Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


«Η Μαρίνα των βράχων»


Paintings: Marc Chagall
Music: Hans Werner Henze
Recitation: Grigoris Valtinos

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα πού γύριζες 
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας 
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους. 
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο 
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Xίμαιρας 
Ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση! 
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου 
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω 
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών 
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια
- Μα πού γύριζες;
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας 
Σου ‘λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες 
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων 
Ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους 
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη 
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα 
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού 
Και τ’ άρωμα των γυακίνθων - Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα 
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο 
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε 
Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομά του 
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.
Άκουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση 
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος 
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας 
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα 
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη. 
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο
άλλο καλοκαίρι, 
Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια 
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους, 
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές 
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο. 

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο, 
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας 
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

ΤΥΦΛΗ



ΤΥΦΛΗ

Τυφλή.
Στέκομαι με το βλέμμα ανήσυχο
κι ένα πορτοκαλί χτενάκι στα μαλλιά
να μαγνητίζει τα ερωτηματικά.
Να μην πέσει η ματιά
στα μάτια και προδοθώ.
Να μην πέσει η λήθη
στα όνειρα και στη λάβα τους χαθώ.
Ακίνητη.
Με σύννεφα για δάκρυα
μ' αστέρια για φωνή
με νύχτα, για αίμα
πάλλομαι αγάπη μου
παλινδρομώ σαν σχοινοβάτης που δεν αντέχει πια τα ύψη
σαν φλούδα μοσχομυριστή
μανταρινιού που ορέχτηκα πριν απ' το χάραμα.
Τυφλή
με δυο χέρια να μυρίζουν
μανταρίνι.

®Silena 21/2/2013

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ



Το Μονόγραμμα (απόσπασμα)

Σ' αγαπάω μ' ακούς;
Κλαίω, πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
κλαίω για τα χρόνια που έρχονται χωρίς εμάς
και τραγουδάω για τα αλλά που πέρασαν, εάν είναι αλήθεια.
Για τα «πίστεψέ με» και τα «μη.»
Μια στον αέρα μια στη μουσική,
εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδάω
κλαίω για το σώμα πού άγγιξα και είδα τον κόσμο.
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα..
Επειδή σ' αγαπάω και στην αγάπη
ξέρω να μπαίνω σαν πανσέληνος
από παντού, για σένα
μέσα στα σεντόνια, να μαδάω λουλούδια κι έχω τη δύναμη.
Αποκοιμισμένο, να φυσάω να σε πηγαίνω παντού,
σ' έχουν ακούσει τα κύματα πως χαϊδεύεις,
πως φιλάς, πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά.
Πάντα εσύ τ΄αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτάδι,
πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει.
Το κλειστό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ.
Επειδή σ΄αγαπάω και σ' αγαπάω.
Πάντα εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει
τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο.
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή που πια
δεν έχω τίποτε άλλο μες στους τέσσερις τοίχους,
το ταβάνι, το πάτωμα να φωνάζω από σένα
και να με χτυπά η φωνή μου
να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι.
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ακούς;
Είναι νωρίς ακόμη μέσα στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
να μιλώ για σένα και για μένα.
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ” ακούς;
Είμ' εγώ, μ' ακούς; Σ' αγαπάω, μ' ακούς;
Πού μ' αφήνεις, που πας, μ' ακούς;
Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς; για μας, μ' ακούς;
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς;
το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και μ' ακούς;
Της αγάπης μια για πάντα το κόψαμε
και δεν γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς;
Σ' άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ' ακούς;
δεν υπάρχει το χώμα δεν υπάρχει ο αέρας που αγγίξαμε,
ο ίδιος, μ' ακούς;
και κανείς δεν κατάφερε από τόσον χειμώνα
κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς;
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς;
Μες στη μέση της θάλασσας
από το μόνο θέλημα της αγάπης, μ' ακούς.
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς.
Άκου, ποιος μιλάει στα νερά και ποιος κλαίει, ακούς;
Είμαι εγώ που φωνάζω κι είμαι εγώ που κλαίω, μ' ακούς;
Σ” αγαπάω, σ’ αγαπάω, μ' ακούς;
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
και γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου να 'ρθω.
Που δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον αέρα που αναπνέεις
και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει.
Μόνη να περιμένω που θα πρωτοφανείς
σαν από μια εικόνα κατεστραμμένη.
Που κανείς να μην έχει δει για σένα για σένα μόνο εγώ,
μπορεί, και η μουσική που διώχνω μέσα μου
αλλά αυτή γυρίζει δυνατότερη για σένα,
όλα για σένα, για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή.
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί.
Να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί μες σε αυτά που το πέρασμα σου αφήνει.
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί πριν από εσένα και μαζί σου.
Πήγαινε, και ας έχω εγώ χαθεί ένα κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μέσα μια φωνή κι έναν καθρέφτη να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ.
Να σε βλέπω μισό να περνάς από μπροστά μου
και μισή να κλαίω για αυτό που χάνω, σ' αγαπάω… Μ' ακούς;
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ


