Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

ΞΗΡΑΣΙΑ Του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου




ΞΗΡΑΣΙΑ Ι

ξέρω πως ξεράθηκες να περιμένεις/
ενώ μια απλή βροχούλα αρκούσε/
για να ενυδατωθείς/
ή λίγα κρύα πρωινά χάδια/
σπρωξιές και νυχιές/
στο κύμα του πλήθους…

ΞΗΡΑΣΙΑ ΙΙ

…και τέλος πάντων/
που είναι αυτή η θάλασσα;/
που είναι κι ατέλειωτη, και γαλήνια, κι έτσι/
εγώ… γιατί δεν την έχω δει;/
χρόνια και χρόνια προσπαθώ… και τίποτα/
μόνο τα λιβάδια/
ασάλευτα κι απέραντα/
μόνο λιβάδια/
ξεπλυμένα/
με χρώμα άνυδρο καφέ/
ξεραμένη ώχρα/
ή κατακάθι του καφέ/
και χάρτινα λουλούδια από γκοφρέ σταφιδιασμένο χαρτί/
κι όλα τα πουλιά, κακότεχνα οριγκάμι/
κι ούτε ένα τόσο δα ψαράκι/
κι ας μην είναι χρυσόψαρο/
κι ας μην είναι ασημόψαρο/
ας είναι και γατόψαρο/
ούτε ένα τόσο δα…

ΞΗΡΑΣΙΑ ΙΙΙ

“-ορίστε/
εδώ μπορείς να σταθείς…”
είπες/
κι έδειξες τούτο το στεγνό χώμα/
γύρω να ρέει με θόρυβο αίμα σε τσίγκινα κιούγκια/
και ένα τσούρμο μέρμηγκες/
να σαρώνουν τη ματωμένη λάσπη/
“-να ξυπνάς μες στο σώμα σου/
που είναι άλλο σώμα/
διψασμένος για χάδι/
κι αν θέλεις να χαϊδεύεσαι…”/
είπες…
“-ποιός θα σε ποτίσει κι αν ριζώσεις/
είναι άλλο…”/


Κωνσταντίνος Λουκόπουλος

Πηγή: bibliotheque