Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

YVES MONTAND

Quand tu Dors Pres de Moi

Quand tu dors près de moi
Tu murmures parfois
Le nom mal oublié
De cet homme que tu aimais

Et tout seul près de toi
Je me souviens tout bas
Toutes ces choses que je crois
Mais que toi, ma chérie, tu ne crois pas

Les gestes étourdissants
Etourdis de la nuit
Les mots émerveillés
Merveilleux de notre amour

Si cet air te rejoint
Si tu l'entends soudain
Je t'en pris, comme moi

Ne dis rien, mais rappelle-toi, chérie

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ


"ΝΥΧΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ"

Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
λυγούν τα πόδια
και προσκυνούν γονατιστά στη φάτνη τους
τα άδολα βόδια.
Κι ο ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα
σταυροκοπιέται
και λέει με πίστη απ' της ψυχής τ' απόβαθα
Χριστός γεννιέται!
Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
κάποιοι ποιμένες
ξυπνούν από φωνές ύμνων μεσούρανες
στη γη σταλμένες.
Κι ακούοντας τα Ωσαννά απ΄ αγγέλων στόματα
στον σκόρπιο αέρα
τα διαλαλούν σε χειμαδιά λιοφώτιστα
με την φλογέρα.
Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
-ποιος δεν το ξέρει-
των μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα
λάμπει το αστέρι
Κι όποιος το βρει μες στ΄ άλλα αστέρια ανάμεσα
και δεν το χάσει,
σε μια άλλη Βηθλεέμ ακολουθώντας το

μπορεί να φτάσει.


ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!!!

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

NOUS DEUX


PAUL ELUARD
Nous deux

Nous deux nous tenant par la main
Nous nous croyons partout chez nous
Sous l’arbre doux sous le ciel noir
Sous tous les toits au coin du feu
Dans la rue vide en plein soleil
Dans les yeux vagues de la foule
Auprès des sages et des fous
Parmi les enfants et les grands
L’amour n’a rien de mystérieux
Nous sommes l’évidence même
Les amoureux se croient chez nous.

PAUL ELUARD
Le Phénix
Derniers poèmes d’amour

********

ΠΩΛ ΕΛΥΑΡ
Εμείς οι δυο

Εμείς οι δυο χέρι με χέρι
Νιώθουμε σαν στο σπίτι μας παντού
Κάτω από το δέντρο το τρυφερό κάτω από τον βαρύ ουρανό
Κάτω από όλες τις στέγες δίπλα στη φωτιά
Στον άδειο δρόμο στ' άπλετο φως
Στα άψυχα μάτια του πλήθους
Δίπλα σε σοφούς και σε τρελούς
Ανάμεσα στα παιδιά και στους μεγάλους
Ο έρωτας δεν έχει τίποτα το μυστηριώδες
Είμαστε το ολοφάνερο το ίδιο
Εμάς οι ερωτευμένοι νογούν για σπιτικό τους

ΠΩΛ ΕΛΥΑΡ
Τελευταία ποιήματα του έρωτα
Μετάφραση: Ελένη Κόλλια
σ.113
Εκδόσεις Ηριδανός

********

τολμώ να παραθέσω και μια δική μου απόδοση του υπέροχου αυτού ποιήματος


ΠΩΛ ΕΛΥΑΡ
Εμείς οι δυο
Απόδοση: Silena

Eμείς οι δυο χέρι με χέρι
Σα στο σπίτι μας νιώθουμε, παντού
Κάτω απ’ το τρυφερό δέντρο κάτω από το μαύρο ουρανό
Κάτω απ’ όλες τις στέγες πλάι στη φωτιά
Στον δρόμο τον αδειανό που λούζεται στο φως
Στα άδεια μάτια του πλήθους
Δίπλα στους σοφούς και στους τρελούς
Στα παιδιά και στους μεγάλους ανάμεσα
Τίποτε το μυστήριο δεν υπάρχει στον έρωτα
Εμείς οι ίδιοι είμαστε η απόδειξη
Οι ερωτευμένοι εμάς νιώθουν για σπίτι τους

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Concierto De Aranjuez


Photos by © Manuel Vagos

Trumpet -- Chet Baker
Alto Saxophone -- Paul Desmond
Bass -- Ron Carter
Drums -- Steve Gadd
Guitar -- Jim Hall
Piano -- Roland Hanna

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

Steve Kuhn - Emmanuel



Από τις πιο όμορφες μουσικές που έχω ακούσει!!!!!! Αριστούργημα...

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ



Γυναῖκα, πεῖσμα τῆς Ἀσίας

Εἶσαι μία ἤπειρος τοῦ στήθους ἀπ᾿ τὸ βάθη τῶν φυλῶν
εἴσαι πλανόδιο σὰν τὸ φεγγάρι
ὁ πόνος εἶναι πλόκαμος κ᾿ ἡ ἀγάπη σου ὑδράργυρος
γυναίκα, πεῖσμα τῆς Ἀσίας.
Ὅταν ἀφήνεις ἕνα βλέμμα στὶς κοιλάδες νὰ ὡριμάζει
καθὼς οἱ ἄνεμοι τὸ ταξιδεύουν ὡς τὰ ὕψη
νέμεσαι κλαδιὰ καὶ χύνεις δηλητήρια μέσ᾿ στὸ φεγγάρι.
Μόνη σὰ φόνος κατοικεῖς τὴ συνείδηση
συνωμοτώντας ἀντίκρυ στὶς θεότητες τῶν πουλιῶν
ἐσὺ μὲ μαῦρα ποταμικὰ μαλλιὰ
ἐσὺ πάλι καὶ πάλι μὲ σκοτεινὰ μάτια.
Λέω στὸν ἥλιο νὰ σταθεῖ χωρὶς τὴν ἀγαθότητα
σχίζοντας τὸ μεγάλο χρῶμα τοῦ ὀνείρου
στὸν ἥλιο νὰ σὲ πολεμήσει μὲ βοερὸ θειάφι
καὶ νὰ γκρεμίσει ὅλη τη θύμηση ποὺ μὲ παιδεύει.
Νὰ οἱ καιροὶ στὰ βήματά σου μ᾿ ἔφεραν
οἱ φυτικοὶ δεινόσαυροι τὰ οὐράνια πλάτη
μιὰ δέσμη χαλαρὴ τοῦ αἵματος ἕτοιμη νὰ σκορπίσει
τότε ποὺ φώναζα δίχως ἀπόκριση: Θέλω νὰ γίνω γαλάζιος.
Ἦρθες νὰ μείνεις ὡς τὸ θάνατο
μὲ πορφυρὲς ἀνταύγειες ἀπ᾿ τὰ μέλη
ρώτησα μὰ δὲν ἔμαθα ποὺ βρῆκες τὸ σκοτάδι
σὲ μυστικὰ ρυάκια κλειδώνεις τὸν ἦχο σου
μόνη μὲ τὴν ἐκρηκτικὴ φωνὴ τῆς σιωπῆς.
Ἦρθες νὰ μείνεις ὡς τὸ μακρινὸ χάραμα
σώματα πέρασες ἀκόμη ταξιδεύεις.
Ἐγὼ δὲν ἔζησα κ᾿ ἡ ὀμορφιὰ τῆς Ἀττικῆς εἶν᾿ ὅλο τὸ ταξίδι μου
Σὲ τόσους καημοὺς τραγουδώντας

δὲν ξέρω τ᾿ ὅπλο τῆς λησμονιᾶς.