Ἄγγελος Σικελιανός

ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗ


Στὸ ρόδινα μάκαριο φῶς, νά με, ἀνεβαίνω τῆς αὐγῆς,
                    μὲ σηκωμένα χέρια,
ἡ θεία γαλήνη μὲ καλεῖ τοῦ πέλαου, ἔτσι γιὰ νὰ βγῶ
                    πρὸς τὰ γαλάζια αἰθέρια·

μὰ ὢ ἄξαφνες πνοὲς τῆς γῆς ποὺ μὲς στὰ στήθια μου χυμᾶν
                    κι ἀκέρια με κλονίζουν!
Ὦ Δία, τὸ πέλαγο εἶν᾿ βαρὺ καὶ τὰ λυτά μου τὰ μαλλιὰ
                    σὰ πέτρες μὲ βυθίζουν!

Αὖρες τρεχάτε -ὦ Κυμοθόη, ὦ Γλαύκη,- ἐλᾶτε πιάστε μου
                    τὰ χέρια ἀπ᾿ τὴ μασκάλη.
Δὲ πρόσμενα ἔτσι μονομιᾶς παραδομένη νὰ βρεθῶ
                    μὲς στοῦ Ἥλιου τὴν ἀγκάλη...


ΠΗΓΗ: εδώ


Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Η ΑΝΑΣΑ




Αιφνιδίως κόκκινα

ριγμένα ακατάστατα πάνω στο μαξιλάρι

μοιάζουν με αίμα.

Σαν για να τιμωρήσουν

την απροκάλυπτη λευκότητα του μαξιλαριού.

Την παρατηρεί γονατιστός, στο πλάι της.

Σαν ικέτης ή σαν κοινωνός μιας ημιφωτισμένης οικειότητας

που σκορπίζει, στα μικρά διαλείμματα του φωτός,

τους συμβιβασμούς της καθημερινότητας.

Πλησιάζει κι άλλο κι αφουγκράζεται.

Κι είναι τόσα μες στην ανάσα της κρυμμένα!

Μικρές θολές οπτασίες που ανακατεύονται με χρώματα κι αρώματα.

Τυχαίες, απρόσμενες συναντήσεις που αναδύουν αρχαίες σοφίες και ήχους

μακρινούς.

Και ένα παραλήρημα, ευγενικό, προς τη νύχτα τη μυστική

που άφησε την πόρτα ανοιχτή στα όνειρα.

