Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

T.S. Eliot’s - The Love Song of J. Alfred Prufrock



















Το Ερωτικό Τραγούδι του Ι. Άλφρεντ Προύφροκ

The Love Song of J. Alfred Prufrock

S`io credesse che mia risposta fosse
A persona che mai tornasse al mondo,
Questa fiamma staria senza piu scosse.
Ma perciocchè giammai di questo fondo
Non tornò vivo alcun, s'i'odo il vero,
Senza tema d'infamia ti rispondo


Dante Inferno (XXVII, 61-66)

"If I but thought that my response were made
to one perhaps returning to the world,
this tongue of flame would cease to flicker.
But since, up from these depths, no one has yet
returned alive, if what I hear is true,
I answer without fear of being shamed." 


Translation, from the Princeton Dante Project

« Εάν εντούτοις σκεφτόμουν ότι η απάντησή μου δίνεται
σε κάποιο πρόσωπο που ίσως γυρνούσε στον κόσμο,
αυτή η φλεγόμενη γλώσσα θα σταματούσε να τρεμοπαίζει
Αλλά αφού, από εκείνα τα βάθη, κανείς δεν έχει
ακόμη επιστρέψει ζωντανός, εάν αυτά που ακούω είναι αληθή,
Χωρίς φόβο δυσφήμησης απαντώ» 


Δάντης Κόλαση (XXVΙΙ,61-66) 
Μετάφραση: Στρατής Φάβρος 

Aς πάμε λοιπόν, Εσύ και εγώ,
Την ώρα που η βραδιά απλώνεται στη θέση τ’ ουρανού
Σαν ασθενής ναρκωμένος από αιθέρα επάνω σε τραπέζι,
Ας περπατήσουμε, μέσα από κάποιους μισό- ερειπωμένους δρόμους,
Οι υποχωρήσεις των ψιθυρισμών,
Των νυχτών δίχως στάση σε μιας βραδιάς φτηνά ξενοδοχεία
Σε εστιατόρια στρωμένα πριονίδι και όστρακα στρειδιών: 
Δρόμοι που συνεχίζουν σαν βαρετό επιχείρημα
Ανεξιχνίαστων προθέσεων
Για να σε οδηγήσουν σε μιαν ερώτηση που σύγχυση υπέρτερη γεννά ..….
Ω, μη ρωτάς , «Ποια είναι αυτή;»
Ας πάμε να κάνουμε την επίσκεψη μας. 

Στο Δωμάτιο οι γυναίκες πηγαίνουν και έρχονται 
Συζητώντας για τον Μικελάντζελο.

Η κίτρινη ομίχλη που τρίβει την πλάτη της στα παραθυρόφυλλα,
Ο κίτρινος καπνός που τρίβει τη μουσούδα του στα παραθυρόφυλλα 
Γλίστρησε τη γλώσσα του στις γωνίες του βραδινού,
Αιωρήθηκε αργά πάνω απ’ τις λίμνες που στέκονται στις αποχετεύσεις
του δρόμου,
Φορτώθηκε στην πλάτη του το καυσαέριο που πέφτει από τις καμινάδες,
Λικνίστηκε στη βεράντα, έκανε ένα άξαφνο άλμα,
Και βλέποντας ότι ήταν μιαν απαλή νυχτιά του Οκτώβρη,
Κουλουριάστηκε μια φορά γύρω από το σπίτι, και αποκοιμήθηκε.

Και πράγματι θα υπάρχει χρόνος
Για τον κίτρινο καπνό που γλιστρά στη γραμμή του δρόμου,
Τρίβοντας την πλάτη του στα παραθυρόφυλλα,
Θα υπάρχει χρόνος, Θα υπάρχει χρόνος,
Να ετοιμάσεις ένα πρόσωπο για να συναντήσεις τα πρόσωπα που συναντάς, 
Θα υπάρχει χρόνος για να δολοφονήσεις και να δημιουργήσεις, 
Και χρόνος για όλα τα έργα και τις ημέρες των χεριών,
Που σηκώνουν και πετούν μιαν ερώτηση στο πιάτο σου,
Χρόνος για σένα και χρόνος για μένα,
Και χρόνος ακόμη 
για εκατό διλλήματα, και για εκατό θεωρήσεις
Kαι αναθεωρήσεις, 
Πριν την ώρα του τοστ και του τσαγιού.

Στο Δωμάτιο οι γυναίκες πηγαίνουν και έρχονται 
Συζητώντας για τον Μικελάντζελο.

