Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΤΟΥΛΙΠΑ




Η κόκκινη τουλίπα

Από το σκοτάδι βρέθηκε ξαφνικά στο φως. Σ’ ένα εκτυφλωτικό φως και τέντωσε τα μικρά της χέρια να ζεσταθούν. Κι όλα αυτά με τα μάτια κλειστά. Δεν έπαιρνε την απόφαση να τ’ανοίξει, ήθελε να μείνει λίγο παραπάνω στ’ όνειρο. Όμως, πώς θα μπορούσε να μη δει σε ποιον κόσμο είχε έρθει χωρίς να το περιμένει. Έτσι οπλίστηκε με θάρρος κι άνοιξε τα μάτια της. Ένα απέραντο χωράφι με ζωηρές κίτρινες μαργαρίτες. Αυτό πρωτοαντίκρυσε  την πρώτη της μέρα στον κόσμο και χλώμιασε. Πώς στ’ αλήθεια θα μπορούσε, αυτή μια μικρή ντροπαλή κατακόκκινη τουλίπα, να ζήσει ανάμεσα σε όλες αυτές τις πολλές κι αγέρωχες κίτρινες μαργαρίτες? Πώς θα τη δέχονταν τόσο διαφορετική που ήταν? Ένιωσε τη μικρή της καρδιά να κοντεύει να σπάσει από την αγωνία. Κι ένα δάκρυ ήταν εκεί στην άκρη από τα βλέφαρα, αναποφάσιστο, περιμένοντας τη δική της αντίδραση. Για μια στιγμή, μέσα στον πανικό της, σκέφτηκε πως η μόνη λύση ήταν να εξαφανιστεί, να χαθεί απ’ αυτόν τον κόσμο, τόσο ξαφνικά όσο ήρθε. Μα μέσα της, κάτι αντιδρούσε. Ένιωθε πως ήθελε να ζήσει. Να γευτεί τη χαρά της ομορφιάς. Γιατί ήταν όμορφος ο κόσμος αυτός, ήταν υπέροχο το χωράφι που απλωνόταν γύρω της, δεν ήθελε να εξαφανιστεί. Ήθελε να μείνει και να αγαπήσει τούτο τον τόπο. Ήθελε να μείνει και ν’ αγαπηθεί από τούτο τον τόπο και τους κατοίκους του.
Άνοιξε λοιπόν τα μάτια της ξανά και μίλησε στην πρώτη μαργαρίτα που είδε μπροστά της. Η μαργαρίτα ξαφνιάστηκε. Πρώτα από την … απρόσκλητη και τόσο διαφορετική τουλίπα κι έπειτα από το θράσος της. Πώς τόλμησε να της μιλήσει, πώς τόλμησε να έρθει να ζήσει σ’ αυτό το χωράφι που είχε μόνο κίτρινες μαργαρίτες. Ήταν πολύ ταραγμένη όταν κάλεσε όλες τις υπόλοιπες φίλες της να συζητήσουν για το πώς θα έδιωχναν από το χωράφι τους την …εισβολέα. Όλες μίλησαν, μία μία, όλες και μάλιστα με μια κακία που δεν φαντάζονταν πως έκρυβαν μέσα τους. Η μικρή τουλίπα είχε ζαρώσει σε μια άκρη και δε μιλούσε. Ήταν πολύ φοβισμένη. Περίμενε. Περίμενε. Ήταν πια σίγουρη πως έπρεπε να …εξαφανιστεί.
Όταν ακούστηκε η φωνή μιας μεγαλύτερης μαργαρίτας, της πιο σοφής σ’ όλο το χωριό. Κι αυτά ήταν τα λόγια της σοφής μαργαρίτας:
Τι έχουμε να χωρίσουμε από τη μικρή κόκκινη τουλίπα που φύτρωσε, χωρίς και η ίδια να ξέρει πώς, στο χωράφι μας? Τι έχουμε να χωρίσουμε από ένα ακόμη λουλούδι? Μήπως όλες εμείς είμαστε ακριβώς ίδιες μεταξύ μας? μήπως όλες εμείς δεν είμαστε μοναδικές, όπως κι αυτή? Είμαστε όλες λουλούδια κι έχουμε όλες το ίδιο δικαίωμα κάτω απ’ τον ήλιο. Γιατί δεν δείχνουμε την αγάπη μας και την υποστήριξή μας στην τουλίπα και να συνεχίσουμε τη ζωή μας όμορφα και αρμονικά μαζί! Κι έχω αυτό να σας πω. Θα πρέπει να ευχαριστήσουμε την τουλίπα που έστω και χωρίς να το θέλει έφερε στο χωράφι μας ένα ακόμη χρώμα, το κόκκινο που όλες μας αγαπάμε.
Δεν είπε άλλα λόγια η σοφή μαργαρίτα. Σώπασε και περίμενε. Τα λόγια της είχαν την απλότητα της αλήθειας και τη δύναμή της,  γι’ αυτό έγιναν κατανοητά και όλες οι μαργαρίτες.  συμφώνησαν μαζί της. Η τουλίπα έγινε μέλος της οικογένειας και το κόκκινο χρώμα στο κατακίτρινο χωράφι, έγινε η ελπίδα!!!
Εκεί ζούνε ακόμα. Κοιτάξτε γύρω σας, κοιτάξτε αυτό το υπέροχο χωράφι με τις κίτρινες μαργαρίτες και την κόκκινη τουλίπα!
Έτσι ονομάζεται η ομορφιά.

©Silena,
29/1/2012

Μ' ΈΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ



Στα παραμύθια ψάχνω να βρω
εκείνους που πέρασαν
χωρίς μνήμη
κι έφυγαν για πάντα.
Δίχως κακία
με χρώματα ξεθωριασμένα
αποτυπώνω πάνω ακριβώς στο γυμνό τους κρανίο
μικρές διακριτικές πλάνες
για να νομίζουν πως αυτή είναι η θύμησή τους
να ΄χουν από κάπου να κρατηθούν.
Ένα ακόμη παραμύθι καλέ μου.
Θέλω ακόμη ένα
για να κρατηθώ κι εγώ
και τα χτυπήματα που άφησε ο χρόνος
γνωρίζεις εσύ
πώς να τα σβήσεις
μ' ένα αναπάντεχο χαμόγελο
ή μόνο με ένα ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων.
Γι' αυτό σ' αγαπώ.

Silena,
29/1/2013

BARBARA

Χθες βράδυ είδα μια πολύ ωραία ταινία, μπορείτε να πάρετε μια ιδέα από το trailer που ακολουθεί και.... καλή θέαση!!!

