Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

TO ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ



Κάθε μέρα γυρνούσε ανάμεσα στα ξερά χόρτα γυμνή. Έπαιζε με τον ήλιο, χανόταν ανάμεσα στα ψηλά στάχυα, χάιδευε τα όνειρα με τα χείλη. Κι όταν έσβηνε ο ήλιος, με θλιμμένο βλέμμα έπαιρνε το δρόμο του γυρισμού. Κι ήταν σαν να γύριζε από μάχη έτσι που το κορμί της χαράκωναν κόκκινες γραμμές από το παιχνίδι της με τα στοιχειά.

Δε θ' αντέξεις! της θύμιζε μια φωνή. Μα εκείνη αδιαφορούσε και συνέχιζε τον αιματηρό χορό ανάμεσα στα ξερά χόρτα και τις θυμωμένες αναμνήσεις.

Τραγουδούσε πάντα το ίδιο τραγούδι, κάτι σαν νανούρισμα, κάτι σαν δάκρυ.
Και τράβαγε κοντά της τα πουλιά. Τους μιλούσε κι αυτά την άκουγαν. Ίσως τα μόνα που την άκουγαν καθαρά.

Κάθε μέρα γυρνούσε ανάμεσα στις ζεστές αναπνοές μιας άλλης μέρας. Ροδοκοκκίνιζε το δέρμα και στο πέρασμά του άφηνε ένα άρωμα από καλοκαίρι ή από μια ξεχασμένη άνοιξη.

Κι όταν έσβηνε ο ήλιος, ξεχνούσε και την έβρισκες σκαρφαλωμένη στο πιο ψηλό κλαδί να μιλάει με τα σύννεφα.

Δεν θα την ξαναδεί, το ξέρει. Έσβησε σαν καπνός, σαν σκιά που φωτίστηκε ξαφνικά.

Χάθηκε στο σκοτάδι της, παίζοντας με τον ήλιο.

3/6/2013

©Silena