Silena 17/2/2013

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

HUMAN TOUCH


Human Touch
 ©Silena



WILLIAM S. BURROUGHS



William S. Burroughs  - Η γάτα μέσα μας

Γουργουρίζοντας στον ύπνο του ο Φλετς
τεντώνει τις μαύρες του πατουσίτσες
για ν' αγγίξει τα χέρια μου, με τα νύχια του κρυμμένα,
απλώς ένα απαλό άγγιγμα 
για να βεβαιωθεί ότι είμαι δίπλα του όσο εκείνος κοιμάται.
Θα πρέπει να με βλέπει στο όνειρό του.
Λένε ότι οι γάτες δεν βλέπουν χρώματα :
μόνο ασπρόμαυρες εικόνες με πολύ κόκκο,
ένα φθαρμένο ασημένιο φιλμ που τρεμοπαίζει
καθώς φεύγω από το δωμάτιο, επιστρέφω, βγαίνω έξω,
τον παίρνω στην αγκαλιά μου, τον αφήνω κάτω.
Ποιος θα μπορούσε να κάνει κακό σ΄ ένα τέτοιο πλάσμα;
 Άκου εκπαίδευσε το σκύλο του να σκοτώνει!
Το μίσος προς τις γάτες φανερώνει
ένα κακό, ηλίθιο, άξεστο,
 φανατισμένο πνεύμα.
Δεν μπορώ να δεχτώ κανένα συμβιβασμό
με αυτό το Κακό Πνεύμα.

Μετάφραση : Αργυρώ Πιπίνη και Κική Προδρομίδου

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

[Από τη σειρά Τέταρτη διάσταση (1972)]

Γιάννης Ρίτσος, Το παράθυρο (απόσπασμα)

[...]

Αν ανέβεις λίγο πιο πάνω από κείνο το δρόμο ως το λοφίσκο τού Αη-Βασίλη,
βλέπεις ακέριο το λιμάνι κάτω απ' τα μάτια σου
βλέπεις ν' αστράφτουν μες στο σκοτεινό νερό, άκρη-άκρη τής απέραντης θάλασσας,
οι μεγάλοι πρασινόχρυσοι ιριδιστοί λεκέδες από λάδι ή πετρέλαιο, 
λαμπροί λεκέδες, κι αμόλευτοι θαρρείς, σα φωτεινά, κινούμενα νησίδια αδιάφορης γαλήνης 
ανάμεσα σε ψόφια σκυλιά, σάπιες πατάτες, άχερα, κουκουνάρια και βάρκες.

Μπορείς λοιπόν να κοιτάζεις αδίστακτα απ' αυτό το παράθυρο 
ή και να βγεις στο δρόμο. Μια σιωπηλή αγιότητα 
μένει κάτω απ' τις πράξεις των ανθρώπων. Μια σκιά μενεξεδένια 
σωπαίνει στον αριστερό ώμο μιας γυναίκας κουρασμένης απ' τον έρωτα 
που γύρισε απ' τ' άλλο της πλευρό κι αποκοιμήθηκε μονάχη. Μπορείς να κοιτάζεις
τα χοντρά σώβρακα στη διπλανή αυλή λεκιασμένα από ονειρώξεις 
ή τις ξεδιπλωμένες καπότες κάτω απ' τα παγκάκια του πάρκου 
ή τα κουμπιά απ' τούς στηθόδεσμους των γυναικών που έπεσαν στο χορτάρι
σα μικρά, φιλντισένια λουλούδια, λιγάκι πικραμένα 
που τίποτ' άλλο δεν έχουν πια να δώσουν — άρωμα, γύρη, σπόρο. 
Τίποτα.

Σε κείνο το δρόμο είπα να πάω και γω κάποτε 
να πουλήσω αυτό το παράθυρο και κείνο το μεγάλο κασόνι 
όχι για τίποτ' άλλο, μόνο για ν' απαλλαγώ απ' την έγνοια τους, 
ν' αναμιχθώ κ' εγώ σε αγοροπωλησίες,
 
ν' ακούσω τη φωνή μου όταν μιλάει μια ξένη γλώσσα. Το 'νιωσα γρήγορα 
πως τίποτα δεν είχα να πουλήσω. Μια υστεροβουλία ήταν μονάχα: 
η αναζήτηση μιας νέας δοκιμασίας που πάλι
θα την επόπτευα απ' αυτό το παράθυρο, το έστω και δίχως τζάμια.