Καλημέρα

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ

ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΘΥΜΩΣΕ Η ΓΗ



Είναι μικρός και πράσινος. Όχι με το συνηθισμένο πράσινο χρώμα των φύλλων, ούτε με το σκούρο πράσινο της αγριεμένης θάλασσας. Μα με κείνο το πράσινο, το απόκοσμο, του σμαραγδιού. 

Πλησιάστε, μη φοβάστε. Θα τον ακολουθήσουμε στα κρυφά για να ζήσουμε μαζί τη μεγαλύτερή του περιπέτεια. 

Τη μέρα που θύμωσε η γη.

Ο μικρός μας δράκος, γιατί δράκος είναι, έχει μια μοναδική ιδιότητα. Αλλάζει χρώμα ανάλογα με το πώς νιώθει.  Όταν νιώθει φόβο, γίνεται μπλε. Όταν νιώθει χαρά, ένα πορτοκαλί φωτεινό χρώμα απλώνεται σ' όλο του το δέρμα και μοιάζει με ήλιο που λάμπει. Όταν κάνει κάποια σκανταλιά και περιμένει την τιμωρία, το χρώμα του γίνεται μοβ. 
Ο μικρός ντροπαλός και σκανταλιάρης μας δράκος, είναι και ανυπόμονος. Θέλει ν' ανακαλύψει τον κόσμο και μάλιστα γρήγορα. Έτσι, γυρνάει πότε από δω, πότε από κει βάζοντας σε μπελάδες τους γονείς του, που όλη την ώρα τον ψάχνουν και ανησυχούν.
Σήμερα ο μικρός δράκος έχει όρεξη για πολλές σκανταλιές. Ανεβαίνει πάνω στο βουνό γιατί κάτι κίνησε την περιέργειά του και θέλει να πάει να δει τι είναι. Σχεδόν στην κορυφή του βουνού υπάρχει ένα άνοιγμα που μοιάζει με είσοδο σπηλιάς. Ο μικρός μπαίνει θαρραλέα μέσα και μαγεύεται. Η σπηλιά είναι δροσερή και στο κέντρο της μια μικρή λιμνούλα στολίζει στο χώρο. Ο δράκος είναι ευχαριστημένος. Έχει ησυχία, δροσιά, έχει νεράκι να ξεδιψάει ή να βουτάει όταν ζεσταίνεται. Ξαπλώνει γεμάτος χαρά έχοντας γίνει πορτοκαλί, να πάρει έναν υπνάκο!

Δεν προλαβαίνει να κλείσει τα μάτια του και η γη, αρχίζει να τρέμει. Ένα φοβερό βουητό ανεβαίνει από το κέντρο της. Πελώριοι βράχοι πέφτουν με ορμή κι ένα τεράστιο ρήγμα ανοίγει ακριβώς εκεί που βρίσκεται η μικρή λίμνη. Η λίμνη μέσα σε μια στιγμή, εξαφανίζεται.
Ο δράκος μας που έχει γίνει μπλε από το φόβο του, μαζεύεται σε μια γωνιά της σπηλιάς για να προστατευτεί από τα βράχια που δεν έχουν σταματήσει να πέφτουν. Η γη συνεχίζει να τρέμει και ξαφνικά ένας πελώριος βράχος κλείνει την είσοδο της σπηλιάς. 
Ο δράκος είναι τρομοκρατημένος. Κλαίει όλο το βράδυ ώσπου τον παίρνει ο ύπνος, χωρίς όνειρα, χωρίς ελπίδες.
Οι μέρες περνάνε, ο δράκος πεινάει, διψάει, περιμένει το τέλος. Όμως η γη έχει άλλη άποψη. Κι αρχίζει να τρέμει ξανά. Ο δράκος πανικοβάλλεται για άλλη μια φορά. Μόλις συνέρχεται λιγάκι, κοιτάζει γύρω του και διακρίνει, εκεί, στη θέση που βρίσκονταν η λίμνη ένα μικρό, ανεπαίσθητο φως. Η μικρή του καρδιά γεμίζει ελπίδα. Ορμάει με τόλμη στο σημείο της λάμψης κι αρχίζει να σκάβει. Τα χέρια του τον οδηγούν σε ένα υπόγειο ρεύμα που κυλάει ορμητικά, ακριβώς κάτω από τη σπηλιά. Είναι μικρός και χωράει. Αφήνεται λοιπόν να τον παρασύρει το νερό κι ας τον οδηγήσει όπου θέλει.

Η γη σώπασε πια, ο μικρός πράσινος δράκος που άλλαξε πολλά χρώματα σ' αυτή του την περιπέτεια βρίσκεται στην όχθη του ποταμού, εξουθενωμένος μα ...ζωντανός. 
Πιστεύει στον εαυτό του, αγαπάει πιο πολύ από ποτέ τη ζωή, γνωρίζει την ομορφιά της και δεν θέλει να τη στερηθεί. 

© Silena 24/1/2013




ΚΑΛΗΜΕΡΑ!!

