Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

ΛΕΠΤΕΣ ΚΛΩΣΤΕΣ




- Μα πού πας έτσι ξυπόλητη; Θα κρυώσεις, θα πληγώσεις τα πόδια σου, θα ματώσεις. Όλοι θα σε κοροϊδεύουν, θα σε κοιτάζουν σαν σκουπίδι, σαν ένα γυμνό σκουπίδι. Πού πας γύρνα πίσω. Δε θ’ αντέξεις το αδηφάγο γέλιο των ανθρώπων.

Ανελέητα λόγια, κραυγές απελπισίας που γκρεμίζονται και σπάνε με θόρυβο.
Κλείνω τ’ αυτιά μου.

Μη με καταδιώκεις με τις λέξεις σου. Άσε με να πονέσω, να ματώσω, να ζήσω την ιερότητα της γύμνιας, τη ματαίωση της συνήθειας και με κομμένη την ανάσα ν’ ακούσω για πρώτη φορά την ησυχία της νύχτας και να κλάψω. Να κλάψω γι’ αυτόν το μακρινό κόσμο που με έντονες χειρονομίες διαταράσσει τον αναστεναγμό των αστεριών.

Δε θα φτάσω ποτέ στον κόσμο σας. Έχω γυρίσει την πλάτη και προχωρώ σ’ ένα ελαστικό σύμπαν όπου τα δευτερόλεπτα αιωρούνται και οι μνήμες ίπτανται αόρατες σαν μουσικές νότες ώσπου να γίνουν κλωστές. Λεπτές, πολύ λεπτές κλωστές.

Τις αγγίζω τρυφερά κι έπειτα τις κρεμάω στο βρεγμένο σκοινί της λήθης.
Τα φώτα ανάβουν, τα κύμβαλα κλαίνε, οι φλυαρίες των θεατών πληθαίνουν και στερεώνουν με καρφίτσες τα λάθη, πάνω στο βρεγμένο σκοινί. Μια οπτασία σκοτεινής φιγούρας, γυναικείας θαρρώ, ισορροπεί στο ποδήλατο με τη μία ρόδα που αρχίζει από Ζ. Κι αποδίδει δικαιοσύνη κραυγάζοντας αιφνιδιαστικά.

- Μια φορά ακόμα, μια φορά ακόμα.  

Το πλήθος παραληρεί. Ζητάει κι άλλο αίμα.

Σηκώνω τα γυμνά μου πόδια ψηλά, πάνω απ’ όλους, πέρα απ’ όλα. 

Το αίμα από τα πληγωμένα δάχτυλα χύνεται σπάταλα και πέφτει σε μικρές κόκκινες σταγόνες πάνω στα πρόσωπα των θεατών που ζητωκραυγάζουν, χειροκροτούν δαιμονισμένα. Θέλουν κι άλλο. 

Κι όπως είμαι μια κόκκινη λεπτή, πολύ λεπτή κλωστή που ματώνει και στάζει πάνω στα αγριεμένα πρόσωπα, γλιστράω, και πέφτω. Με τα πόδια κόκκινα, γυμνά, πληγωμένα. Και τα χέρια κόκκινα, γυμνά, πληγωμένα φτερά.

Ο ορίζοντας κοκκίνισε.

Θα φύγω είπα, μα θα κρατήσω μία λέξη σου. Κι ίσως κι εκείνο το ποδήλατο με τη μία ρόδα.
Που αρχίζει από Ζ.

©Silena, 9/3/2013