Ποτέ δεν τα κατάφερα στο εμπόριο. Άλλωστε δεν έχω 
τίποτα που ν' αξίζει πληρωμή, τίποτα
που να μπορώ να το πληρώσω. Και τούτες οι παλιές φωτογραφίες 
τίποτα δεν αξίζουν για τούς άλλους, μ' όλο που οι κορνίζες τους τουλάχιστον
είναι από ατόφιο χρυσάφι. Όμως εμένα μου χρειάζονται.

Κι ούτε είναι πεθαμένες - όχι. Όταν βραδιάζει
κ' είναι ακόμη ζεστές οι καρέκλες έξω απ' τα καφενεία
κι όλοι (κ' ίσως και γω) ζητούν να καταφύγουν μέσα σ' έναν άλλον,
αυτές κατεβαίνουν σιωπηλά απ' τις κορνίζες τους σα να κατεβαίνουν
μια ταπεινή ξύλινη σκάλα, πηγαίνουν στην κουζίνα,
ανάβουν τη λάμπα, στρώνουν το τραπέζι, (ακούγεται
ο φιλικός ήχος από 'να πιρούνι που χτύπησε στο πιάτο),
ταχτοποιούν τα λίγα μου βιβλία κι ακόμη τις σκέψεις μου
με συγκρίσεις και εικόνες (παλιές και καινούργιες), με σεμνά επιχειρήματα
και κάποτε με αρχαίες, ακλόνητες, βιωμένες αποδείξεις.

Γι' αυτό κιόλας κρατώ μ' ευγνωμοσύνη αυτό το παράθυρο.
Δε μ' εμποδίζει διόλου να βλέπω και να είμαι, - το αντίθετο μάλιστα.

Όσο για κείνο πού σου 'λεγα : «πιεσμένος ανάμεσα στον τοίχο και στο τζάμι»,
ήταν μια υπερβολή τής άνοιξης, μια υπερβολή
απ' τη σαρκική αφθονία των πράσινων φύλλων. Το παράθυρο
είναι μια εξυπηρετική, τετράγωνη γαλήνη και διαύγεια.

Όταν οι τοίχοι θαμπώνουν το απόβραδο, αυτό το παράθυρο 
φέγγει ακόμη σαν από μόνο του∙ διατηρεί κ' επεκτείνει 
την τελευταία ανταύγεια του ηλιογέρματος, 
ρίχνει την αντανάκλασή του στον ισκιωμένο δρόμο, 
φωτίζει τα πρόσωπα των περαστικών σα να τα συλλαμβάνει επ' αυτοφώρω
στην πιο ανυπόκριτη στιγμή τους, φωτίζει τους τροχούς των ποδηλάτων
ή τη χρυσή αλυσίδα που βυθίζεται στο στήθος μιας γυναίκας
ή το περίεργο όνομα ενός καραβιού που αράζει στο λιμάνι.

[...]

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Στ' Τόμος] (1978)




ΠΗΓΗ: εδώ

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ - Σονέτο 17


Σονέτο 17 του Pablo Neruda
από την ποιητική συλλογή: 
Εκατό ερωτικά σονέτα
Cien Sonetos de amor
Μετάφραση: Ηλίας Ματθαίου
Εκδόσεις: Γνώση


Δε σ' αγαπώ σαν νάσουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,
σαΐτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
σ' αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,
μυστικά, μεσ' από την ψυχή και τον ίσκιο.

Σ' αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει,
μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο,
και ζει απ'τον έρωτά σου σκοτεινό στο κορμί μου
τ' άρωμα που σφιγμένο μ' ανέβηκε απ' το χώμα.

Σ' αγαπώ μη γνωρίζοντάς πως από που και πότε,
σ' αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια:
σ' αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ' αλλον τρόπο,
παρά μ' ετούτον όπου δεν είμαι μήτε είσαι,
που το χέρι σου πάνω μου το νοιώθω σα δικό μου,
που όταν κοιμάμαι κλείνουν και τα δικά σου μάτια.

~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~
Και στο πρωτότυπο:


No te amo como si fueras rosa de sal, topacio
o flecha de claveles que propagan el fuego:
te amo como se aman ciertas cosas oscuras,
secretamente, entre la sombra y el alma.