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

HENRY JAMES



ΤΟ ΣΤΡΙΨΙΜΟ ΤΗΣ ΒΙΔΑΣ

Μτφ. ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Εκδόσεις ΑΓΡΑ


Τώρα πια, δεν μπορώ καν να θυμηθώ τι πρόγραμμα είχα καταστρώσει, όταν θα τέλειωναν οι διακοπές και θα έπρεπε να συνεχίσει τις σπουδές του. Ολοι ήμασταν σύμφωνοι πως θα του έδινα εγώ μαθήματα, εκείνο το γοητευτικό καλοκαίρι. Τώρα όμως, νιώθω, πως για κάμποσες εβδομάδες μάλλον εγώ έπαιρνα μαθήματα. Δίδασκα στην αρχή, βέβαια – κάτι που δεν ήταν ανάμεσα στη διδακτέα ύλη της μικρής, ασφυκτικής ζωής μου: έμαθα να διασκεδάζω, ακόμη και να είμαι διασκεδαστική, και να μη σκέφτομαι για την επαύριον. Ήταν η πρώτη φορά, κατά κάποιο τρόπο, που είχα γνωρίσει έκταση, αέρα, ελευθερία, όλη τη μουσική του καλοκαιριού και όλο το μυστήριο της φύσης. Κι έπειτα, με είχαν και σε υπόληψη – και είναι τόσο ευχάριστο να σε έχουν σε υπόληψη. Ω, ήταν μια παγίδα – όχι σκόπιμα, μα ωστόσο βαθιά – για τη φαντασία μου, για την ευαισθησία μου, ίσως για τη ματαιοδοξία μου: για ό,τι και αν ήταν, ήταν πολύ συναρπαστική.
Ο καλύτερος τρόπος για να παραστήσω τη θέση μου, είναι να πω πως ήμουν αμέριμνη. Μου έδιναν τόσο λίγη ενόχληση, ήσαν τόσο εξαιρετικά γλυκά και τα δύο παιδιά. Καθόμουν και στοχαζόμουν – αλλά κι αυτό ακόμη αόριστα και ασυνάρτητα – τι τους επιφύλασσε το τραχύ μέλλον (γιατί πάντα είναι τραχύ το μέλλον!), πως θα τα μεταχειριζόταν κι αν θα τα τραυμάτιζε. Λουλούδιζαν από υγεία και ευτυχία – κι ωστόσο, σαν να κηδεμόνευα δύο μικρούς μεγιστάνες, δύο πριγκιπόπουλα, που για να μην κινδυνεύουν, θα έπρεπε όλα να είναι περιφραγμένα και προφυλαγμένα, φανταζόμουν πως η μόνη μορφή που θα μπορούσε να πάρει το μέλλον γι’ αυτά θα ήτανε μια ρομαντική, μια πραγματικά βασιλική επέκταση του κήπου και του πάρκου. Και φυσικά, πάνω απ’ όλα, να προηγηθεί από τούτη την ξαφνική μεταβολή ένα χρονικό διάστημα γεμάτο από μια γοητεία γαλήνης – εκείνη η σιωπή και ησυχία, που μέσα της κάτι μαζώνεται ή παραμονεύει. Η μεταβολή ήρθε – αλλά σαν πήδημα αγριμιού.
Τις πρώτες εβδομάδες οι μέρες ήταν μακρόσυρτες: συχνά, στα καλύτερά τους, μου χάριζαν αυτό που αποκαλούσα «δική μου ώρα», την ώρα, που αφού έτρωγαν το βραδινό τους οι μαθητές μου και τους έβαζα να κοιμηθούν, είχα, πριν να πλαγιάσω κι εγώ, λίγη ώρα για να μείνω μονάχη. Όσο κι αν τους αγαπούσα, αυτή η ώρα ήταν η καλύτερη της μέρας μου. Και περισσότερο απ’ όλα μου άρεσε, καθώς το φως της ημέρας αδυνάτιζε – ή μάλλον, θα έλεγα, καθώς η μέρα χασομερούσε, κι αντηχούσαν οι τελευταίες φωνούλες των τελευταίων πουλιών από τα γέρικα δέντρα, μέσα σ’ έναν κόκκινο ουρανό. Όταν μπορούσα να κάνω ένα γύρο στην περιοχή, και να χαρώ, σχεδόν με ένα αίσθημα κυριότητας, που με διασκέδαζε και με γοήτευε, την ομορφιά και την αξιοπρέπεια αυτής της διαμονής. Ήταν μια ευχαρίστηση, εκείνες τις στιγμές, να αισθάνομαι ήρεμη και δικαιωμένη – ίσως ακόμη, ασφαλώς να στοχάζομαι πως με τη σύνεσή μου, με την ήρεμη ευθυκρισία μου, και γενικά με τη συμπεριφορά μου, έκανα ευχαρίστηση – αν ποτέ πήγαινε σ’ αυτό ο νους του! – στο πρόσωπο που στην πίεση του είχα ανταποκριθεί. Αυτό που έκανα εδώ, ήταν αυτό που ήλπιζε και που μου είχε ζητήσει – και το ότι μπορούσα να το κάνω, ήταν για μένα μια χαρά μεγαλύτερη απ’ όσο περίμενα. Με δυο λόγια, θεωρούσα πως ήμουν σπουδαία κοπέλα, και με τόνωσε η πεποίθηση πως αυτό θα γινόταν ευρύτερα γνωστό. Ναι, έπρεπε να είμαι σπουδαία, για να αντιμετωπίσω τα σπουδαία γεγονότα, που δεν άργησαν να φανερώσουν τα πρώτα τους σημάδια.
Έγινε ξαφνικά, ένα δειλινό, καταμεσής της αγαπημένης ώρας μου: είχα βάλει τα παιδιά να πλαγιάσουν και βγήκα για τον περίπατό μου. Μια από τις ιδέες μου – που δεν διστάζω καθόλου να τη γράψω – σ’ αυτούς τους περιπάτους, ήταν πως θα ‘ταν συναρπαστικό, σαν μέσα σε ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, να ανταμώσω κάποιον ξαφνικά. Κάποιος να εμφανιζόταν μπροστά μου, στη στροφή κάποιου δρομάκου, να σταθεί, να μου χαμογελάσει και να επιδοκιμάσει. Τίποτε περισσότερο δεν ζητούσα – ζητούσα μονάχα να είναι εν γνώσει, και ο μόνος τρόπος για να είμαι βέβαιη πως είναι εν γνώσει, θα ήταν να το δω να καθρεφτίζεται πάνω στο ωραίο του πρόσωπο.