Πηγή: εδώ


Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

NAT BIRCHALL

YEVGENY YEVTUSHENKO


by Ilya Broido


ΓΕΒΓΕΝΗ ΓΕΦΤΟΥΣΕΝΚΟ (1933)


ΑΝΑΜΟΝΗ

Η αγάπη μου θά ’ρθει, ναι,
θ’ ανοίξει την αγκάλη της, θα με κλείσει μέσα,
θα καταλάβει τους φόβους μου, θα δει πού έχω αλλάξει.
Μέσ’ απ’ το χυμένο σκοτάδι, από την πίσσα μέσα της νύχτας
θα κλείσει δίχως να κοντοσταθεί με δύναμη την πόρτα του ταξιού,
τις σκάλες θ’ ανεβεί με το αμυδρό φως του φακού της
που ’χει για μπαταρίες τον έρωτα και την ευτυχία της αγάπης,
λαχανιασμένη θ’ ανεβεί επάνω, όχι, την πόρτα δεν θα τη χτυπήσει,
θα πάρει το χέρι μου στα χέρια της,
και όταν θα ρίξει το παλτό της στην καρέκλα,
αυτό θα πέσει στο πάτωμα – ένας σωρός χρώματος μπλε.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

OUR PARADISE



Masterpiece!!!!!!!!!!!

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

LOS PANCHOS vs DALIDA




Historia de un amor - Los Panchos
Autor: Carlos Eleta Almarán - 1955

"Ya no estás más a mi lado, corazón
En el alma solo tengo soledad
Y si ya no puedo verte
Porque Dios me hizo quererte
Para hacerme sufrir más
Siempre fuiste la razón de mi existir
Adorarte para mí fue religión
Y en tus besos yo encontraba
El calor que me brindaba
El amor y la pasión
Es la historia de un amor
Como no hay otro igual
Que me hizo comprender
Todo el bien, todo el mal
Que le dio luz a mi vida
Apagándola después
Ay que vida tan obscura

Sin tu amor no vivire..."




HISTOIRE D'UN AMOUR

Mon histoire c'est l'histoire d'un amour
Ma complainte c'est la plainte de 2 coeurs
Un roman parmi tant d'autres
Qui pourrait être le votre
Tant d'ici ou bien d'ailleurs

C'est la flamme qui enflamme sans brûler
C'est le rêve que l'on rêve sans dormir
Comme un arbre qui se dresse
Plein de force et de tendresse
Vers le jour qui va venir

REFRAIN:
C'est l'histoire d'amour
Éternel et banal
Qui apporte chaque jour
Tout le bien tout le mal
Avec les rou(cou)lants (qui) s'enlacent (?)
C'est ou l'on se dit adieu
Avec les soirées d'angoisse
Et les matins merveilleux

Mon histoire c'est l'histoire qu'on connaît
Ceux qui s'aiment jouent la même je le sais
Et trahie ou bien profonde
C'est la seule chanson du monde

Qui ne finira jamais.

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - PAUL MOTIAN TRIO




Γιάννης Ρίτσος - Τα ερωτικά
Συλλογή «Τα Ερωτικά», 1981, 
εκδόσεις «ΚΕΔΡΟΣ» (αποσπάσματα)

Γυμνό σώμα
Ι.

Είπε:
ψηφίζω το γαλάζιο.
Εγώ το κόκκινο.
Κι εγώ.

Το σώμα σου ωραίο
Το σώμα σου απέραντο.
Χάθηκα στο απέραντο.

Διαστολή της νύχτας.
Διαστολή του σώματος.
Συστολή της ψυχής.

Όσο απομακρύνεσαι
Σε πλησιάζω.

Ένα άστρο
έκαψε το σπίτι μου.

Οι νύχτες με στενεύουν
στην απουσία σου.
Σε αναπνέω.

Η γλώσσα μου στο στόμα σου
Η γλώσσα σου στο στόμα μου-
σκοτεινό δάσος.
Οι ξυλοκόποι χάθηκαν
και τα πουλιά.

Όπου βρίσκεσαι
υπάρχω.

Τα χείλη μου
περιτρέχουν τ' αφτί σου.

Τόσο μικρό και τρυφερό
πως χωράει
όλη τη μουσική;

Ηδονή-
πέρα από τη γέννηση,
πέρα από το θάνατο.
Τελικό κι αιώνιο
παρόν.

Αγγίζω τα δάχτυλα
των ποδιών σου.
Τί αναρίθμητος ο κόσμος.

Μέσα σε λίγες νύχτες
πώς πλάθεται και καταρρέει
όλος ο κόσμος;

Η γλώσσα αγγίζει
βαθύτερα απ' τα δάχτυλα.
Ενώνεται.

Τώρα
με τη δική σου αναπνοή
ρυθμίζεται το βήμα μου
κι ο σφυγμός μου.

Δυο μήνες που δε σμίξαμε.
Ένας αιώνας
κι εννιά δευτερόλεπτα.

Τί να τα κάνω τ' άστρα
αφού λείπεις;

Με το κόκκινο του αίματος
είμαι.
Είμαι για σένα.


Αθήνα 24.9.80

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Ἦταν γυναίκα, ἦταν όνειρο...