Te amo como la planta que no florece y lleva
dentro de sí, escondida, la luz de aquellas flores,
y gracias a tu amor vive oscuro en mi cuerpo
el apretado aroma que ascendió de la tierra.


Te amo sin saber cómo, ni cuándo, ni de dónde,
te amo directamente sin problemas ni orgullo:
así te amo porque no sé amar de otra manera,

sino así de este modo en que no soy ni eres,
tan cerca que tu mano sobre mi pecho es mía,
tan cerca que se cierran tus ojos con mi sueño.


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ





Καντάτα

Ἕνα περίεργο ἐπεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στὶς ἐφημερίδες,
ἕνας ἄντρας πῆγε σ᾿ ἕνα ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ «σπίτια»,
πῆρε μιὰ γυναῖκα,
μὰ μόλις μπαίνουν στὸ δωμάτιο,
ἀντὶ νὰ γδυθεῖ καὶ νὰ ἐπαναλάβει τὴν αἰώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει, καὶ τῆς ζητοῦσε νὰ τὸν ἀφήσει
νὰ κλάψει στὰ πόδια της. Ἐκείνη βάζει τὶς φωνές,
«ἐδῶ ἔρχονται γιὰ ἄλλα πράγματα»,
οἱ ἄλλοι ἀπ᾿ ἔξω δώστου χτυπήματα στὴν πόρτα.
Μὲ τὰ πολλὰ ἄνοιξαν καὶ τὸν διώξανε μὲ τὶς κλωτσιὲς
— ἀκοῦς ἐκεῖ διαστροφὴ νὰ θέλει, νὰ κλάψει μπρός σε μιὰ γυναῖκα.
Ἐκεῖνος ἔστριψε τὴ γωνία καὶ χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανεὶς δὲν τὸν ξανάδε πιά.
Καὶ μόνο ἐκείνη ἡ γυναῖκα,
θὰ ᾿ρθεῖ ἡ ἀναπότρεπτη ὥρα μιὰ νύχτα, ποὺ θὰ νοιώσει τὸν τρόμο ξαφνικά,
πῶς στέρησε τὸν ἑαυτὸ της ἀπ᾿ τὴν πιὸ βαθιά,
τὴν πιὸ μεγάλη ἐρωτικὴ πράξη
μὴν ἀφήνοντας ἕναν ἄντρα νὰ κλάψει στὰ πόδια της.

Πηγή: εδώ

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

SO BLACK AND BLUE

έτσι ακούγεται απόψε η καληνύχτα μου!!!

DEE DEE BRIDGEWATER

THE MASTER

Eίδα επιτέλους το The Master!
Ερμηνείες?? ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΕΣ
Υπόθεση?? ΜΕΤΡΙA

το κλείσιμο της ταινίας μόνο μου τα χάλασε, με άφησε μετέωρη και λιγάκι παγωμένη σε σχέση με την ένταση του υπόλοιπου έργου....
γενικά πιστεύω πως αξίζει να τη δει κανείς, οπότε σας εύχομαι... ΚΑΛΗ ΘΕΑΣΗ!


Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ



Τη στιγμή που σταματάς να κοιτάς τον καθρέφτη
και γυρνάς προς την αντίθετη κατεύθυνση το βλέμμα
αρχίζεις ν' αντικρίζεις κρυμμένους θησαυρούς,
μικρές γλυκές στιγμές, 
ξυπόλητες και τρυφερές
κι εσένα, να πετάς ψηλά να πιάσεις τα σύννεφα.

Τη στιγμή που απορρίπτεις τη σιωπή
και μιλάς για πρώτη φορά, 
σε σένα
χωρίς μάσκα, χωρίς χλευασμό, μα με την ψυχή γυμνή κι αληθινή
γκρεμίζεις τα φαντάσματα που σε κυνηγούν τόσα χρόνια
και κείνα μ' ένα σου φύσημα καταρρέουν, τόσο απλά.

Τη στιγμή που η μνήμη ξυπνάει
αγαπάς, τολμάς
μιλάς φωναχτά
ανυψώνεις την ψυχή
κι ανυψώνεσαι
εκεί που η αλήθεια σου νικάει το φόβο.