Αυτό ακριβώς είχα στο νου μου – θέλω να πω, το πρόσωπο – όταν, την πρώτη φορά που έλαχε, στο τέλος μιας μακρόσυρτης μέρας του Ιουνίου, σταμάτησα απότομα καθώς βγήκα από ένα σύδεντρο και αντίκρισα το σπίτι. Αυτό που με σταμάτησε επί τόπου – και με έναν κλονισμό πολύ μεγαλύτερο από ό,τι θα ταίριαζε για οποιαδήποτε οπτασία – ήταν το συναίσθημα πως η φαντασία μου έγινε, αστραπιαία, πραγματικότητα. Στεκόταν εκεί! – αλλά ψηλά, πέρα από το γρασίδι και στην κορφή του πύργου, σ’ αυτόν που με είχε πάει, εκείνο το πρώτο πρωινό η Φλωρούλα. Αυτός ο πύργος ήταν ό ένας από ένα ζευγάρι – τετράγωνα παράταιρα οικοδομήματα με επάλξεις – που τους ξεχώριζαν, για κάποιο λόγο, σε καινούριο και σε παλαιό, αν και δεν έβλεπα καμιά σχεδόν διαφορά μεταξύ τους. Βρίσκονταν σε δύο γωνιές του σπιτιού, και ήσαν πιθανότατα αρχιτεκτονικοί παραλογισμοί, συγχωρητέοι ως ένα βαθμό, επειδή δεν προεξείχαν εντελώς από την κύρια οικοδομή, κι επειδή το ύψος τους δεν ήταν υπερβολικά επιδεικτικό: χρονολογούνταν, με την τουρτοειδή τους αρχαιοπρεπή εμφάνιση, από μια ρομαντική αναβίωση, που είχε κιόλας σεβάσμιο παρελθόν. Τους θαύμαζα, μου άρεσαν, γιατί σε όλους μας κάτι λέγανε, προπάντων όταν θαμποφαίνονταν το σούρουπο – με το μεγαλείο των επάλξεών τους. Ωστόσο, το πρόσωπο που τόσες φορές είχα ποθήσει την εμφάνισή του, δεν φαινόταν να είναι στην κατάλληλη θέση, σε τόσο ύψος.
Αυτή η εμφάνιση, μέσα στο φωτεινό δειλινό, μου προξένησε θυμάμαι, δύο ξεχωριστά ξαφνιάσματα, συγκλονίζοντας με: το ξάφνιασμα από την πρώτη και το ξάφνιασμα από την δεύτερη έκπληξή μου. Η δεύτερη ήταν μια βίαιη αντίληψη του λάθους της πρώτης: ο άνθρωπος που διασταύρωσε τη ματιά μου δεν ήταν το πρόσωπο που είχα βιαστεί να υποθέσω. Έτσι, έχω πάθει μια οπτική σύγχυση, και ύστερα από τόσα χρόνια δεν μπορώ να ελπίζω πως είμαι σε θέση να δώσω μια ζωντανή περιγραφή της. Ένας άγνωστος άντρας σε ένα ερημικό μέρος, είναι επιτρεπτό αντικείμενο φόβου για μια κοπέλα που ανατράφηκε περιορισμένη: αυτός που αντίκριζα, έμοιαζε τόσο λίγο – όπως με βεβαίωσαν λίγα δευτερόλεπτα ακόμη – με οποιονδήποτε άλλον που γνώριζα όσο και με την εικόνα που είχα βάλει στο νου μου. Δεν τον είχα δει στην οδό Χάρλεϋ – πουθενά δεν τον είχα δει. Ξέχωρα, το μέρος, κατά τον πιο παράξενο τρόπο που υπάρχει στον κόσμο, είχε γίνει την ίδια στιγμή, και από το γεγονός και μόνο της εμφάνισής του, μια ακατοίκητη μοναξιά. Για μένα τουλάχιστον, και το δηλώνω αφού το συζήτησα με τον εαυτό μου όσο ποτέ, ξανάρχισε στο ακέραιο το συναίσθημα εκείνης της στιγμής. Ήταν, όσο το συνειδητοποιούσα – ό,τι κι αν συνειδητοποιούσα – σαν να είχε νεκρωθεί όλο το άλλο περιβάλλον. Ακούω ακόμη τώρα, όσο γράφω, την απόλυτη σιωπή, σ’ αυτή που είχαν καταλαγιάσει όλοι οι θόρυβοι του δειλινού. Οι κουρούνες σταμάτησαν να κρώζουν πάνω στο χρυσαφή ουρανό, και η φιλική μου ώρα, εκείνη τη στιγμή, έχασε όλη τη φωνή της. Αλλά δεν έγινε άλλη αλλαγή στη φύση, εκτός αν ήταν μια αλλαγή που έβλεπα με πιο παράξενη διορατικότητα. Ο ουρανός ήταν ακόμη χρυσαφής, η ατμόσφαιρα καθαρή, κι ο άνθρωπος που με κοίταζε από τις επάλξεις ήταν ξεκάθαρος σαν κορνιζαρισμένη εικόνα. Κι έτσι μπόρεσα να σκεφθώ με καταπληκτική ταχύτητα, κάθε πρόσωπο που θα μπορούσε να ήταν, και που δεν ήταν. Κοιταχτήκαμε, από την απόσταση που μας χώριζε, αρκετή ώρα, ώστε να αναρωτηθώ έντονα ποιός ήταν, και να νιώσω, σαν αποτέλεσμα της ανικανότητάς μου να βρω ποιός ήταν, μια κατάπληξη που ύστερα από λίγες στιγμές έγινε πιο έντονη.
Το σπουδαίο ζήτημα, ή ένα από τα ζητήματα, σχετικά με ορισμένα συμβάντα, είναι, το ξέρω, πόσο έχουν διαρκέσει. Λοιπόν, αυτό εδώ – και μπορείτε να σκεφθείτε ό,τι θέλετε – κράτησε όσο έβαζα στου νου μου καμιά ντουζίνα δυνατότητες, που καμιά δεν με φώτισε, πως βρισκόταν στο σπίτι – και από τότε, πάνω απ’ όλα; - κάποιος που αγνοούσα την ύπαρξή του. Κράτησε όσο ταράχθηκα λιγάκι στην ιδέα πως η υπηρεσία μου απαιτούσε να μην υπάρχει άγνοια και τέτοιο πρόσωπο. Κράτησε, πάντως. Όσο αυτός ο επισκέπτης – και υπήρχε μια χροιά παράξενης απρέπειας, όπως θυμάμαι, στο τεκμήριο οικειότητας του να μη φορεί καπέλο – φαινόταν να με κοιτάζει, από τη θέση του, μέσα στο φως που άρχιζε να λιγοστεύει, με την ίδια απορία, με την ίδια προσεκτική εξέταση, που μου είχε προκαλέσει η παρουσία του.
Μας χώριζε μεγάλη απόσταση για να φωνάξουμε ο ένας τον άλλον, αλλά ήταν κάποια στιγμή, που σε μικρότερη απόσταση, μια πρόκληση αναμεταξύ μας, σπάζοντας τη σιωπή, θα ήταν η σωστή έκβαση για το αμοιβαίο επίμονο κοίταγμά μας. Στεκόταν σε μια από τις γωνίες του πύργου, την πιο μακρινή από το σπίτι, ολόισιος, όπως μου φάνηκε, και με τα δυο του χέρια πάνω στο πεζούλι. Έτσι τον είδα, όπως βλέπω τώρα τα γράμματα που γράφω σε αυτή τη σελίδα. Έπειτα, ακριβώς ύστερα από ένα λεπτό, σαν να συμπληρώνει το θέαμα, άλλαξε θέση, αργοπερνώντας στην αντίθετη γωνιά, κοιτάζοντάς με εντατικά όλο το διάστημα. Ναι, είχα το εντονότατο συναίσθημα, πως σ’ αυτό το διάστημα δεν αποτράβηξε ούτε στιγμή τη ματιά του από πάνω μου, και βλέπω ακόμη τούτη τη στιγμή το χέρι του να περνάει από τη μια έπαλξη στην κατοπινή. Σταμάτησε στην άλλη γωνία, αλλά λιγότερη ώρα, κι ακόμη όταν γύρισε να φύγει εξακολουθούσε να έχει τη ματιά του στυλωμένη πάνω μου. Έφυγε, κι αυτό ήταν όλο.



Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ




Σε βρίσκει η ποίηση


ΙΧ

Η ποίηση έρχεται να σε βρει με ποδήλατο, με μηχανάκι,
με αυτοκίνητο
άλλοτε έρχεται σαν αμαζόνα με το σπαθί υψωμένο
άλλοτε σε ακολουθεί από το σουπερμάρκετ σαν
κουρελού ζητιάνα
σε παρασύρει όπως πορνοστάρ σε φαντασιακές αβύσσους
σε ανακαλεί στην τάξη σαν διευθύντρια αναμορφωτηρίου
σου εμφανίζεται στα έγκατα του ύπνου σαν άσπιλη
παρθένα
σ' εξαπατά στέλνοντας στη θέση της μια θεραπαινίδα της
κι εσύ νομίζεις πως την έριξες επιτέλους στο κρεβάτι σου
σε καλεί με ντουντούκα να φωνάξεις κομματικά
συνθήματα
σε περιπαίζει δίνοντας προτεραιότητα στις σοβαρές σου
ασχολίες
σου γεμίζει το άδειο γραμματοκιβώτιο των φιλοδοξιών
σε δελεάζει με όνειρα δόξας, χρήματος, αθανασίας
σε πείθει σαν άπιστη ερωμένη πως είναι δική σου μόνο
σε προσπερνάει για να ξεσκονίσει νεκροζώντανους
αρχηγούς
σου φουσκώνει τις ουτοπίες όσο να σκάσουν σαν μπαλόνι
σου θυμώνει άμα δεν βλέπεις ότι προσπαθεί να διαλύσει
την ομίχλη
σου ζητάει βοήθεια άμα την κυνηγούν οι εξουσίες
που αψήφησε
σου λέει πως κι όταν τις υμνούσε, κρυφά τις υπονόμευε
σου επισημαίνει τις κοινοτοπίες, σου ανατρέπει
τ΄αυτονόητα
σου ψιθυρίζει μυστικά που πρέπει εσύ να εξιχνιάσεις
σου φωτίζει πράγματα που μέναν σκοτεινά ως τότε
ώσπου κάποια στιγμή σε ανταμείβει για την αφοσίωσή σου
σου αποκαλύπτει την αλήθεια, σου λέει καθαρά πως
ανήκει σε όλους.

Εκεί απάνω η ποίηση βρίσκει τον καθένα μας.


Εκδόσεις ΚΙΧΛΗ

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

ΠΑΥΛΟΣ ΜΑΤΕΣΙΣ


Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ (απόσπασμα)
Η μητέρα μου δεν έλεγε να βγει από το σπίτι. Εκτός από κανένα βραδάκι, όταν τη φώναζε η κυρία Κανέλω να κάνουν λίγη παρέα, είτε να τη βοηθήσει στην μπουγάδα, ξέβγαλμα. Στο μεταξύ είχανε χαλαρώσει τα αυστηρά μέτρα, ο κατακτηκής είχε καταλάβει πως ήμαστε υπάκουοι κατεχόμενοι και η κυκλοφορία επιτρεπόταν μέχρι τα μεσάνυχτα. Ο κινηματογράφος άρχισε πάλι, βέβαια όλο γερμανικές οπερέτες με τη Μαρίκα Ρεκ και ουγγαρέζικα κοινωνικά με τον Πωλ Γιαβόρ και την Καταλίνα Καράντυ βάζανε, και κάτι λίγα ιταλικά.
Στον κινηματογράφο πήγαινα με τον Φάνη μας, μας έμπαζε τζάμπα ο κύριος Βιττόριο, της Καραμπινερίας και αυτός, αντικαταστάτης του κυρ Άλφιο, που είχε γυρίσει στην πατρίδα του τότε.
Το εισιτήριο ήτανε φτηνό, γενική είσοδος πέντε εκατομμύρια, πολύ φθηνό αν σκεφτείς πως ένα κουτί σπίρτα είχε τρία εκατομμύρια, αλλά εμείς πού να τα βρούμε. Γέμιζα σταφίδα την τσέπη του Φάνη μας και πηγαίναμε πέντε μ’ εφτά. Προτού μπούμε ρωτούσαμε τον μπάρμπα-Γρηγόρη στην είσοδο, φαί έχει; Και μπαίναμε.
Διότι διαλέγαμε έργα όπου έδειχναν φαγητό. Στα κοινωνικά, δεν τρώγανε. Στις οπερέτες όμως είχε πάντα σκηνές με επίσημα δείπνα, τραπέζι φορτωμένο φαγιά και οι πρωταγωνιστές όλο να μιλάνε και να μην τρώνε καθόλου. Αφού μια μέρα ένας θεατής φωνάζει του Βίλλυ Φριτς στην οθόνη, φάτε και τίποτα μωρέ! Ο κόσμος παρακολουθούσε και αναγλειφόταν με τα φαγιά, κι έβαλε τα γέλια μόλις τ’ άκουσε αυτό. Όμως ένας Γερμανός φαντάρος που έβλεπε το έργον νόμισε πως του βρίσανε την πατρίδα του και τον εξέρανε στις μπουνιές τον ανθρωπάκο που το φώναξε.
Μ’αυτά τα έργα χορταίναμε, γιατί είχε και δεύτερη σκηνή φαγητού, όταν ο αστέρας πήγαινε την πρωταγωνίστρια σε εστιατόριο, ή σε σεπαρέ για να την αποπλανήσει. Στην αρχή όλο έπιναν και το κοινό θύμωνε. Μετά όμως ερχόταν και το φαγητό. Πολύ άνοστα πράματα έμοιαζαν, όλο στρείδια, χαβιάρια, εγώ από τότε σιχαίνομαι τα θαλασσινά. Φασολάδα ή ψητό, είτε κεφαλάκι στον φούρνο, δεν τρώγανε ποτέ. Σ’ ένα έργο μόνο φάγανε κάτι αυγά. Πολλές φορές όταν τέλειωναν οι σκηνές με τα φαγιά, με τραβολογούσε ο Φάνης να φύγουμε, γιατί μετά όλο ερωτικές σκηνές και σαλιαρίσματα είχε, από τότε φαίνεται καταδίκασα γενικώς τον έρωτα, γενικώς τον θεωρούσα λιγάκι σαν εγχείρηση στο κρεβάτι, κι ας πλαντάζει ο αρσενικός απάνω μου, ακόμα και σήμερα δηλαδή.

