Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
(αναδημοσίευση από VakxikonBog)

ΠΟΣΟ ΓΑΛΑΖΙΟ, σκέφτομαι, σπατάλησες για να ξεφύγω
το αίμα στις φλέβες μου; Τώρα φοβάμαι
αυτόν ψεύτικο ουρανό κι αυτόν τον ψεύτικο ήλιο.
Μια φυλλωσιά και λίγο φως θ’ αρκούσε.
Μια φυλλωσιά και λίγο φως. Ό,τι ίσως περίσσευε
απ’ όλο αυτό το κόκκινο στις φλέβες μου
που ακόμη δεν μπορώ να το ξεφύγω.

*

ΣΤΕΚΕΣΑΙ ΑΣΚΟΠΑ, εμποδίζεις μιαν ομίχλη
ακόμη πιο άσκοπη: σχεδόν σιωπή ξεπαγιασμένη
σε λόγια που προσπάθησαν να ζεσταθούν
με μια αγκαλιά υγρή απελπισία.
Είμαι η ρίζα σου, κρυώνω
άσκοπα μέσα μου κι η νύχτα τριγυρίζει
με δύσβατα όνειρα κι απόκρημνους ψιθύρους,
τα σκοτεινά φυλλώματά σου.

*

ΑΝ μιαν ώρα από κείνες που ανήκουν
το ίδιο στον θάνατο και στην ελευθερία,
δραπέτευες πού θα κατέφευγες; Μπροστά εγώ
αναίτιος σαν βράχος. Πίσω εγώ
απρονόητος σαν νερό. Γύρω η ζωή
σαν αλάτι σε πληγή.
Και φως, ω, πόσο φως η φυλακή σου.

*

ΚΑΠΟΤΕ ΚΑΠΟΤΕ νομίζω πως το χώμα έχει το χρώμα των μαλλιών μου.
Δεν σκέφτομαι τον θάνατο και ούτε γέρασα ακόμη
τόσο βαθιά. Μαύρα μαλλιά το χώμα, ρίζες σκοτεινές
αρπάζουν, σφίγγουν, καρτερούν μια χαίτη που γεννήθηκε νωθρή,
αλλ’ ονειρεύεται συχνά τον άνεμο στην πέτρινη καρδιά της.
Ύστερα έρχεται όλο το πράσινο της απόγνωσης.
Λαχανιάζει προς τα πάνω μια γαλήνη απίστευτα βαθιά.
Έκανες τα χορτάρια να είναι σαν τα μαλλιά.

Σκέφτομαι συνέχεια τον θάνατο: γερνάω τόσο βαθιά, τόσο βαθιά.