Και πράγματι θα υπάρχει χρόνος
Για να αναρωτηθώ, «Τολμώ»; και, «Τολμώ»;
Χρόνος να γυρίσω πίσω και τη σκάλα να κατεβώ,
Με ένα φαλακρό σημείο στη μέση του κεφαλιού μου--- 
( Θα πουν : «Πώς αδυνατίζουν τα μαλλιά του!»)
Το πρωινό μου παλτό, το κολάρο μου που στο πηγούνι μου σκαρφαλώνει σφιχτά,
Η γραβάτα μου πλούσια και μετριόφρων, αλλά δηλούμενη από μια καρφίτσα απλή---( Θα πουν : «Πόσο τα χέρια και τα πόδια του είναι αδύνατα!»)
Τολμώ να 
Ενοχλήσω το Σύμπαν ;
Σε ένα λεπτό υπάρχει χρόνος για αποφάσεις και αναθεωρήσεις που ένα λεπτό θα αντιστρέψει.

Γιατί τα έχω όλα ήδη γνωρίσει, τα γνώρισα όλα:
Έχω γνωρίσει τα βράδια, τα πρωινά, τα απογεύματα,
Σε κουταλάκια του καφέ μέτρησα τη ζωή,
Γνωρίζω τις φωνές που σβήνουν σε μια θνήσκουσα πτώση,
κάτω από τη μουσική από ένα μακρινό δωμάτιο
Έτσι λοιπόν πως θα έπρεπε να υποθέσω; 

Και έχω ήδη γνωρίσει τα μάτια, τα γνώρισα όλα
Τα μάτια που σε καθορίζουν σε μια τυποποιημένη φράση,
Και καθώς τυποποιήθηκα, απλωμένος σε μια καρφίτσα
Καθώς με καρφίτσωσαν και σφαδάζω στον τοίχο 
Τότε πως πρέπει να ξεκινήσω 
Nα εξακοντίζω τα χονδροειδή απομεινάρια των ημερών μου και των τρόπων μου, 
Και πως θα έπρεπε να υποθέσω; 

Και έχω ήδη λοιπόν γνωρίσει τα χέρια, τα γνώρισα όλα 
Χέρια που φορούν βραχιόλια, και χέρια λευκά και γυμνά
(Αλλά στο αχνό φως της λάμπας, καθώς εξασθενεί από μαλλιά καστανά !) 
Είναι το άρωμα από κάποιο φόρεμα 
Που με κάνει να ξεμακραίνω τόσο;
Χέρια που απλώνονται σε ένα τραπέζι η τυλίγονται από μιαν εσάρπα.
Και θα έπρεπε τότε να υποθέσω;
Και πως θα έπρεπε να ξεκινήσω;

Μήπως θα πω, πως περιηγήθηκα στο σούρουπο μέσα από δρόμους στενούς
Και παρακολούθησα τον καπνό που ανασηκώνεται από τις πίπες 
Μοναχικών ανδρών που φορούσαν πουκάμισα, και έγερναν από παράθυρα; 

Θα έπρεπε να ήμουν ένα ζευγάρι φαγωμένες δαγκάνες 
Που κείτονταν στους βυθούς σιωπηλών θαλασσών.

Και το απόγευμα, το βράδυ, κοιμάται τόσο ειρηνικά! 
Καθώς λειαίνεται από μακριά δάχτυλα
Κοιμισμένο…κουρασμένο …. η προσποιούμενο ασθένεια
Απλωμένο επάνω στο πάτωμα, εδώ δίπλα σε σένα και σε μένα. 
Θα έπρεπε, μετά το τσάι και το κέικ και τα ζαχαρωτά,
Να έχω τη δύναμη στην κρίση της τη στιγμή να κατευθύνω;
Αλλά ενώ δάκρυσα και νήστευσα, δάκρυσα και προσευχήθηκα
Και ενώ είδα το κεφάλι μου (καθώς ελαφρώς αραίωνε) να έρχεται επί πινακίου
Δεν είμαι προφήτης- και δεν υπάρχει σε αυτό κάποιο ζήτημα σπουδαίο 
Έχω δει τη στιγμή του μεγαλείου μου να αχνοσβήνει 
Και είδα τον Αιώνιο [ καταχθόνιο] Υπηρέτη να μου κρατά το παλτό, και να ξεσπά σε γέλιο πνιχτό
Και κοντολογίς, φοβήθηκα. 
Και θα ήταν άξιό του , μετά απ’ όλα,
Μετά τα φλιτζάνια, τη μαρμελάδα και το τσάι,
Ανάμεσα στις πορσελάνες, κι ανάμεσα 
σε κάποια μας κουβέντα εσένα και εμένα
Θα ήταν άξιό του λίγο,
Να έχουμε καταπιεί το ζήτημα με ένα χαμόγελο, 
Να είχαμε συμπυκνώσει το σύμπαν σε μια μπάλα,
Να την έχουμε κυλίσει προς μιαν απάντηση που σύγχυση απόλυτη γεννά,
Να πω : « Είμαι Ο Λάζαρος, ελθών εκ Νεκρών,
Ήρθα πίσω να στα πω όλα, Θα σου τα πω όλα » 
Εάν κάποια, τακτοποιεί ένα μαξιλάρι στο κεφάλι της, 
Θα έπρεπε να πει : « Δεν ήταν αυτό που εννοούσα καθόλου,
Δεν ήταν αυτό καθόλου»

