άξιό του λίγο,
Να έχουμε καταπιεί το ζήτημα με ένα χαμόγελο, 
Να είχαμε συμπυκνώσει το σύμπαν σε μια μπάλα,
Να την έχουμε κυλίσει προς μιαν απάντηση που σύγχυση απόλυτη γεννά,
Να πω : « Είμαι Ο Λάζαρος, ελθών εκ Νεκρών,
Ήρθα πίσω να στα πω όλα, Θα σου τα πω όλα » 
Εάν κάποια, τακτοποιεί ένα μαξιλάρι στο κεφάλι της, 
Θα έπρεπε να πει : « Δεν ήταν αυτό που εννοούσα καθόλου,
Δεν ήταν αυτό καθόλου»

Και θα ήταν άξιο του , μετά απ’ όλα,
Θα ήταν άξιο του καθόλου, 
Μετά τα ηλιοβασιλέματα και τους αυλόγυρους και τους νοτισμένους δρόμους – 
Μετά τις νουβέλες, μετά τα σερβίτσια του τσαγιού, μετά τις φούστες που αφήνουν τα ίχνη του δρόμου τους στο πάτωμα,
Και αυτό, και πόσα περισσότερα; 
Είναι αδύνατον ακριβώς να πω τι εννοώ!
Αλλά σαν ένας μαγικός φανός να έριχνε τη μορφή του σε σχήματα σε μια οθόνη:
Θα ήταν άξιο του καθόλου, 
Εάν κάποια, καθώς τακτοποιούσε ένα μαξιλάρι η πετούσε στον αέρα μιαν εσάρπα
Και γυρίζοντας προς το παράθυρο, θα έπρεπε να πει 
«Δεν είναι καθόλου αυτό 
Δεν ήταν αυτό που εννοούσα, καθόλου.» 

Όχι! Δεν είμαι ο Πρίγκιπας Άμλετ, ούτε προοριζόμουν να είμαι,
Είμαι ένας εκ των Λόρδων της συνοδείας, ένας που θα χρησιμεύσει
Να φουσκώσει τη πρόοδο του έργου [να ταξιδέψει στη σκηνή], να ξεκινήσει μια σκηνή η δύο,
Να συμβουλέψει τον Πρίγκηπα, χρήσιμο δίχως αμφιβολία εργαλείο,
Διαφοροποιημένο, που χρησιμοποιείται, ευτυχές, 
Πολιτικός, Προσεκτικός και ενδελεχής,
Με λόγο μεστό αφορισμών, αλλά λίγο αμβλύνους;
Κατά καιρούς, πράγματι σχεδόν γελοίος,----
Σχεδόν, κατά καιρούς, Ο Τρελός.

Γερνώ….. Γερνώ….

Θα γυρίσω των παντελονιών μου τα ρεβέρ.
Να χτενίσω τα μαλλιά μου προς τα πίσω; Τολμώ να φάω ένα ροδάκινο; 
Θα φοράω άσπρα φανελένια παντελόνια, και θα κάνω βόλτα στη παραλία.
Έχω ακούσει τις γοργόνες να τραγουδούν, η μία στην άλλη. 

Δεν νομίζω ότι θα τραγουδήσουν σε μένα.

Τις έχω δει να ανοίγονται στο πέλαγο τα κύματα καβαλώντας
Χτενίζοντας τα άσπρα μαλλιά των κυμάτων που ξεχύνονται πίσω 
Όταν ο άνεμος σκιρτάει το νερό σ’ άσπρο και μαύρο.

Στης θάλασσας τα Δώματα καιρό κρατηθήκαμε 
Από θαλασσό-κόριτσα τυλιγμένα με άλγη κόκκινα και καφετιά 
Ώσπου ανθρώπινες φωνές να μας ξυπνήσουν, και να πνιγούμε.

Μετάφραση: Στρατής Φάβρος



LINKS: 
http://people.virginia.edu/~sfr/enam312/prufrock.html
http://cummingsstudyguides.net/Guides3/Prufrock.html
http://youtu.be/JAO3QTU4PzY
http://youtu.be/PLNsPhKlucY
http://youtu.be/onESyDOMKKA

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

EZRA POUND



The Lake Isle

.
O GOD, O Venus, O Mercury, patron of thieves,
Give me in due time, I beseech you, a little tobacco-shop,
With the little bright boxes
piled up neatly upon the shelves
And the loose fragrant cavendish
and the shag,
And the bright Virginia
loose under the bright glass cases,
And a pair of scales not too greasy,
And the whores dropping in for a word or two in passing,
For a flip word, and to tidy their hair a bit.