©Silena 9/2/2013



Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Luis Buñuel & Juan Ramón Jiménez





JUAN RAMÓN JIMÉNEZ


ΠΟΙΗΣΗ


Κάποτε νιώθω
καθώς το ρόδο
που θά ’μαι μια μέρα, καθώς το φτερό
που θά ’μαι μια μέρα.

Και με τυλίγει ένα άρωμα, ξένο και δικό μου,
δικό μου κι ενός ρόδου·
και με περισυλλέγει μια περιπλάνηση ξένη και δική μου
δική μου κι ενός πουλιού.

Τραγούδα, τραγούδα φωνή μου!
γιατί όσο υπάρχει ένα πράγμα
που δεν το είπες εσύ
δεν είπες τίποτα!

Ποίηση· δροσιά
της κάθε αυγής, κόρη
της κάθε νύχτας, ολόδροση, αγνή
αλήθεια των τελευταίων άστρων
πάνω στην τρυφερή αλήθεια των πρώτων λουλουδιών!
δροσιά, ποίηση·
πρωινή πτώση τ’ ουρανού πάνω στον κόσμο

Αυτή ’ναι η ζωή μου, εκείνη προς τα πάνω,
εκείνη της καθάριας αύρας,
του τελευταίου πουλιού,
των χρυσών κορυφών του σκοταδιού!
αυτή ’ναι η λευτεριά μου, να μυρίζω το ρόδο
να κόβω το ψυχρό νερό με το τρελό μου χέρι,
ν’ απογυμνώνω το δρυμό,
να παίρνω απ’ τον ήλιο το αιώνιο φως του!


Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέα Πορεία» τον Μάρτιο του 1958.


ΠΗΓΗ: ΑΛΩΝΑΚΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ, ΜΕΓΑΛΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

Δύο πολύ διαφορετικές μα άκρως ενδιαφέρουσες ταινίες μικρού μήκους....
απολαύστε τες!

HEAD OVER HEELS - Trailer from Timothy Reckart on Vimeo.


και αυτή ...

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

THE HAPPY PRINCE by OSCAR WILDE




"Το ρουμπίνι έπεσε απ' το σπαθί του, τα μάτια του δεν υπάρχουνε, και το χρυσάφι έχει εξαφανιστεί απ' το κορμί του" είπε ο Δήμαρχος. 

"Λίγο διαφέρει από ζητιάνο!" αναφώνησαν οι Δημοτικοί Σύμβουλοι. 

"Κι ένα νεκρό πουλί είναι στα πόδια του", συνέχισε ο Δήμαρχος. "Πρέπει να βγάλουμε ανακοίνωση ότι απαγορεύεται στα πουλιά να πεθαίνουν εδώ". Κι ο Γραμματέας κράτησε αμέσως σημείωση. 

Έτσι, κατεβάσανε το άγαλμα του Πρίγκιπα. "Αφού δεν είναι πια όμορφο, δεν είναι και χρήσιμο", αποφάνθηκε ο καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών. 

Στη συνέχεια, έστειλαν το άγαλμα για λιώσιμο, κι ο Δήμαρχος συγκάλεσε το Δημοτικό Συμβούλιο ν' αποφασίσουνε τι θα κάνουνε το μέταλλο. "Θα φτιάξουνε άλλο άγαλμα", εισηγήθηκε ο Δήμαρχος, "και φυσικά, θα είναι το δικό μου". 

"Όχι, το δικό μου", φώναζε κάθε Δημοτικός Σύμβουλος κι ο καβγάς δεν τελείωνε. Το τελευταίο νέο που μαθεύτηκε είναι ότι ακόμα μαλώνουνε. 

"Τι παράξενο!", είπε ο επιστάτης του χυτηρίου. "Αυτή η μολυβένια καρδιά δεν έλιωσε στο φούρνο. Να την πετάξουμε!". Και όντως, την πετάξανε σ' ένα σωρό σκουπίδια, όπου βρισκότανε και το σώμα του νεκρού Χελιδονιού.