Ἦταν γυναῖκα ἦταν ὄνειρο ἤτανε καὶ τὰ δυὸ
Ὁ ὕπνος μ᾿ ἐμπόδιζε νὰ τὴ δῶ στὰ μάτια
Ἀλλὰ τῆς φιλοῦσα τὸ στόμα τὴν κράταγα
Σὰν νὰ ἦταν ἄνεμος καὶ νὰ ἦταν σάρκα
Μοῦ ῾λεγε πὼς μ᾿ ἀγαποῦσε ἀλλὰ δὲν τὸ ἄκουγα καθαρὰ
Μοῦ ῾λεγε πὼς πονοῦσε νὰ μὴ ζεῖ μαζί μου
Ἦταν ὠχρὴ καὶ κάποτε ἔτρεμα γιὰ τὸ χρῶμα της
Κάποτε ἀποροῦσα νιώθοντας τὴν ὑγεία της σὰν δική μου ὑγεία

Ὅταν χωρίζαμε ἤτανε πάντοτε νύχτα
Τ᾿ ἀηδόνια σκέπαζαν τὸ περπάτημά της
ἔφευγε καὶ ξεχνοῦσα πάντοτε τὸν τρόπο τῆς φυγῆς της
Ἡ καινούρια μέρα ἄναβε μέσα μου προτοῦ ξημερώσει
Ἦταν ἥλιος ἦταν πρωὶ ὅταν τραγουδοῦσα
Ὅταν μόνος μου ἔσκαβα ἕνα δικό μου χῶμα
Καὶ δὲν τὴ σκεφτόμουνα πιὰ ἐκείνη


Γιῶργος Σαραντάρης (1908-1941)



RALPH TOWNER - TIMELESS

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

MATT ELLIOTT - LOUISE LABE


Louise Labé - Sonnet XIII

Oh ! si j'étais emportée sur la belle poitrine
de celui pour lequel je me meurs :
si l'envie ne m'empêchait pas de vivre
le peu de temps qu'il me reste  :

Si en m'enlaçant il me disait : « chère Amie,
rendons-nous heureux l'un l'autre », il s'assurerait ainsi
que jamais la tempête, Euripe, ou un courant
ne pourra nous séparer durant notre vie :

si, alors que je le tenais enlacé dans mes bras,
comme le lierre encercle l'arbre,
la mort venait, envieuse de mon bonheur :

lorsque tout doucement il m'embrasserait,
et que mon esprit sur ses lèvres fuirait,
je mourrais bien plus heureuse que je ne le serais vivante.

source: ici



LA SCALA


La Scala 1968

MARIA CALLAS

La Wally is an opera in four acts by Alfredo Catalani, composed on a libretto by Luigi Illica, and first performed at La Scala, Milan on 20 January 1892. The story is set in the Austrian Tyrol where the free-spirited but vulnerable Wally is in love with the handsome Giuseppe Hagenbach, the son of her father's implacable enemy. This leads to the inevitable disastrous conclusion.

ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ - ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ good Music good Life blog

Φίλες και φίλοι μου σαν σήμερα γεννήθηκε η Μαρία Κάλλας και ο μικρός μου γιος!!!!! Έτσι το αφιέρωμα που αναδημοσιεύω από το εξαιρετικό blog "good Music good Life" του καλού φίλου Χρήστου, θα ήθελα να το αφιερώσω στον Νικόλα μου που σήμερα γίνεται 8 χρονών



Αφιέρωμα - Αναδημοσίευση από: 

(click the link)

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ - ΣΥΝΔΡΟΜΟ

αναδημοσίευση από παλαιότερη ανάρτησή μου, στο άλλο μου blog: silena's poetry and more  

(Κοιτάζοντας τον πίνακα του Πικάσο «Το Όνειρο»)


ο ερωτευμένος Picasso
απεικονίζει ανέμελα την «παράνομη» ερωμένη του, Marie-Thérèse Walter

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ
ΣΥΝΔΡΟΜΟ  
(Το Τελευταίο Σώμα μου, 1981)

Έχω κρεμάσει αυτόν τον πίνακα σαν δόλωμα
στη συμπαγή επιπεδότητά μου
μήπως τσιμπήσει τανυσμός γκρεμιστής,
τον έχω σαν φουρνέλο
μη και την ανατίναζε συθέμελα
τη συμπαγή επιπεδότητά μου.

Καθιστό κοιμάται το κορίτσι.
Καθιστός
απαγκιάζεις καλύτερα στο σώμα σου,
είσαι πιο έτοιμος να γίνεις πιο δικός σου:
να ονειρευτείς.
Του υπερβατικού η ανατομία
επέτρεψε στο σώμα
αυθαιρεσίες σάρκινες.
Κοιμάται το κορίτσι
ενώ πίσω απ’ το χαλαρό φουστάνι της
ο ένας μαστός ανατέλλει
για να θηλάσει η λαίμαργη αφαίρεση.

Σπασμένη του λαιμού η αντίσταση
και το κεφάλι, απελεύθερο,
σαν γελαστό αυτί ακούμπησε στον ώμο
που, περιγελαστής της συμμετρίας,
είναι πιο υψωμένος απ’ τον άλλο,
στοιβάδα τόλμης.
Την ύπαρξή του αφουγκράζεται το κορίτσι:
παράνομες κλεφτές μετακινήσεις,
μια μετατόπιση του Είναι
λίγο πιο δω λίγο πιο κει,
θέσεις που ανεφοδιάζονται με θέσεις.

Η μύτη, πράσινη χαρακωτή γραμμή
που προσπερνάει αδιάφορη το τέλος της,
χύνεται ανάμεσα στα μάτια και το μέτωπο,
χάνεται μέσα στα μαλλιά,
αγγείο αιμοφόρο του ενδόμυχου.
Μισό χαμόγελο στη θέση του
τ’ άλλο μισό ψηλότερα,
ασυμμετρίας μειδίαμα
σαν ένα στραβοπόδαρο σκαμνάκι,
εκεί για να πατήσουν και να βγουν
από τις τουλπανένιες άμαξες
οι τουλπανένιοι επιβάτες:
τα όνειρα του κοριτσιού.

Της πολυθρόνας τα μπράτσα
υποσυνειδίζονται: λυγίζουνε σαν χαλαρό
αγκάλιασμα στου κοριτσιού τη μέση,
γιατί το ξέρουνε ακόμα και οι πολυθρόνες
πως όποιος ονειρεύεται δονείται
κι υπάρχουνε και όνειρα
που σε πετάνε χάμω.
Εμένα η μύτη μου
τελειώνει ακριβώς στο τέλος της.
Δεν πάει αίμα στο ενδόμυχο.
Κι οι ώμοι μου
συμμετρικά πεσμένοι και οι δύο.

Καιρό έχω να μιλήσω για όνειρα
καιρό δεν έχω
όνειρα δεν έχω,
συμμετρική ανέχεια.
Οι ώμοι μου
συμμετρικά πεσμένοι και οι δύο.
Κι ότι αντέχω τέτοια ανέχεια
λέω μην είναι όνειρο.
Μην είναι όνειρο
πως όνειρα δεν έχω.
Όνειρο να ’ναι
κι ας μην γυμνώνει από όνειρα.