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

CALEXICO - PARA

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - ΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ



Γιάννης Ρίτσος - Τὰ ἐρωτικά

Συλλογὴ «Τὰ Ἐρωτικά», 1981, 
ἐκδόσεις «ΚΕΔΡΟΣ» (ἀποσπάσματα)


Μικρὴ σουΐτα σὲ κόκκινο μεῖζον

Ι.

Πλῆθος λεμόνια
ἐπάνω στὸ τραπέζι
στὶς καρέκλες
στὸ κρεβάτι
κίτρινες λάμψεις
τρέχουν τὸ σῶμα σου
μ᾿ ἀρέσει ποὺ βρέχει
νύχτα μὲ χίλια λεμόνια
καὶ ξαφνικὰ ὁ φακὸς τοῦ δασοφύλακα
νὰ σταματάει τοὺς βρεγμένους λαγοὺς
στὰ πισινά τους πόδια.

Διακοφτὸ 18.11.80


ΙΙ.

Ὢ ἀλάνθαστο σῶμα
πόσα καὶ πόσα λάθη
μ᾿ ἕνα μικρὸ διαβατικὸ φεγγάρι
στὰ γυμνὰ δέντρα τοῦ πεζοδρομίου
ἀδειοῦχοι στρατιῶτες καπνίζουν
κάτω ἀπ᾿ τὸ ὑπόστεγο
βρέχει ὅλη μέρα
ἀκούω τὸ νερὸ νὰ κυλάει ἀτέλειωτο
ἀπ᾿ τὰ λούκια στὸ δρόμο
παρότι τὸ ξέρω
αὐτὸ τὸ εἰσιτήριο
εἶναι ἐκπρόθεσμο πιά.

Ἀθήνα 18.11.80


ΙΙΙ.

Τὸ σῶμα -λέει-
στὴ γενική: τοῦ σώματος
καὶ γενικὰ τὸ σῶμα
ἄλλη λέξη πυκνότερη δὲν ἔχω
παίρνω τὴ νάϋλον σακούλα
μπαίνω στὰ λαϊκὰ ἑστιατόρια
μαζεύω ψαροκόκαλα
γιὰ τὶς ἄγριες γάτες τῆς γειτονιᾶς
στὰ διαλείματα -λέει-
κουβεντιάζω μὲ τοὺς μουσικοὺς
στὰ σκοτεινὰ παρασκήνια-
τί ἀπέραντη ἀπόσταση διανύω
ἀπ᾿ τὸ σῶμα σου
ἕως τὸ σῶμα σου.