.
O God, O Venus, O Mercury, patron of thieves,
Lend me a little tobacco-shop,
or install me in any profession
Save this damn’d profession of writing,
where one needs one’s brains all the time.

.
— E z r a P o u n d (1885-1972)

http://theotherpages.org/poems/pound01.html



Το νησί στη λίμνη

.
Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, πάτρωνα του κλέφτη
Δώστε μου, σας θερμοπαρακαλώ, ένα μικρό καπνοπουλειό, σαν το θελήστε,
Με τα μικρά στιλπνά κουτιά
στοιβαγμένα ταχτικά στα ράφια
Και τον ανάριο μυρωδάτο ταμπάκο
και το τουμπεκί,
Και το ξανθό Βερτζίνια,
 χύμα κάτω απ’ το τζάμι που γυαλίζει,
Και μιαν όχι και τόσο λαδωμένη ζυγαριά,
Και τα πουτανάκια σταματώντας στο πέρασμα για καμιά κουβέντα,
Να πούνε το λογάκι τους, και να φτιάξουν τα μαλλάκια τους μια στάλα.

.
Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, πάτρωνα του κλέφτη,
Δανείστε μου ένα μικρό καπνοπουλειό,
 ή στρώστε με σ’ όποιο επάγγελμα
Εχτός από το κερατένιο τούτο επάγγελμα του λογοτέχνη,
που όλη την ώρα σου ζητά νά ‘χεις μυαλό

Μετάφραση:  Γ ι ώ ρ γ ο ς   Σ ε φ έ ρ η ς
Γιώργος Σεφέρης, Αντιγραφές, Αθήνα, Ίκαρος, 2η έκδοση, 1978, σελ. 51



Το νησί στη λίμνη


Ω Θεέ μου, Ω Αφροδίτη, Ω Ερμή, πάτρωνα των κλεφτών
Δώστε μου σε χρόνο πρακτικό, σας εκλιπαρώ, ένα μικρό καπνοπωλείο
Με τα μικρά γυαλιστερά κουτιά
στοιβαγμένα τακτικά στα ράφια ως ψηλά
και την αφράτη αρωματική κάβεντις πάστα καπνού,
τον καπνό για τα στριφτά,
και το λαμπρό Βιρτζίνια
χύδην κάτω από τις λαμπερές γυάλινες θήκες
και ένα δύο ζυγούς όχι τόσο λαδωμένους,
και τις πόρνες να δίνουν το παρόν για ένα δυο κουβέντες στα πεταχτά
για μιαν αστόχαστη κουβέντα, και τα μαλλιά τους να φτιάξουν μια σταλιά


Ω Θεέ μου, Ω Αφροδίτη, Ω Ερμή, πάτρωνα των κλεφτών
Δανείστε μου ένα μικρό καπνοπωλείο 
Η δώστε μου ένα επάγγελμα όποιο να ναι 
Πέρα απ’ το καταραμένο του γραψίματος επάγγελμα
Που χρειάζεται κανείς το μυαλό του ολοκαιρίς. 


Έζρα Πάουντ 

Μετάφραση: Στρατής Φάβρος


Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

El tiempo de la Revolución

Εμμονή λέγεται αυτό που έχω πάθει σήμερα, με τον συγκεκριμένο εκπληκτικό ήχο του Erik Truffaz Quartet !!!!


Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

ΧΑΡΟΥΚΙ ΜΟΥΡΑΚΑΜΙ



[Καθώς τρέχω, λέω στον εαυτό μου να σκεφτεί ένα ποτάμι. Και σύννεφα. Αλλά στην πραγματικότητα δεν σκέφτομαι τίποτα. Το μόνο που κάνω είναι να τρέχω ασταμάτητα μες στο δικό μου, οικείο, χειροποίητο κενό, τη δική μου προσωπική νοσταλγία. Κι αυτό είναι υπέροχο. Οι άλλοι ας λένε ό,τι θέλουν. ]

.....................