"Φέρε μου τα δύο πολυτιμότερα πράγματα σ' εκείνη την πόλη", είπε ο Θεός σ' έναν Άγγελό του, κι ο Άγγελος του έφερε τη μολυβένια καρδιά και το νεκρό πουλί. 

"Σωστά διάλεξες", είπε ο Θεός, "διότι στον κήπο του Παραδείσου αυτό το πουλάκι θα κελαηδάει για πάντα, και στη χρυσή πολιτεία μου ο Ευτυχισμένος Πρίγκηπας θα με δοξάζει¨.

Ήταν ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του Oscar Wilde 
"Ο ευτυχισμένος πρίγκηπας" σε μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ
Εκδόσεις Ηριδανός
σελ. 28-30

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΕΠΙΜΕΝΩΝ ΝΙΚΑ!!!

Αύριο έχω γενέθλια και .... κάνω πάρτυ, αν μου βγει δηλαδή γιατί μέχρι τώρα αντιμετωπίζω απίστευτες δυσκολίες και αναποδιές, για να δούμε... θ' ακούσουμε μουσικές αύριο????

Πάρτε μια μικρή γεύση από απόψε και ευχηθείτε μου καλή επιτυχία :-)


Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

GABRIEL GARCIA MARQUEZ


Το διήγημα για παιδιά που ακολουθεί*, με τίτλο “Ένας πολύ γέρος κύριος με κάτι τεράστια φτερά” 1968, του Gabriel Garcia Marquez, έγινε πηγή έμπνευσης του βίντεο κλιπ του Tarsem Singh για το “Losing My Religion” των R.E.M., από το άλμπουμ Out of Time (1991)


“Την τρίτη μέρα της βροχής είχαν σκοτώσει τόσα καβούρια μες το σπίτι, που ο Πελάγιο αναγκάστηκε να διασχίσει την πλημμυρισμένη μεσαυλή του για να τα πετάξει στην θάλασσα, γιατί το νεογέννητο αγόρι είχε περάσει όλη την νύχτα με δέκατα κι όλοι σκέφτονταν πως έφταιγε η δυσωδία. Απ’ την Τρίτη όλα ήταν θλιβερά. Ουρανός και θάλασσα είχαν γίνει ένα σταχτί πράγμα κι η άμμος της παραλίας, που τον Μάρτη στραφτάλιζε σαν φωτεινή σκόνη, είχε μεταβληθεί σε σούπα από λάσπη και σαπισμένα θαλασσινά.

Το μεσημέρι το φως ήταν τόσο αδύνατο που όταν ο Πελάγιο γύριζε στο σπίτι, αφού είχε πετάξει τα καβούρια, με δυσκολία διέκρινε τι ήταν αυτό που κουνιότανε και βόγκαγε στο βάθος της μεσαυλής. Χρειάστηκε να πλησιάσει πολύ κοντά για ν’ ανακαλύψει πως ήταν ένας γέρος πεσμένος μπρούμυτα μες την λασπουριά και παρόλες τις μεγάλες του προσπάθειες δε μπορούσε ν’ ανασηκωθεί γιατί τον εμπόδιζαν οι τεράστιες φτερούγες του.

Τρομαγμένος απ’ αυτόν τον εφιάλτη, ο Πελάγιο έτρεξε να βρει την Ελισένδα, την γυναίκα του, που έβαζε κομπρέσες στο άρρωστο μωρό και την πήγε στο βάθος της μεσαυλής. Περιεργάστηκαν κι οι δύο το πεσμένο κορμί με βουβή κατάπληξη. Ήταν ντυμένος σαν ζητιάνος. Μόλις και του ‘μεναν λίγες ξασπρισμένες τρίχες στο γυμνό κρανίο του και πολύ λίγα δόντια στο στόμα και αυτή η θλιβερή του εμφάνιση, σαν καταμουσκεμένος παπούλης, του ‘χε αφαιρέσει όλο το μεγαλείο.