Ἀθήνα 19.11.80

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

OLD BOY

PIETA




και για να πάρετε μια γεύση..... ακολουθεί το trailer της ταινίας του Kim Ki-duk

κριτικές της ταινίας μπορείτε να διαβάσετε: εδώ, εδώ και εδώ


Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ




Το θαυμαστικό


Τη νύχτα των Χριστουγέννων, ο Εφίμ Φόμιτς Περεκλάντιν, δημόσιος υπάλληλος, έπεσε να κοιμηθεί στενοχωρημένος, καταρρακωμένος, θα έλεγα.
«Παράτα με, διαβολεμένη!» μούγκρισε κακιωμένος στη γυναίκα του, όταν τον ρώτησε γιατί είναι έτσι μουτρωμένος.
Είχε μόλις επιστρέψει από μια επίσκεψη, όπου ειπώθηκαν πολλά δυσάρεστα και προσβλητικά πράγματα για το άτομό του. Στην αρχή, η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από το όφελος της μόρφωσης γενικώς, κατόπιν πέρασαν στο μορφωτικό επίπεδο που απαιτούσε ο τομέας τους και εκφράστηκαν, εν προκειμένω, πολλές επικρίσεις, ακόμα και χλευασμοί, με αφορμή το χαμηλό αυτό επίπεδο. Κατόπιν, όπως συνηθίζεται σε όλες τις ρωσικές παρέες, από το γενικό πέρασαν στις προσωπικές περιπτώσεις.
«Ας πάρουμε, για παράδειγμα, εσάς, Εφίμ Φόμιτς», απευθύνθηκε στον Περεκλάντιν ένας νεαρός. «Κατέχετε μια σεβαστή θέση... αλλά τι μόρφωση έχετε;»
«Καμιά. Κι ούτε απαιτείται σε μας μόρφωση», απάντησε αμήχανα ο Περεκλάντιν. «Να γράφεις σωστά, αυτό αρκεί...»
«Και πού μάθατε να γράφετε σωστά;»
«Μα, συνήθισα... Στα σαράντα χρόνια υπηρεσίας έμαθα να κουνάω τα χέρια μου... Στην αρχή, βέβαια, ήταν δύσκολο, έκανα λάθη, αλλά μετά συνήθισα... κι εντάξει...»
«Και τα σημεία της στίξης;»
«Και τα σημεία της στίξης εντάξει... Σωστά τα βάζω».
«Χμ!...» μπερδεύτηκε κάπως ο νεαρός. «Η συνήθεια όμως είναι εντελώς άλλο πράγμα από τη μόρφωση. Δεν αρκεί το να χρησιμοποιείτε σωστά τα σημεία της στίξης... δεν αρκεί! Πρέπει να ξέρετε και γιατί τα χρησιμοποιείτε! Βάζετε ένα κόμμα, αλλά οφείλετε να καταλαβαίνετε για ποιο λόγο το βάζετε... ναι! Αυτή η ασύνειδη... αντανακλαστικά σωστή γραφή σας δεν αξίζει δεκάρα. Είναι μηχανική, τίποτα παραπάνω».
Ο Περεκλάντιν σιωπούσε, χαμογελώντας μάλιστα δειλά (ο νεαρός ήταν γιος ενός κρατικού συμβούλου και είχε δικαίωμα ο ίδιος σε μια θέση Χ βαθμού), αλλά τώρα, πέφτοντας για ύπνο, μετατράπηκε ολόκληρος σε αγανάκτηση και κακία.
«Σαράντα χρόνια υπηρέτησα», σκεφτόταν, «και κανένας δε με αποκάλεσε βλάκα, αλλά, για δες, ξάφνου άρχισαν οι κριτικές! "Ασύνειδα!... Αντανακλαστικά! Μηχανική αναπαραγωγή..." Μπα, που να με πάρει ο διάβολος! Μάλιστα, κύριε, μπορεί να σκαμπάζω περισσότερα από σένα, κι ας μην πήγα ποτέ στα πανεπιστήμιά σας!»
Αφού εκτόξευσε νοερά στον επικριτή του όλες τις γνωστές βρισιές, ζεσταμένος πια κάτω από τις κουβέρτες, ο Περεκλάντιν άρχισε να ηρεμεί.
«Ξέρω... καταλαβαίνω...» σκεφτόταν καθώς τον έπαιρνε ο ύπνος. «Δε θα βάλω άνω κάτω τελεία εκεί που χρειάζεται κόμμα, πράγμα που σημαίνει ότι καταλαβαίνω, συνειδητοποιώ. Μάλιστα... νεαρέ μου... Πρώτα πρέπει να ζήσεις λίγο, να δουλέψεις, και μετά να κρίνεις τους γέρους...»
Μπροστά στα κλειστά μάτια του λαγοκοιμισμένου Περεκλάντιν, μέσα από σκοτεινά, χαμογελαστά σύννεφα, ξεπετάχτηκε σαν μετεωρίτης ένα φλεγόμενο κόμμα. Κατόπιν δεύτερο, τρίτο, και σύντομα ο σκοτεινός, απεριόριστος ορίζοντας, που απλωνόταν στη φαντασία του, καλύφθηκε από πυκνά σμήνη ιπτάμενων κομμάτων...
«Ας πάρουμε αυτά τα κόμματα...» σκεφτόταν ο Περεκλάντιν, νιώθοντας τα μέλη του να παραλύουν γλυκά από τον επερχόμενο ύπνο. «Τα καταλαβαίνω θαυμάσια... Μπορώ να βρω θέση για το καθένα, αν χρειαστεί... και... και συνειδητά... όχι στην τύχη... Εξέτασέ με και θα δεις... Τα κόμματα μπαίνουν σε διάφορα σημεία, εκεί που χρειάζεται κι εκεί που δε χρειάζεται. Όσο πιο μπερδεμένο είναι το κείμενο, τόσο πιο πολλά κόμματα χρειάζονται. Μπαίνουν μπροστά από το "ο οποίος" και μπροστά από το "ότι". Αν πρέπει να απαριθμηθούν με τη σειρά οι υπάλληλοι, τότε πρέπει τον καθένα να τον ξεχωρίζεις με κόμμα... Ξέρω!»
Τα ολόχρυσα κόμματα στριφογύρισαν στον αέρα και απομακρύνθηκαν. Στη θέση τους εμφανίστηκαν οι φλογισμένες τελείες...
«Η τελεία μπαίνει στο τέλος του κειμένου... Εκεί όπου χρειάζεται να πάρεις μεγάλη ανάσα και να κοιτάξεις τον ακροατή, εκεί επίσης μπαίνει τελεία. Στο τέλος κάθε μεγάλης παραγράφου βάζουμε τελεία, ώστε να μην κολλήσει το στόμα του γραμματέα, όταν θα το διαβάζει. Πουθενά αλλού δεν μπαίνει τελεία... »
Τα κόμματα επιστρέφουν και πάλι... Ανακατεύονται με τις τελείες, στροβιλίζονται, και τότε ο Περεκλάντιν βλέπει ολόκληρο σχηματισμό από άνω τελείες και άνω και κάτω τελείες...
«Κι αυτά τα ξέρω...» σκέφτεται. «Εκεί που το κόμμα δεν είναι αρκετό, αλλά η τελεία πάει πολύ, εκεί βάζουμε άνω τελεία. Πριν από το "όμως" και το "επομένως" πάντα βάζω άνω τελεία... Και οι άνω κάτω τελείες; Οι άνω κάτω τελείες μπαίνουν μετά τις λέξεις "αποφασίσαμε", "ορίσαμε"... »
Οι άνω τελείες και οι άνω κάτω τελείες χάθηκαν. Ήρθε η σειρά των ερωτηματικών. Ξεπετάχτηκαν μέσα από τα σύννεφα και άρχισαν να χορεύουν κανκάν...
«Ερωτηματικό; Χαρά στο πράγμα! Για χιλιάδες αμέτρητες από αυτά μπορώ να βρω μια θέση. Μπαίνουν πάντα όταν πρέπει να γίνει ερώτηση, ή, ας υποθέσουμε, όταν πρέπει να μάθουμε σχετικά με κάποιο χαρτί: "Πού καταγράφεται ο ισολογισμός για το τάδε έτος;" ή: "Δε θεωρεί άραγε η αστυνομική διεύθυνση δυνατόν, αυτή την Ιβάνοβα και λοιπά;..."»