Και θα ήταν άξιο του , μετά απ’ όλα,
Θα ήταν άξιο του καθόλου, 
Μετά τα ηλιοβασιλέματα και τους αυλόγυρους και τους νοτισμένους δρόμους – 
Μετά τις νουβέλες, μετά τα σερβίτσια του τσαγιού, μετά τις φούστες που αφήνουν τα ίχνη του δρόμου τους στο πάτωμα,
Και αυτό, και πόσα περισσότερα; 
Είναι αδύνατον ακριβώς να πω τι εννοώ!
Αλλά σαν ένας μαγικός φανός να έριχνε τη μορφή του σε σχήματα σε μια οθόνη:
Θα ήταν άξιο του καθόλου, 
Εάν κάποια, καθώς τακτοποιούσε ένα μαξιλάρι η πετούσε στον αέρα μιαν εσάρπα
Και γυρίζοντας προς το παράθυρο, θα έπρεπε να πει 
«Δεν είναι καθόλου αυτό 
Δεν ήταν αυτό που εννοούσα, καθόλου.» 

Όχι! Δεν είμαι ο Πρίγκιπας Άμλετ, ούτε προοριζόμουν να είμαι,
Είμαι ένας εκ των Λόρδων της συνοδείας, ένας που θα χρησιμεύσει
Να φουσκώσει τη πρόοδο του έργου [να ταξιδέψει στη σκηνή], να ξεκινήσει μια σκηνή η δύο,
Να συμβουλέψει τον Πρίγκηπα, χρήσιμο δίχως αμφιβολία εργαλείο,
Διαφοροποιημένο, που χρησιμοποιείται, ευτυχές, 
Πολιτικός, Προσεκτικός και ενδελεχής,
Με λόγο μεστό αφορισμών, αλλά λίγο αμβλύνους;
Κατά καιρούς, πράγματι σχεδόν γελοίος,----
Σχεδόν, κατά καιρούς, Ο Τρελός.

Γερνώ….. Γερνώ….

Θα γυρίσω των παντελονιών μου τα ρεβέρ.
Να χτενίσω τα μαλλιά μου προς τα πίσω; Τολμώ να φάω ένα ροδάκινο; 
Θα φοράω άσπρα φανελένια παντελόνια, και θα κάνω βόλτα στη παραλία.
Έχω ακούσει τις γοργόνες να τραγουδούν, η μία στην άλλη. 

Δεν νομίζω ότι θα τραγουδήσουν σε μένα.

Τις έχω δει να ανοίγονται στο πέλαγο τα κύματα καβαλώντας
Χτενίζοντας τα άσπρα μαλλιά των κυμάτων που ξεχύνονται πίσω 
Όταν ο άνεμος σκιρτάει το νερό σ’ άσπρο και μαύρο.

Στης θάλασσας τα Δώματα καιρό κρατηθήκαμε 
Από θαλασσό-κόριτσα τυλιγμένα με άλγη κόκκινα και καφετιά 
Ώσπου ανθρώπινες φωνές να μας ξυπνήσουν, και να πνιγούμε.

Μετάφραση: Στρατής Φάβρος



LINKS: 
http://people.virginia.edu/~sfr/enam312/prufrock.html
http://cummingsstudyguides.net/Guides3/Prufrock.html
http://youtu.be/JAO3QTU4PzY
http://youtu.be/PLNsPhKlucY
http://youtu.be/onESyDOMKKA