[Όταν ξεκίνησα το τρέξιμο, δεν μπορούσα να τρέχω μεγάλες αποστάσεις. Μπορούσα να τρέχω μονάχα για περίπου είκοσι, το πολύ τριάντα λεπτά. Ήταν αρκετό για να μου κοπεί η ανάσα, να κάνει την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά, τα πόδια μου να τρέμουν. Ήταν αναμενόμενο, εφόσον είχα πολύ καιρό να γυμναστώ πραγματικά. Στην αρχή αισθανόμουν άβολα που μ' έβλεπαν οι γείτονές μου να τρέχω - το ίδιο συναίσθημα που είχα την πρώτη φορά που είδα τον τίτλο μυθιστοριογράφος μέσα σε παρένθεση πλάι στ' όνομά μου. Καθώς όμως συνέχιζα να τρέχω, το σώμα μου άρχισε ν' αποδέχεται το γεγονός ότι τρέχει, και μπόρεσα σταδιακά ν' αυξήσω την απόσταση. Άρχισα ν' αποκτάω
 σιγά σιγά το στιλ του δρομέα, ανάπνεα πιο σωστά και οι σφυγμοί μου έπεσαν. Δεν μετρούσε τόσο η ταχύτητα ή η απόσταση, όσο το να τρέχω καθημερινά, χωρίς διάλειμμα.]

.......................

[Σε όλες τις συνεντεύξεις με ρωτάνε ποιο είναι το σημαντικότερο προσόν για ένα μυθιστοριογράφο. Είναι ολοφάνερο: το ταλέντο. Όσο ενθουσιασμό και προσπάθεια κι αν επενδύσεις στο γράψιμο, αν δεν διαθέτεις ίχνος λογοτεχνικού ταλέντου, καλύτερα να ξεχάσεις την καριέρα του μυθιστοριογράφου. Είναι η απαραίτητη προϋπόθεση, πολύ πιο σημαντική από τ' άλλα προσόντα. Χωρίς καύσιμα, ακόμα και το καλύτερο αυτοκίνητο δεν προχωράει. 
Το πρόβλημα με το ταλέντο είναι ότι στις περισσότερες περιπτώσεις ο άνθρωπος που το διαθέτει δεν μπορεί να το διαχειριστεί ποσοτικά ή ποιοτικά. Κι όταν διαπιστώσεις ότι δεν σου φτάνει, μπορεί να θελήσεις να το αυξήσεις, ή να προσπαθήσεις να το χρησιμοποιήσεις με φειδώ ώστε να σου κρατήσει περισσότερο, και στις δύο περιπτώσεις όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Το ταλέντο αποφασίζει από μόνο του πότε θ' αναβλύσει, κι όταν στερέψει, πάει, τέλειωσε. Φυσικά, μερικοί ποιητές και τραγουδιστές της ροκ που η ιδιοφυία τους έσβησε στο αποκορύφωμα της δόξας τους - άνθρωποι σαν τον Σούμπερτ ή τον Μότσαρτ, που ο τραγικά πρόωρος θάνατός τους τούς μετέτρεψε σε μύθους - ασκούν μια ορισμένη γοητεία, αυτοί όμως δεν είναι το πρότυπο που ακολουθούμε εμείς, η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων.]

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Χαρούκι Μουρακάμι:

ΓΙΑ ΤΙ ΠΡΑΓΜΑ ΜΙΛΑΩ
ΟΤΑΝ ΜΙΛΑΩ ΓΙΑ ΤΟ ΤΡΕΞΙΜΟ

Εκδόσεις Ωκεανίδα
Μτφ. Βασίλης Κιμούλης
σελ. 40,61,62, 111,112

JOYCE MANSOUR



Αναδημοσίευση από το εξαιρετικό post της
Ευτυχίας Παναγιώτου | exwtico


η πρωτότυπη ανάρτηση εδώ
****************************************

«…Ο λόγος της ενδίδει στην ασέλγεια, στη σεξουαλική φρενίτιδα που διακλαδίζεται στον κανιβαλισμό, στη λαγνεία, στο λεσβιασμό, στο βίτσιο, στο μακάβριο, στη διαστροφή, σ’ όλες τις παρενέργειες του ερωτικού παροξυσμού, επιστρατεύοντας και την αναισχυντία, προκειμένου να διασαλπίσει πως είναι απαράδεκτος ο θάνατος», έγραψε ο Έκτωρ Κακναβάτος γι’ αυτήν. Ο Αντρέ Μπρετόν ονόμασε αυτό το σκανδαλώδες κορίτσι του υπερρεαλισμού και της μαγγανείας «Κονδυλώδες τέκνο του ανατολικού παραμυθιού».
Ήταν η Joyce Mansour. Γεννήθηκε στην Αγγλία, από Αιγύπτιους γονείς [1928-1986], ήταν πρωταθλήτρια της Αιγύπτου στα 100 μέτρα, ικανή ιππεύτρια, και με ρεκόρ στο βάδην και στο άλμα σε ύψος. Όταν εγκατέλειψε τον αθλητισμό στα είκοσί της χρόνια άρχισε να γράφει ποίηση. Οι «Κραυγές» της μάγεψαν τον Αντρέ Μπρετόν που επικοινώνησε μαζί της ενόσω ήταν ακόμα στην Αίγυπτο. Σαν πήγε στο Παρίσι με το σύζυγό της, έγιναν αχώριστοι με τον ακαταμάχητο πατέρα του υπερρεαλισμού.
Ο σύζυγός της Samir Mansour καταθέτει πως ήταν λυτρωμένη από τις υλικές μέριμνες, δεν ήξερε να βράσει ούτε αβγό, ήταν ιδιαιτέρως προσηλωμένη στις δραστηριότητες των φίλων της, δεν διέθετε καμία πειθαρχία στο γράψιμο και δεν έδινε εικόνα συγγραφέα. Ο ίδιος δεν την είχε δει ποτέ του να γράφει, τα χειρόγραφά της τα έδινε στο γιο της, για να της διορθώσει τα ορθογραφικά.
Η «μικρή μάγισσα» κατάφερε «να μαυλίσει τους τελευταίους μεγάλους υπερρεαλιστές», γράφτηκε μετά το θάνατό της, στα πενήντα οχτώ της χρόνια, από καρκίνο του στήθους. Η ποίησή της είναι ακαριαία, αφορά αποκλειστικά όσους αντέχουν το σώμα σε όλες του τις σαρκικές υπερβολές, με όλα του τα πάθη, σε αυτούς που μπορούν να κοιτάξουν τον υπερρεαλισμό ως ένα είδος υλοποιημένου, μερικές φορές τερατόμορφου, ερωτισμού.

****************************************

Joyce Mansour, Kραυγές, Σπαράγματα, Όρνια, 
απόδοση Έκτωρ Κακναβάτος, 
εκδόσεις Άγρα, 1994

 