Τα ερωτηματικά συγκατένευσαν επιδοκιμαστικά με τους μικρούς γάντζους τους και αστραπιαία, σαν να τους δόθηκε κάποιο παράγγελμα, μετατράπηκαν σε θαυμαστικά...
«Χμ!... αυτό το σημείο της στίξης μπαίνει συχνά στις επιστολές. "Αξιότιμε κύριε!" ή "Εξοχότατε, πατέρα και ευεργέτη!..." Αλλά στα κείμενα, πότε μπαίνει;»
Τα θαυμαστικά τεντώθηκαν ακόμα περισσότερο και σταμάτησαν περιμένοντας...
«Στα κείμενα μπαίνουν όταν... αυτό... το... πώς το λένε; Χμ! Αλήθεια, πότε το βάζουμε στα υπηρεσιακά έγγραφα; Κάτσε... δε θυμάμαι... Χμ!...»
Ο Περεκλάντιν άνοιξε τα μάτια και άλλαξε πλευρό. Όμως δεν πρόλαβε να ξανακλείσει τα μάτια και στο μαύρο φόντο εμφανίστηκαν πάλι τα ερωτηματικά.
«Να πάρει ο διάβολος... Πότε μπαίνουνε», σκέφτηκε, προσπαθώντας να διώξει από τη φαντασία του τους απρόσκλητους επισκέπτες. «Έχει γούστο να ξέχασα! Ή ξέχασα, ή... δεν τα έβαζα ποτέ...»
Ο Περεκλάντιν άρχισε να φέρνει στη μνήμη του όλα τα έγγραφα που έγραψε στη διάρκεια των σαράντα χρόνων υπηρεσίας. Αλλά όσο κι αν σκεφτόταν, όσο κι αν έστυβε το μυαλό του, δεν ανακάλυψε στο παρελθόν του ούτε ένα θαυμαστικό!
«Τι περίπτωση κι αυτή! Έγραφα σαράντα χρόνια και δεν έβαλα ούτε μια φορά θαυμαστικό... Χμ!... Αλλά, πότε στο δαίμονα μπαίνει;»
Από τις σειρές των φλεγόμενων θαυμαστικών πρόβαλε σαν έχιδνα το γελαστό μουσούδι του νεαρού επικριτή. Τα θαυμαστικά γελούσαν επίσης καθώς συγχωνεύονταν σε ένα τεράστιο θαυμαστικό.
Ο Περεκλάντιν τίναξε το κεφάλι του και άνοιξε τα μάτια.
«Ένας θεός ξέρει...» σκέφτηκε. «Αύριο πρέπει να σηκωθώ για τον όρθρο, και τούτος ο σατανάς δε φεύγει από το μυαλό μου... Φτου! Μα... πότε το βάζουμε; Πού είναι λοιπόν η συνήθεια; Πού είναι η μάθηση; Σαράντα ολόκληρα χρόνια κι ούτε ένα θαυμαστικό! Ε;»
Ο Περεκλάντιν σταυροκοπήθηκε και έκλεισε τα μάτια, αλλά τα ξανάνοιξε πάραυτα. Στο μαύρο φόντο δέσποζε ακόμα το θαυμαστικό...
«Φτου! Πώς να κοιμηθείς έτσι; Μαρθάκι!» απευθύνθηκε στη γυναίκα του, η οποία συχνά παινευόταν ότι τέλειωσε εσωτερική σε κάποιο εκπαιδευτήριο. Μήπως, ξέρεις, ψυχούλα μου, πότε μπαίνει στα κείμενα το θαυμαστικό;»
«Αυτό έλειπε, να μην ξέρω! Τσάμπα σπούδασα εφτά χρόνια στο εκπαιδευτήριο; Θυμάμαι απ' έξω κι ανακατωτά όλη τη γραμματική. Το σημείο αυτό μπαίνει στις προσφωνήσεις, στα επιφωνήματα και στις εκφράσεις ενθουσιασμού, αγανάκτησης, χαράς, οργής και λοιπών συναισθημάτων».
«Μάλισταα...» σκέφτηκε ο Περεκλάντιν. Ενθουσιασμός, αγανάκτηση, οργή και λοιπά συναισθήματα...»
Ο δημόσιος υπάλληλος έπεσε σε βαθύ συλλογισμό... Σαράντα χρόνια έγραφε χαρτιά, χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες έγγραφα, και δε θυμάται ούτε μια αράδα που να εκφράζει ενθουσιασμό, αγανάκτηση ή κάτι παρόμοιο...
«Και λοιπά συναισθήματα...» σκεφτόταν. «Αλλά, σάμπως στα έγγραφα χρειάζονται συναισθήματα; Κι ένας αναίσθητος μπορεί να τα γράψει... »
Το μούτρο του νεαρού επικριτή ξεπρόβαλε και πάλι πίσω από το φλογισμένο σημείο στίξης και χαμογέλασε φαρμακερά. Ο Περεκλάντιν σηκώθηκε και κάθισε στο κρεβάτι. Το κεφάλι του πονούσε, στο μέτωπο εμφανίστηκε κρύος ιδρώτας... Στη γωνία φώτιζε απαλά το καντήλι, τα έπιπλα ήταν καθαρά, γιορτινά, τα πάντα απέπνεαν ζεστασιά και την παρουσία γυναικείων χεριών, αλλά ο δύστυχος υπαλληλάκος κρύωνε, ένιωθε απαίσια, ακριβώς σαν να είχε αρρωστήσει από τύφο. Το θαυμαστικό στεκόταν πια όχι πίσω από τα κλειστά του μάτια, αλλά μπροστά του, εδώ, στο δωμάτιο, κοντά στο κομοδίνο της γυναίκας του και του έκλεινε κοροϊδευτικά το μάτι...
«Γραφομηχανή! Μηχανή!» ψιθύριζε το φάντασμα, φυσώντας κι εκτοξεύοντας πάνω στο γραφιά ξερό αέρα. «Ξύλο απελέκητο!»
Ο υπαλληλάκος κρύφτηκε κάτω από την κουβέρτα, όμως και κάτω από αυτήν συνέχισε να βλέπει το φάντασμα. Κόλλησε το πρόσωπό του στον ώμο της γυναίκας του, αλλά πίσω από τον ώμο ξεφύτρωνε ο ίδιος πάντα εφιάλτης... Όλη τη νύχτα παιδεύτηκε ο δύστυχος ο Περεκλάντιν, κι όταν φώτισε η μέρα το φάντασμα ήταν ακόμα εκεί... Το έβλεπε παντού. Την ώρα που φορούσε τις μπότες του, στο πιατελάκι του τσαγιού, στο παράσημο τρίτου βαθμού, το «Στανισλάφ»...
«Και λοιπά συναισθήματα...» σκεφτόταν. «Η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρχαν συναισθήματα... Θα πάω, ας πούμε, σε λίγο, στη διεύθυνση να υποβάλω τα σέβη και τις ευχές μου... σάμπως αυτό γίνεται με συναίσθημα; Λοιπόν, τι κρίμα... Είμαι απλώς μια ευχετήρια μηχανή...»
Ο Περεκλάντιν βγήκε στο δρόμο και σταμάτησε μια άμαξα, όμως του φάνηκε ότι στη θέση του αμαξά καθόταν ένα θαυμαστικό.
Μπαίνοντας στον προθάλαμο του σπιτιού του προϊσταμένου του, στη θέση του θυρωρού είδε το σημείο... Που του μιλούσε πάντα για ενθουσιασμό, αγανάκτηση, οργή... Ο κονδυλοφόρος είχε πάρει κι αυτός τη μορφή θαυμαστικού. Ο Περεκλάντιν τον έπιασε, βούτηξε την πένα στο μελάνι και υπέγραψε:
«Κρατικός υπάλληλος Εφίμ Φόμιτς Περεκλάντιν!!!»
Βάζοντας τα τρία θαυμαστικά ένιωσε ενθουσιασμό, αγανάκτηση, ικανοποίηση, κι έβραζε από οργή.
«Να, για να μάθεις! Να, για να μάθεις!» μουρμούρισε, πιέζοντας την πένα.
Το φωτεινό σημείο ικανοποιήθηκε κι αυτό και εξαφανίστηκε.


Αντόν  Τσέχωφ - Το θαυμαστικό  (από τα "Διηγήματα")

Πηγή: εδώ