Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

[Από τη σειρά Τέταρτη διάσταση (1972)]

Γιάννης Ρίτσος, Το παράθυρο (απόσπασμα)

[...]

Αν ανέβεις λίγο πιο πάνω από κείνο το δρόμο ως το λοφίσκο τού Αη-Βασίλη,
βλέπεις ακέριο το λιμάνι κάτω απ' τα μάτια σου
βλέπεις ν' αστράφτουν μες στο σκοτεινό νερό, άκρη-άκρη τής απέραντης θάλασσας,
οι μεγάλοι πρασινόχρυσοι ιριδιστοί λεκέδες από λάδι ή πετρέλαιο, 
λαμπροί λεκέδες, κι αμόλευτοι θαρρείς, σα φωτεινά, κινούμενα νησίδια αδιάφορης γαλήνης 
ανάμεσα σε ψόφια σκυλιά, σάπιες πατάτες, άχερα, κουκουνάρια και βάρκες.

Μπορείς λοιπόν να κοιτάζεις αδίστακτα απ' αυτό το παράθυρο 
ή και να βγεις στο δρόμο. Μια σιωπηλή αγιότητα 
μένει κάτω απ' τις πράξεις των ανθρώπων. Μια σκιά μενεξεδένια 
σωπαίνει στον αριστερό ώμο μιας γυναίκας κουρασμένης απ' τον έρωτα 
που γύρισε απ' τ' άλλο της πλευρό κι αποκοιμήθηκε μονάχη. Μπορείς να κοιτάζεις
τα χοντρά σώβρακα στη διπλανή αυλή λεκιασμένα από ονειρώξεις 
ή τις ξεδιπλωμένες καπότες κάτω απ' τα παγκάκια του πάρκου 
ή τα κουμπιά απ' τούς στηθόδεσμους των γυναικών που έπεσαν στο χορτάρι
σα μικρά, φιλντισένια λουλούδια, λιγάκι πικραμένα 
που τίποτ' άλλο δεν έχουν πια να δώσουν — άρωμα, γύρη, σπόρο. 
Τίποτα.

Σε κείνο το δρόμο είπα να πάω και γω κάποτε 
να πουλήσω αυτό το παράθυρο και κείνο το μεγάλο κασόνι 
όχι για τίποτ' άλλο, μόνο για ν' απαλλαγώ απ' την έγνοια τους, 
ν' αναμιχθώ κ' εγώ σε αγοροπωλησίες,
 
ν' ακούσω τη φωνή μου όταν μιλάει μια ξένη γλώσσα. Το 'νιωσα γρήγορα 
πως τίποτα δεν είχα να πουλήσω. Μια υστεροβουλία ήταν μονάχα: 
η αναζήτηση μιας νέας δοκιμασίας που πάλι
θα την επόπτευα απ' αυτό το παράθυρο, το έστω και δίχως τζάμια.

Ποτέ δεν τα κατάφερα στο εμπόριο. Άλλωστε δεν έχω 
τίποτα που ν' αξίζει πληρωμή, τίποτα
που να μπορώ να το πληρώσω. Και τούτες οι παλιές φωτογραφίες 
τίποτα δεν αξίζουν για τούς άλλους, μ' όλο που οι κορνίζες τους τουλάχιστον
είναι από ατόφιο χρυσάφι. Όμως εμένα μου χρειάζονται.

Κι ούτε είναι πεθαμένες - όχι. Όταν βραδιάζει
κ' είναι ακόμη ζεστές οι καρέκλες έξω απ' τα καφενεία
κι όλοι (κ' ίσως και γω) ζητούν να καταφύγουν μέσα σ' έναν άλλον,
αυτές κατεβαίνουν σιωπηλά απ' τις κορνίζες τους σα να κατεβαίνουν
μια ταπεινή ξύλινη σκάλα, πηγαίνουν στην κουζίνα,
ανάβουν τη λάμπα, στρώνουν το τραπέζι, (ακούγεται
ο φιλικός ήχος από 'να πιρούνι που χτύπησε στο πιάτο),
ταχτοποιούν τα λίγα μου βιβλία κι ακόμη τις σκέψεις μου
με συγκρίσεις και εικόνες (παλιές και καινούργιες), με σεμνά επιχειρήματα
και κάποτε με αρχαίες, ακλόνητες, βιωμένες αποδείξεις.

Γι' αυτό κιόλας κρατώ μ' ευγνωμοσύνη αυτό το παράθυρο.
Δε μ' εμποδίζει διόλου να βλέπω και να είμαι, - το αντίθετο μάλιστα.

Όσο για κείνο πού σου 'λεγα : «πιεσμένος ανάμεσα στον τοίχο και στο τζάμι»,
ήταν μια υπερβολή τής άνοιξης, μια υπερβολή
απ' τη σαρκική αφθονία των πράσινων φύλλων. Το παράθυρο
είναι μια εξυπηρετική, τετράγωνη γαλήνη και διαύγεια.

Όταν οι τοίχοι θαμπώνουν το απόβραδο, αυτό το παράθυρο 
φέγγει ακόμη σαν από μόνο του∙ διατηρεί κ' επεκτείνει 
την τελευταία ανταύγεια του ηλιογέρματος, 
ρίχνει την αντανάκλασή του στον ισκιωμένο δρόμο, 
φωτίζει τα πρόσωπα των περαστικών σα να τα συλλαμβάνει επ' αυτοφώρω
στην πιο ανυπόκριτη στιγμή τους, φωτίζει τους τροχούς των ποδηλάτων
ή τη χρυσή αλυσίδα που βυθίζεται στο στήθος μιας γυναίκας
ή το περίεργο όνομα ενός καραβιού που αράζει στο λιμάνι.

[...]

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Στ' Τόμος] (1978)




ΠΗΓΗ: εδώ