Όνειρο να ’ναι,
σπόρος να περιφέρεται στον ύπνο μου
κι έχει ο Θεός για μήτρα.
Το πίνω κι ας μην είναι πόσιμο,
έστω τη λέξη να ονειρεύομαι
και δεν ρωτάω καμιά Εξακρίβωση
αν είναι όνειρο πως όνειρα δεν έχω.
Για να μιλήσει η κάθε Εξακρίβωση
θέλει να πληρωθεί με όνειρα.
Κι όνειρα να πληρώνω
μια ακόμα Εξακρίβωση
δεν έχω.

Η μητέρα μου Ώθηση πέθανε νέα
κι ο πηλός που είμαι, ο πηλός που είμαι,
με πιέζει να σπάσω.
Ως πότε, λέει, θα θυσιάζεται ο θάνατος
για να ζεις εσύ.
Κι όνειρα δεν έχω να πλάσω
πήλινη περιφρούρηση της ύλης μου.

Και τι σημαίνει όνειρο;
Τι δηλαδή δεν έχω;
Θα ’ναι αυτό
που θέλει να ’χει μέσα του ο πηλός
για να μη σπάζει,
θα ’ναι οι τουλπανένιοι επιβάτες
στις τουλπανένιες άμαξες.

Όνειρο σημαίνει
φτερούγα ύπνου από κερί
που ήλιο ερωτεύεται και λιώνει,
φύλλα που θαυμαστά ισορροπούν
σαν να πατάνε σε κλαδιά
ενώ το βλέπεις καθαρά
πως δεν υπάρχει δένδρο,
ν’ ακούς να τραγουδάνε χίλια ναι
απ’ το λαρύγγι του όχι.

Όνειρο σημαίνει
να μην υπάρχουν σύνορα
κι οι βλοσυροί καχύποπτοι φρουροί τους.
Ελεύθερα να μπαίνεις σ’ άνθρωπο
κι ούτε τις ει, ούτε τις οίδε.

Δεν ήρθε κι ένα απόγευμα
που να μη γίνει βράδυ,
να έρθει κι ένα όνειρο
που να μην γίνει άνθρωπος,
να έρθει κι ένας άνθρωπος
που να μη γίνει όνειρο,
τις οίδε, τις ει.

Ξανοίχτηκα πολύ σε ορισμούς
κι είν’ επικίνδυνο να κλαις χωρίς πυξίδα.

Φύλαγέ μου, Θε μου, τουλάχιστον
όσα έχουν πεθάνει.

GRACIAS A LA VIDA



Gracias A La Vida

Gracias a la vida que me ha dado tanto
Me dio dos luceros, que cuando los abro,
Perfecto distingo lo negro del blanco
Y en el alto cielo su fondo estrellado
Y en las multitudes el hombre que yo amo

Gracias a la vida que me ha dado tanto
Me ha dado el oído que en todo su ancho
Graba noche y día, grillos y canarios,
Martillos, turbinas, ladridos, chubascos,
Y la voz tan tierna de mi bien amado

Gracias a la vida que me ha dado tanto
Me ha dado el sonido y el abecedario;
Con el las palabras que pienso y declaro:
Madre, amigo, hermano, y luz alumbrando
La ruta del alma del que estoy amando

Gracias a la vida que me ha dado tanto
Me ha dado la marcha de mis pies cansados;
Con ellos anduve ciudades y charcos,
Playas y desiertos, montañas y llanos,
Y la casa tuya, tu calle y tu patio

Gracias a la vida que me ha dado tanto
Me dio el corazón que agita su marco
Cuando miro el fruto del cerebro humano,
Cuando miro al bueno tan lejos del malo,
Cuando miro al fondo de tus ojos claros

Gracias a la vida que me ha dado tanto
Me ha dado la risa y me ha dado el llanto
Así yo distingo dicha de quebranto,
Los dos materiales que forman mi canto,
Y el canto de ustedes que es mi mismo canto,
Y el canto de todos que es mi propio canto

Gracias a la vida que me ha dado tanto

LONNIE'S LAMENT


Χέρια γεμάτα απόγνωση
τα δέντρα
Τεντώνονται να φτάσουν τ’ αστέρια
χωρίς ν’ αγγίξουν τον ουρανό
Μα πώς να γίνει δίχως να ψηλαφήσεις τις λέξεις

ν’ ανθίσει το όνειρο!

©Silena, 29/11/2013

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

DIVINE.... CHET BAKER!!!!!!!!!!!!!

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ
















existence by ©Silena



Η άλλη λύση

Κανείς δεν σκέφτηκε την έπαρση
που κρύβει ένα μαρτύριο
και τι σκληρή απαιτεί
ταπείνωση κι αυτοθυσία
από αδύναμους ανθρώπους σαν κι εμάς.
Όλοι κατανοούμε βέβαια το άδικο
της χλεύης και του διασυρμού
της προδοσίας.
Όμως αντί για σταύρωση θεαματική
κι ιδίως αντί γι’ ανάσταση
εν αμφιβολία
γιατί να μη διαλέξεις ένα τέλος
όπως έζησες, μοναχικό
γενναίο κι ευσύνοπτο
και υψηλό και δωρικό
κι αδιαμφισβήτητο;
Μια τέτοια αυτόχειρ λύση
θα’ ταν για λίγους από μας μια προτροπή
κι ευεργεσία για τους υπολοίπους
καθώς θα τους στερούσε πάσα ελπίδα
μα και τον τρόμο κρίσης
για μια μέλλουσα ζωή.

Γιάννης Βαρβέρης
από την ποιητική συλλογή «Ο άνθρωπος μόνος»
(εκδ. Κέδρος)

ΠΑΥΛΟΣ ΚΕΡΑΣΙΔΗΣ

Comme un merveilleux voyage à rêver!


Μια εξαιρετική σύνθεση του καλού μου φίλου Παύλου Κερασίδη που πάντα υποστηρίζει την εικαστική και ποιητική μου παρουσία με την υπέροχη μουσική του, ευχαριστώ πολύ Παύλο για την ομορφιά που μας χαρίζεις!!!

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

FRANZ KAFKA IN LOVE



the love letter dated Nov 11, 1912, from Kafka to Felice Bauer:


11 November, 1912


Fräulein Felice!