Κραυγές 1953

Το μπηγμένο καρφί στο ουράνιο μάγουλό μου

τα κέρατα που βλασταίνουν πίσω απ’ τ’ αυτιά μου

οι πληγές μου που δεν γιατρεύονται ποτές

το αίμα μου που γίνεται νερό που διαλύεται ευωδιάζει

τα παιδιά μου που στραγγαλίζω εισακούοντας τις ευχές τους

όλα ετούτα με κάνουν Κύριό σας και Θεό σας

*

Κάλεσέ με με το τελευταίο μου όνομα

κρέμασε τα ρούχα μου στους πλανήτες στ’ άστρα

που οι κνήμες μου χωρίς διέξοδο βαδίζουνε στη γην επάνω

σπέρνοντας την απελπισία μου μέσα στις καρδιές των ζώων

που οι τελευταίες μου ειδήσεις ηχούν σαν πένθιμες καμπάνες

για να καλέσουν στη μετάνοια τους ανθρώπους

*

Σ’ αρέσει να πέφτεις στο ξεστρωμένο μας κρεβάτι,

οι παλιοί ιδρώτες μας δεν σ’ αηδιάζουν,

τα λερωμένα, από ξεχασμένα όνειρα σεντόνια μας

οι κραυγές μας που στο σκοτεινό δωμάτιο αντηχούνε

όλα ετούτα ξεσηκώνουνε το αχόρταγο κορμί σου,

το άσχημό σου πρόσωπο επιτέλους λάμπει

που οι χθεσινοί μας πόθοι είναι όνειρα αυριανά σου

*

Καθισμένη στο κρεβάτι μ’ ανοιχτές τις γάμπες

μπροστά της ένα κύπελλο

ψάχνοντας να φάει μα μη βλέποντας τίποτα

η γυναίκα με τα φαγωμένα απ’ τις μύγες βλέφαρα

βογγούσε

Απ’ τα παράθυρα μπαίναν οι μύγες

βγαίναν απ’ την πόρτα

μπαίναν στο κύπελλό της

μάτια κόκκινα μύγες μαύρες

φαγωμένες από τη γυναίκα

που δεν έβλεπε τίποτα

*

Γυμνή θέλω να δειχτώ στα ωδικά σου μάτια

θέλω να με δεις να ουρλιάζω από ηδονή

που τα λυγισμένα κάτω από μεγάλο βάρος μέλη μου

σε ανόσιες σε σμπρώχνουν πράξεις

που τα ίσια μαλλιά της αφηρημένης κεφαλής μου

μπλέκονται στα νύχια σου

απ’ την παραφορά καμπυλωμένα

που τυφλός κρατιέσαι ορθός κι αφοσιωμένος

ξανοίγοντας από του μαδημένου μου κορμιού το ύψος

*

Αφού σε προκαλούν τα στήθια μου

θέλω τη λύσσα σου

θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν

τα μάγουλά σου να ρουφιόνται να χλωμιάζουν

θέλω τ’ ανατριχιάσματά σου

θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια

πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα

οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε

*

Τα βίτσια των αντρών

είναι η επικράτειά μου

οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου

αγαπάω να μασάω τις χαμερπείς τους σκέψεις

γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου


Σπαράγματα 1955

Κάλεσέ με να περάσω μες στο στόμα σου τη νύχτα

διηγήσου μου των ποταμών τα νιάτα

πίεσε τη γλώσσα μου πάνω στο γυάλινό σου μάτι

δώσ’ μου για τροφό την κνήμη σου

κι ας κοιμηθούμε ύστερα του αδερφού μου αδέρφι

μιας και πεθαίνουν τα φιλιά μας

πιο γρήγορα παρά η νύχτα

*

Εξήγησα στη ριγωτή γάτα

τις αιτίες των εποχών της κουκουβάγιας τις ρίγες

την προδοσία των φίλων τον έρωτα των καμπούρηδων

και τον τοκετό του χταποδιού με τα πλοκάμια να σπαρταρούνε

που σέρνεται στο κρεβάτι μου και δεν αγαπά τα χάδια

Η ριγωτή γάτα άκουγε χωρίς να βλεφαρίζει ούτε ν’ απαντά

κι όταν έφυγα

η ριγωτή ράχη της

γελούσε

*

Κορμί μικρό κακοκαμωμένο

μες στο υπόγειο του δίχως ημέρες

μικρό κεφάλι καλογυαλισμένο

δίχως μάτια ούτε χαμόγελο

είναι η παιδική ηλικία

μικρά κόκαλα δίχως θέληση

τσακισμένα με σπουδή ανάμεσα σε άγουρα δάχτυλα

ινδικό χοιρίδιο πλαδαρό γλυκό και καταδικασμένο

παιδί διόλου τέκνο μιας μάνας δίχως εραστή