Οι φτερούγες του, σαν μεγάλου όρνιου, βρώμικες και μισομαδημένες, είχαν βουλιάξει για πάντα μες την λασπουριά. Τόσο πολύ τον περιεργάστηκαν και με τέτοια προσοχή που πολύ γρήγορα ο Πελάγιο και η Ελισένδα συνήλθαν απ’ την έκπληξή τους και στο τέλος τους φάνηκε και σαν γνωστός. Έτσι τόλμησαν να του μιλήσουν κι εκείνος τους αποκρίθηκε σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα, όμως με την ωραία φωνή των ναυτικών.

Έτσι έγινε και ξεπέρασαν το πρόβλημα των φτερών και συμπέραναν, κρίνοντας πολύ φρόνιμα, πως ήταν κάποιος μοναχικός ναυαγός κάποιου ξένου καραβιού που ‘χε βουλιάξει με την καταιγίδα. Ωστόσο, φώναξαν να το δει και μια γειτόνισσα που γνώριζε τα πάντα για την ζωή και το θάνατο κι εκείνης της έφτασε μια ματιά για να τους βγάλει απ’ την πλάνη τους.
- Είναι ένας άγγελος – τους είπε – σίγουρα ερχότανε για το μωρό, αλλά ο καημένος είναι τόσο γέρος που η βροχή τον έριξε χάμω.

Την επόμενη όλος ο κόσμος ήξερε πως στο σπίτι του Πελάγιο κρατούσανε φυλακισμένο έναν άγγελο με σάρκα και οστά.

Αντίθετα με την κρίση της σοφής γειτόνισσας, που πίστευε πως οι άγγελοι στους καιρούς μας ήταν οι επιζήσαντες φυγάδες κάποιας ουράνιας συνομωσίας, δεν άντεξε η καρδιά τους να τον σκοτώσουν με ξυλιές.

Ο Πελάγιο τον πρόσεχε όλο το απόγευμα απ’ την κουζίνα, οπλισμένος με το ραβδί που είχε σαν σερίφης, και πριν ξαπλώσει τον έβγαλε τραβώντας τον απ’ τις λάσπες και τον έκλεισε μαζί με τις κότες στο συρματόφραχτο κοτέτσι. Τα μεσάνυχτα, όταν σταμάτησε η βροχή, ο Πελάγιο κι η Ελισένδα ακόμα σκότωναν καβούρια.

Λίγο αργότερα ξύπνησε το μωρό απύρετο και πεινούσε. Αισθάνθηκαν τότε μεγαλόψυχοι κι αποφάσισαν να βάλουν τον άγγελο σε μια σχεδία με πόσιμο νερό και προμήθειες για τρεις μέρες και να τον αφήσουν στην τύχη του στ’ ανοιχτά.

Αλλά όταν βγήκαν στην μεσαυλή με το πρώτο φως, βρήκαν όλη την γειτονιά μπροστά στο κοτέτσι να διασκεδάζει με τον άγγελο χωρίς τον παραμικρό σεβασμό και να του πετούν φαγώσιμα μεσ’ απ’ τις τρύπες του σύρματος λες και δεν ήταν πλάσμα υπερφυσικό παρά ζώο του τσίρκου.


Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

BAREFOOT SLOW DANCE



Με τα πόδια γυμνά,
το φως χαμηλό
τα μάτια κλειστά
χορεύει.
Xορό λυτρωτικό
κρυμμένη σ' ένα σύννεφο.

Με τα πόδια γυμνά,
ανασαίνει απαλά.
Tον ήχο της ανάσας
δεν ακούς
νιώθεις μόνο ένα μικρό ντροπαλό ρεύμα αέρα
και σου 'ρχεται ν' αγγίξεις το μάγουλό της
ή απαλά ν' ακουμπήσεις τις άκρες των δαχτύλων σου
πάνω στα κλειστά βλέφαρά της
κι έπειτα
ικέτης να πέσεις
στα πόδια της τα γυμνά
να τα φιλήσεις
να τα λατρέψεις

Με τα πόδια γυμνά,
αργά χορεύει
ηδονικά
και δεν κοιτάζει
τα μάτια της, έχει κλειστά.


Silena 2/2/2013