I am now going to ask you a favor which sounds quite crazy, and which I should regard as such, were I the one to receive the letter. It is also the very greatest test that even the kindest person could be put to. Well, this is it:
Write to me only once a week, so that your letter arrives on Sunday -- for I cannot endure your daily letters, I am incapable of enduring them. For instance, I answer one of your letters, then lie in bed in apparent calm, but my heart beats through my entire body and is conscious only of you. I belong to you; there is really no other way of expressing it, and that is not strong enough. But for this very reason I don't want to know what you are wearing; it confuses me so much that I cannot deal with life; and that's why I don't want to know that you are fond of me. If I did, how could I, fool that I am, go on sitting in my office, or here at home, instead of leaping onto a train with my eyes shut and opening them only when I am with you? Oh, there is a sad, sad reason for not doing so. To make it short: My health is only just good enough for myself alone, not good enough for marriage, let alone fatherhood. Yet when I read your letter, I feel I could overlook even what cannot possibly be overlooked.
If only I had your answer now! And how horribly I torment you, and how I compel you, in the stillness of your room, to read this letter, as nasty a letter as has ever lain on your desk! Honestly, it strikes me sometimes that I prey like a spectre on your felicitous name! If only I had mailed Saturday's letter, in which I implored you never to write to me again, and in which I gave a similar promise. Oh God, what prevented me from sending that letter? All would be well. But is a peaceful solution possible now? Would it help if we wrote to each other only once a week? No, if my suffering could be cured by such means it would not be serious. And already I foresee that I shan't be able to endure even the Sunday letters. And so, to compensate for Saturday's lost opportunity, I ask you with what energy remains to me at the end of this letter: If we value our lives, let us abandon it all.
Did I think of signing myself Dein? No, nothing could be more false. No, I am forever fettered to myself, that's what I am, and that's what I must try to live with.


Franz


source: Classic Literature about

EVERYTHING!!!!




Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

VASSILIS TSABROPOULOS

ΥΠΕΡΟΧΟ, ΜΑΓΙΚΟ!!!!!

ANTONIO CANOVA


Amore e Psiche, Musèe du Louvre

THE PHANTOM OF THE OPERA




CHRISTINE
In sleep he sang to me
In dreams he came
That voice which calls to me and speaks my name
And do I dream again for now I find
The Phantom of the Opera is there
Inside my mind

PHANTOM
Sing once again with me
Our strange duet
My power over you grows stronger yet
And though you turn from me to glance behind
The Phantom of the Opera is there
Inside your mind

CHRISTINE
Those who have seen your face
Draw back in fear
I am the mask you wear

PHANTOM
It's me they hear ...

CHRISTINE/PHANTOM
Your/My spirit and your/my voice in one combined
The Phantom of the Opera is there
Inside your/my mind

CHRISTINE
He's there, the Phantom of the Opera

PHANTOM
Sing, my Angel of Music
Sing, my Angel
Sing for me
Sing, my Angel

Sing for me

ENRICO CARUSO

καλημέρα, καλή εβδομάδα :)

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

RENE MAGRITTE


René Magritte, les amants

René Magritte (21 Νοεμβρίου 1898 -15 Αυγούστου 1967)

Κυρίες, Κύριοι, Σύντροφοι, εκείνη η παλιά ερώτηση «Ποιοι είμαστε;» βρίσκει απογοητευτική απάντηση σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο όπου αναγκαστικά ζούμε. Πράγματι, δεν είμαστε παρά οι υπήκοοι αυτού του κόσμου, του τάχα πολιτισμένου, όπου η ευφυΐα και η χαμέρπεια, ο ηρωισμός και η βλακεία, βολεύοντάς τα μια χαρά μεταξύ τους, βρίσκονται εναλλάξ στο προσκήνιο. Είμαστε οι υπήκοοι αυτού του ασυνάρτητου και παράλογου κόσμου, που κατασκευάζει όπλα για να εμποδίσει τον πόλεμο, όπου η επιστήμη χρησιμοποιείται για να καταστρέφει και για να οικοδομεί, για να σκοτώνει και για να παρατείνει τη ζωή των μελλοθάνατων, όπου η πιο παρανοϊκή δραστηριότητα έχει τα πιο αντίθετα αποτελέσματα -ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου παντρεύονται για τα λεφτά, όπου χτίζουν παλάτια που σαπίζουν εγκαταλειμμένα στις ακτές. Αυτός ο κόσμος στέκεται ακόμα κακήν κακώς όρθιος, αλλά ήδη βλέπουμε να λάμπουν μες στη νύχτα τα σημάδια της επερχόμενης καταστροφής.

Το ότι ξαναλέω όλα αυτά τα προφανή θα φανεί σίγουρα αφελές και άχρηστο σ’ εκείνους που δεν τους ενοχλούν και που ήρεμα επωφελούνται από αυτήν την κατάσταση των πραγμάτων. Όσοι ζουν από αυτήν την απραξία, ποθούν να τη σταθεροποιήσουν και, καθώς τα μόνα κατάλληλα γι’ αυτό μέσα είναι κάποιες νέες αταξίες, ξανασοβατίζουν, με το «ρεαλιστικό» λεγόμενο τρόπο τους, το παλιό οικοδόμημα, επιταχύνοντας έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουν, την επικείμενη πτώση του. Άλλοι άνθρωποι, που ανάμεσά τους με υπερηφάνεια βάζω τον εαυτό μου, παρά για την ανεδαφικότητα για την οποία τους κατηγορούν, επιθυμούν ασυνείδητα την προλεταριακή επανάσταση που θα μεταμορφώσει τον κόσμο -και πολεμούν γι’ αυτό το σκοπό, καθένας με τα μέσα που διαθέτει.

Πρέπει, ωστόσο, να αμυνθούμε ενάντια σ’ αυτήν τη μέτρια πραγματικότητα, που την έχουν διαμορφώσει αιώνες ολόκληροι ειδωλολατρείας για το χρήμα, για τις φυλές, για τις πατρίδες, για τους θεούς και, θα πρόσθετα, ειδωλολατρείας για την τέχνη.

Η φύση, που η αστική κοινωνία δεν έχει καταφέρει να εκμηδενίσει τελείως, μας προσφέρει τη δυνατότητα του ονείρου, το οποίο χαρίζει στο σώμα μας και στο πνεύμα μας την ελευθερία που τόσο έχουμε ανάγκη. Η φύση, σαν από υπέρμετρη γενναιοδωρία, δημιούργησε, για τα υπερβολικά ανυπόμονα ή υπερβολικά αδύναμα άτομα, το καταφύγιο της τρέλας, που τα προστατεύει από την αποπνικτική ατμόσφαιρα του σύγχρονου κόσμου.