καταδικασμένο στη μοναξιά   καταδικασμένο στην επιστήμη

*

Πόδια σφιχτοδεμένα

η καρδιά σαλάτα

περιμένω θεέ το έμβρυο

για να πεθάνω καρφωμένη στον ουρανό

σαν ένα αστέρι

ευτυχισμένη

*

Θυμήσου την ακανόνιστη πτήση της καρδιάς μου

τη συγκίνησή σου

των τριχών μου το τσαλάκωμα

όταν μαζί γελούσαμε θυμήσου

τον παραγεμισμένον μ’ ευωδίες αγέρα

που απ’ το πυρωμένο μου κορμί προβαίνει

το παχύ γκρίζο καουτσούκ των χαύνων βραδιών του χειμώνα

Όταν ακούγαμε να βαρούν καμπάνες τα ποντίκια

τρώγωντας παπαρούνες

Εσύ κι εγώ θυμήσου

*

Άκουσέ με

Τα χέρια σου μ’ακούνε

Μην κλείνεις τα μάτια

οι κνήμες μου μένουν ανοιγμένες

παρά του μεσημεριού το φως που ουρλιάζει

παρά τις μύγες

Μην αποστρέφεσαι τα λόγια μου

Μη σηκώνεις τους ώμους

άκουσέ με Θεέ μου

πλήρωσα τη δεκάτη

κ’ οι προσευχές μου αξίζουν όσο και της πλαϊνής μου


Όρνια 1960
Little Rock

Όπου θα πας

θα πάω

πτυχωμένο με δάκρυα κεφάλι

Όπου θα προσευχηθείς

θα προσευχηθώ

Ω η απελπισία των αποκοιμισμένων τούτων τοίχων

Ο λαός σου θα είναι ο λαός μου

Το κρεβάτι σου η μόνη μου ελπίδα

Ο θεός σου θα είναι ο θεός μου

Κι ο αφαλός σου

η θέση που κουρνιάζω

γιατί μόνο το δέρμα σου είναι μαύρο


Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

ΛΕΠΤΕΣ ΚΛΩΣΤΕΣ




- Μα πού πας έτσι ξυπόλητη; Θα κρυώσεις, θα πληγώσεις τα πόδια σου, θα ματώσεις. Όλοι θα σε κοροϊδεύουν, θα σε κοιτάζουν σαν σκουπίδι, σαν ένα γυμνό σκουπίδι. Πού πας γύρνα πίσω. Δε θ’ αντέξεις το αδηφάγο γέλιο των ανθρώπων.

Ανελέητα λόγια, κραυγές απελπισίας που γκρεμίζονται και σπάνε με θόρυβο.
Κλείνω τ’ αυτιά μου.

Μη με καταδιώκεις με τις λέξεις σου. Άσε με να πονέσω, να ματώσω, να ζήσω την ιερότητα της γύμνιας, τη ματαίωση της συνήθειας και με κομμένη την ανάσα ν’ ακούσω για πρώτη φορά την ησυχία της νύχτας και να κλάψω. Να κλάψω γι’ αυτόν το μακρινό κόσμο που με έντονες χειρονομίες διαταράσσει τον αναστεναγμό των αστεριών.

Δε θα φτάσω ποτέ στον κόσμο σας. Έχω γυρίσει την πλάτη και προχωρώ σ’ ένα ελαστικό σύμπαν όπου τα δευτερόλεπτα αιωρούνται και οι μνήμες ίπτανται αόρατες σαν μουσικές νότες ώσπου να γίνουν κλωστές. Λεπτές, πολύ λεπτές κλωστές.

Τις αγγίζω τρυφερά κι έπειτα τις κρεμάω στο βρεγμένο σκοινί της λήθης.
Τα φώτα ανάβουν, τα κύμβαλα κλαίνε, οι φλυαρίες των θεατών πληθαίνουν και στερεώνουν με καρφίτσες τα λάθη, πάνω στο βρεγμένο σκοινί. Μια οπτασία σκοτεινής φιγούρας, γυναικείας θαρρώ, ισορροπεί στο ποδήλατο με τη μία ρόδα που αρχίζει από Ζ. Κι αποδίδει δικαιοσύνη κραυγάζοντας αιφνιδιαστικά.

- Μια φορά ακόμα, μια φορά ακόμα.  

Το πλήθος παραληρεί. Ζητάει κι άλλο αίμα.

Σηκώνω τα γυμνά μου πόδια ψηλά, πάνω απ’ όλους, πέρα απ’ όλα. 

Το αίμα από τα πληγωμένα δάχτυλα χύνεται σπάταλα και πέφτει σε μικρές κόκκινες σταγόνες πάνω στα πρόσωπα των θεατών που ζητωκραυγάζουν, χειροκροτούν δαιμονισμένα. Θέλουν κι άλλο. 

Κι όπως είμαι μια κόκκινη λεπτή, πολύ λεπτή κλωστή που ματώνει και στάζει πάνω στα αγριεμένα πρόσωπα, γλιστράω, και πέφτω. Με τα πόδια κόκκινα, γυμνά, πληγωμένα. Και τα χέρια κόκκινα, γυμνά, πληγωμένα φτερά.

Ο ορίζοντας κοκκίνισε.

Θα φύγω είπα, μα θα κρατήσω μία λέξη σου. Κι ίσως κι εκείνο το ποδήλατο με τη μία ρόδα.
Που αρχίζει από Ζ.

©Silena, 9/3/2013