Η μεγάλη όμως δύναμη είναι ο έρωτας, που μεταφέρει τους ερωτευμένους σ’ έναν κόσμο μαγικό, φτιαγμένο μόνο γι’ αυτούς, τέλεια απομονωμένο και προφυλαγμένο.[..]


Απόσπασμα από το βιβλίο του Ρενέ Μαγκρίτ, Τα Κείμενα, εκδ. Οδυσσέας, 2009

Ευχαριστώ πολύ τη φίλη μου Σοφία γι' αυτή την ανάρτηση

LULU ROUGE

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

Επικίνδυνη μοναξιά

Όταν τις νύχτες τριγυρνώ στη μοναξιά μου,
ψάχνω μες σε χιλιάδες πρόσωπα να βρω
εκείνο το τρεμούλιασμα στην άκρη του ματιού σου.

Αν έστω κι ένας μόνο απηχούσε
κάτι από τη δική σου ομορφιά,
θα του ’λεγα: «Λοιπόν, τι περιμένεις;
με τα καρφιά των παπουτσιών σου κάρφωσέ με» -

και δε θα καρτερούσα πια γλυκό φιλί
ούτε μια τρυφερή περίπτυξη.


Από τη συλλογή Ξένα γόνατα (1954) του Ντίνου Χριστιανόπουλου
Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ποιήματα (εκδόσεις Ιανός, Θεσσαλονίκη, 2004)


Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

ΣΥΣΤΟΛΗ


Στο σκοτάδι κρατούσα μόνο μια λέξη
Την έσφιγγα γερά στην παλάμη μου
να μη γλιστρήσει
κι έδινα στη σκέψη μου δάκρυα
να ξεχαστεί
Περνούσα ανάμεσα από θλιμμένα όνειρα
δρόμους βρεγμένους που κουβαλούσαν καρτερικά
την τρομακτική αντανάκλαση του κενού
Σιωπή, Σκοτάδι, Σταγόνες
Συστολή
Αυτή τη λέξη κρατούσα
την έσφιγγα γερά στην παλάμη μου
να μη γλιστρήσει
μα σαν έφτασα μπροστά σου κι άνοιξα την παλάμη
είχε σπάσει
σε μικρά γωνιώδη
αγωνιώδη

κομμάτια

©Silena, 19/11/2013

MASAO YAMAMOTO


MARCEL PROUST


"À la recherche du temps perdu"
Αποσπάσματα από τον τελευταίο τόμο “Ο ανακτηθείς χρόνος” (Le Temps Retrouve), τον οποίον ο αείμνηστος Παύλος Ζάννας, άξιος μεταφραστής τού μεγάλου συγγραφέα, δεν πρόλαβε δυστυχώς να μεταφράσει.



Ο ΞΑΝΑΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ
Μετάφραση: Δημήτρης Δημουλάς-Παντελής Ανδρικόπουλος
εκδόσεις Διώνη. Αθήνα 2003



Tόσες φορές στη ζωή μου, η πραγματικότητα με είχε απογοητεύσει, γιατί τη στιγμή που την συνελάμβανα, η φαντασία μου, που ήταν το μόνο όργανό μου για να χαρώ την ομορφιά, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της, σύμφωνα με τον αδήριτο νόμο που λέει πως δεν μπορεί κανείς να φαντάζεται παρά μόνον αυτό που είναι απόν.
Και να που ξαφνικά το αποτέλεσμα αυτού τού σκληρού νόμου βρέθηκε εξουδετερωμένο, από ένα υπέροχο τέχνασμα τής φύσης, που έκανε να φαντάζει μια αίσθηση – ο θόρυβος τού πιρουνιού και τού σφυριού, ο ίδιος τίτλος βιβλίου κ.λ.π. -ταυτοχρόνως στο παρελθόν, πράγμα που επέτρεπε στη φαντασία μου να το γευτεί, και στο παρόν, όπου η πραγματική ενεργοποίηση των αισθήσεών μου από τον θόρυβο, την επαφή με το ύφασμα κ.λ.π. είχε προσθέσει στα όνειρα τής φαντασίας αυτό που συνήθως τούς λείπει, την ιδέα τής ύπαρξης, και χάρη σ’ αυτήν την υπεκφυγή είχε επιτρέψει στον εαυτό μου να αποκτήσει, να απομονώσει, να ακινητοποιήσει – για το διάστημα μιας αστραπής – αυτό που δεν συλλαμβάνει ποτέ: ένα κομμάτι καθαρού χρόνου.

Το ον που αναγεννήθηκε μέσα μου, όταν με τέτοια ανατριχίλα χαράς είχα ακούσει τον θόρυβο, κοινό και για το κουτάλι που ακουμπάει στο πιάτο και για το σφυρί που χτυπάει τον τροχό, όταν είχα νοιώσει την ανισότητα των βημάτων μου πάνω στα σκαλοπάτια τής αυλής των Γκερμάντ και τού βαπτιστηρίου τού Αγίου Μάρκου, αυτό το ον δεν τρέφεται παρά με την ουσία των πραγμάτων, μόνο σ’ αυτήν βρίσκει την επιβίωσή του, τις απολαύσεις του. Μαραίνεται στην παρατήρηση τού παρόντος, το οποίο δεν μπορούν να τού προσφέρουν οι αισθήσεις, στην αντιμετώπιση ενός παρελθόντος, το οποίο η ευφυία του αποστεγνώνει, στην αναμονή ενός μέλλοντος, το οποίο η θέληση κατασκευάζει με τα θραύσματα τού παρόντος και τού παρελθόντος, από την πραγματικότητα των οποίων και πάλι αφαιρεί, κρατώντας από αυτά ό,τι ταιριάζει στον ωφελιμιστικό σκοπό, στενά ανθρώπινο, που τούς αποδίδει.

Αλλά αρκεί ένας θόρυβος, μια μυρουδιά, που ακούστηκε ή μυρίστηκε κάποτε, να παρουσιαστούν ξανά, ταυτοχρόνως μέσα στο παρόν και μέσα στο παρελθόν, πραγματικοί χωρίς να είναι επίκαιροι, ιδανικοί χωρίς να είναι αφηρημένοι, ώστε αμέσως η διαρκής και συνήθως κρυμμένη ουσία των πραγμάτων να βρεθεί ελεύθερη και ο πραγματικός εαυτός μας, που ενίοτε για καιρό έμοιαζε νεκρός, αλλά δεν ήταν τελείως, να ξυπνήσει, να ζωντανέψει δεχόμενος την θεία τροφή που τού προσφέρεται. Ένα λεπτό απελευθερωμένο από την τάξη τού χρόνου επαναδημιούργησε μέσα μας, για να μπορέσει αυτός να το νοιώσει, τον άνθρωπο απελευθερωμένο από την τάξη τού χρόνου. Και γι αυτό είναι κατανοητό να εμπιστεύεται τη χαρά του, ακόμα κι αν η γεύση απλώς ενός μπισκότου δεν μπορεί να περικλείει τις αιτίες αυτής τής χαράς, είναι κατανοητό η λέξη “θάνατος” να μην έχει νόημα γι’ αυτόν. Αφού βρίσκεται έξω από τον χρόνο, τι μπορεί να φοβάται από το μέλλον; Σ’ αυτήν την στοχαστική παρατήρηση τής ουσίας των πραγμάτων ήμουν τώρα αποφασισμένος να προσκολληθώ, να την αποτυπώσω, αλλά πώς; Με ποιo μέσο;
“Δεν ήθελα πια να αφήσω το εαυτό μου σε ψευδαισθήσεις για άλλη μια φορά, γιατί επρόκειτο να γνωρίσω πλέον, αν ήταν πράγματι δυνατόν να πετύχω αυτό που, πάντοτε απογοητευμένος όπως ήμουν απ’ την παρουσία των τόπων και των ανθρώπων, είχα (μολονότι για μια φορά ένα κομμάτι μουσικής τού Βεντέιγ πήγε να με πείσει για το αντίθετο) πιστέψει ως ακατόρθωτο. Δεν επρόκειτο λοιπόν να πειραματιστώ και πάλι προς την κατεύθυνση που από καιρό ήξερα πως δεν οδηγεί πουθενά. Εντυπώσεις σαν αυτές που γύρευα να αποτυπώσω δεν μπορούσαν παρά να εξαφανιστούν, αν ερχόντουσαν σε επαφή με μιαν άμεση απόλαυση που υπήρξε ανίκανη να τις γεννήσει. Ο μόνος τρόπος να τις γευτώ περισσότερο, ήταν να προσπαθήσω να τις γνωρίσω περισσότερο εκεί όπου βρισκόντουσαν, δηλαδή μέσα μου, να τις αποσαφηνίσω μέχρι τα βάθη τους…

“Διότι οι αλήθειες τις οποίες η ευφυία συλλαμβάνει ευθέως, στο ξέφωτο τού κόσμου, έχουν κάτι το λιγότερο βαθύ, το λιγότερο αναγκαίο από αυτές που η ζωή, άσχετα από εμάς, μάς μετέδωσε μέσα σε μιαν εντύπωση, υλική αφού μπήκε από τις αισθήσεις μας, τής οποίας όμως μπορούμε να ανασύρουμε το πνεύμα. Στο κάτω-κάτω και στη μια και στην άλλη περίπτωση, είτε πρόκειται για εντυπώσεις σαν κι αυτές που μούχε δώσει η θέα των καμπαναριών τής Μαρτενβίλ, είτε για υποσυνείδητες μνήμες σαν την ανισότητα των σκαλοπατιών ή σαν την γεύση των μπισκότων, έπρεπε να προσπαθήσω να τις ερμηνεύσω σαν σημεία ισάριθμων νόμων και ιδεών, επιχειρώντας να σκεφτώ, δηλαδή να βγάλω απ’ το σκοτάδι, αυτό που είχα νοιώσει, να το μετατρέψω σε ένα πνευματικό αντίστοιχο. Άρα, αυτό το μέσον που μού φαινόταν το μοναδικό, τι άλλο ήταν από το να κάνω ένα έργο τέχνης;
“Όσο για το εσωτερικό βιβλίο με τα άγνωστα σημεία (σημεία ανάγλυφα, τα οποία η προσοχή μου ερευνώντας το ασυνείδητό μου, επρόκειτο να ερευνήσει, σαν ένας δύτης που ψάχνει) για την ανάγνωση των οποίων κανένας δεν μπορούσε να με βοηθήσει με κάποιον κανόνα, αυτή η ανάγνωση συνιστούσε μια πράξη δημιουργίας όπου κανείς δεν μπορεί να μάς υποκαταστήσει, ούτε ακόμα και να συνεργαστεί μαζί μας. Γι αυτό πόσοι δεν αποφεύγουν το γράψιμο! Πόσες υποχρεώσεις δεν αναλαμβάνουν για να αποφύγουν αυτήν! Κάθε γεγονός, είτε είναι η υπόθεση Ντρέυφους είτε ο πόλεμος, είχε προσφέρει νέες δικαιολογίες στους συγγραφείς για να μην αποκρυπτογραφήσουν αυτό το βιβλίο. Ήθελαν να εξασφαλίσουν τον θρίαμβο τού Δικαίου, να ξανακάνουν την ηθική ενότητα τού Έθνους, δεν είχαν καιρό να σκεφτούν τη λογοτεχνία. Αλλά δεν ήταν παρά δικαιολογίες, γιατί δεν είχαν, ή δεν είχαν πια, ιδιοφυία, δηλαδή ένστικτο. Διότι το ένστικτο υποδεικνύει το καθήκον και η ευφυία προσφέρει τις δικαιολογίες για να το αποφεύγουμε. Μόνο που οι δικαιολογίες δεν υπάρχουν στην τέχνη, οι προθέσεις δεν μετράνε…

“Και ίσως να είναι πιο πολύ η ποιότητα τής γλώσσας παρά το είδος τής αισθητικής που μας κάνει και μπορούμε να κρίνουμε τον βαθμό τον οποίο έφτασε η καλλιτεχνική και ηθική δουλειά. Αλλά, και αντιθέτως, αυτή η ποιότητα τής γλώσσας, που οι θεωρητικοί νομίζουν ότι μπορούν να αγνοήσουν, δεν αποδεικνύει, για τους θαυμαστές των θεωρητικών, μεγάλη καλλιτεχνική αξία, αξία που για να την καταλάβουν έχουν ανάγκη να την δουν να εκφράζεται απευθείας και στην οποία δεν οδηγούνται από την ομορφιά μιας εικόνας. Eξ ου και ο χονδροειδής πειρασμός για τον συγγραφέα να γράφει έργα διανοουμενίστικα. Μεγάλη έλλειψη λεπτότητας. Ένα έργο όπου υπάρχουν θεωρίες είναι σαν ένα αντικείμενο πάνω στο οποίο ξέχασαν την ετικέτα με την τιμή αγοράς του. Κάνουν λογικές κατασκευές, δηλαδή αλητεύουν, κάθε φορά που δεν έχουν τη δύναμη να πιεστούν να οδηγήσουν μιαν εντύπωση από όλα τα διαδοχικά στάδια που θα καταλήξουν στην αποτύπωση της, στην έκφρασή τους…
“Ακόμα και μέσα στις καλλιτεχνικές χαρές, που αναζητεί κανείς για την εντύπωση που δίνουν, καταφέρνουμε όσο γίνεται γρηγορότερα να παραμερίσουμε, ως μη δυνάμενο να εκφραστεί, αυτό ακριβώς που είναι η ίδια αυτή η εντύπωση, και να προσκολληθούμε σ’ αυτό που μας επιτρέπει απλώς να νοιώσουμε την απόλαυση, χωρίς να την γνωρίσουμε εις βάθος, και να νομίζουμε ότι το μεταδίδουμε σε άλλους εραστές τής τέχνης, με τούς οποίους ο διάλογος θα είναι εφικτός, μια και θα τούς μιλάμε για ένα πράγμα που είναι το ίδιο και γι αυτούς και για μάς, αφού προηγουμένως θα έχουμε αφαιρέσει την προσωπική ρίζα τής ίδιας τής εντύπωσής μας.
Και στις στιγμές που είμαστε οι πλέον ανιδιοτελείς θεατές τής φύσης, τής κοινωνίας, τού έρωτα και αυτής τής τέχνης, όπως κάθε εντύπωση είναι διπλή, μισοχωμένη στο αντικείμενο, με το άλλο μισό να συνεχίζει μέσα μας, το οποίο μόνον εμείς οι ίδιοι θα μπορούσαμε να γνωρίσουμε, βιαζόμαστε να παραμελήσουμε αυτό το δεύτερο, το μόνο στο οποίο θάπρεπε να προσκολληθούμε, και δεν υπολογίζουμε παρά το άλλο μισό, το οποίο επειδή δεν μπορεί να ερευνηθεί σε βάθος, αφού είναι εξωτερικό, δεν θάναι για μας αιτία καμιάς κόπωσης: το μικρό αυλάκι που η θέα ενός λουλουδιού ή μιας εκκλησίας χάραξε μέσα μας, βρίσκουμε πως είναι πολύ δύσκολο να επιχειρήσουμε να το διακρίνουμε. Αλλά ξαναπαίζουμε το μουσικό κομμάτι, ξαναγυρνάμε να δούμε την εκκλησία, έως ότου -μέσα σ’ αυτή τη φυγή μακριά απ΄ την ίδια τη ζωή μας που δεν έχουμε το θάρρος να αντικρίσουμε και που ονομάζεται πολυμάθεια – τα μάθουμε τόσο καλά, όσο ο πιο σοφός εραστής τής μουσικής ή τής αρχαιολογίας.
Έτσι, πόσοι περιορίζονται σ’ αυτό χωρίς να βγάζουν τίποτα από την εντύπωσή τους, και γερνούν άχρηστοι και ανικανοποίητοι σαν εργένηδες τής Τέχνης. Έχουν τις λύπες πούχουν οι παρθένες και οι τεμπέληδες, τούς οποίους θα γιάτρευε η γονιμοποίηση και η εργασία. Είναι πιο ενθουσιασμένοι για τα έργα τέχνης από τους πραγματικούς καλλιτέχνες, γιατί ο ενθουσιασμός τους με το να μην είναι προϊόν μιας σκληρής εργασίας εμβάθυνσης, ξεχύνεται προς τα έξω, ανάβει τις συζητήσεις τους, κοκκινίζει τα πρόσωπά τους. Νομίζουν ότι εκπληρούν μια πράξη ουρλιάζοντας με όλη τους τη δύναμη: “Μπράβο, μπράβο” μετά την εκτέλεση ενός έργου που αγαπούν……………….. Εν τούτοις όσο γελοίοι κι αν είναι δεν είναι τελείως για περιφρόνηση. Είναι οι πρώτες δοκιμές τής φύσης που θέλει να δημιουργήσει τον καλλιτέχνη, εξίσου άμορφες, εξίσου καταδικασμένες όσο τα πρώτα ζώα που προηγήθηκαν των σημερινών ειδών και που δεν ήταν φτιαγμένα για να διαρκέσουν… Όσο για την απόλαυση που δίνει σε ένα πραγματικά σωστό πνεύμα, σε μια πραγματική ζωντανή καρδιά, η ωραία σκέψη ενός μεγάλου, είναι δίχως άλλο τελείως υγιής, αλλά, όσο πολύτιμοι κι αν είναι οι άνθρωποι που τη γεύονται πραγματικά (πόσοι τέτοιοι υπάρχουν μέσα σε είκοσι χρόνια;) τούς περιορίζει εντούτοις στο να μην είναι παρά η πλήρης συνείδηση κάποιου άλλου…

“Το μεγαλείο τής αληθινής τέχνης είναι να ξαναβρούμε, να ξανακερδίσουμε, να μάς κάνει να γνωρίσουμε, αυτήν την πραγματικότητα μακριά από την οποία ζούμε, από την οποία απομακρυνόμαστε όλο και περισσότερο, στο βαθμό που διογκώνεται και αδιαβροχοποιείται η συμβατική γνώση που βάζουμε στη θέση της, αυτήν την πραγματικότητα που κινδυνεύουμε να πεθάνουμε χωρίς να έχουμε γνωρίσει, και που πολύ απλά είναι η ζωή μας…
“Το ύφος είναι για τον συγγραφέα, όπως και το χρώμα για τον ζωγράφο, θέμα όχι τεχνικής, αλλά οράματος. Είναι η αποκάλυψη, που θάταν αδύνατη με μέσα ευθέα και συνειδητά, τής ποιοτικής διαφοράς που υπάρχει ανάμεσα στο πώς στον καθένα μας παρουσιάζεται ο κόσμος, διαφορά που αν δεν υπήρχε η τέχνη, θα έμενε το αιώνιο μυστικό τού καθενός μας. Μόνο με την τέχνη μπορούμε να βγούμε από τον εαυτό μας, να γνωρίσουμε αυτό που βλέπει ένας άλλος από αυτόν τον κόσμο που δεν είναι ίδιος με τον δικό μας, και τού οποίου τα τοπία θα μάς έμεναν για πάντα το ίδιο άγνωστα μ’ αυτά που μπορεί να υπάρχουν στη σελήνη. Χάρη στην τέχνη αντί να βλέπουμε έναν μόνο κόσμο, τον δικό μας, τον βλέπουμε να πολλαπλασιάζεται, και όσοι πρωτότυποι καλλιτέχνες υπάρχουν, τόσους κόσμους έχουμε στη διάθεσή μας, πιο διαφορετικούς μεταξύ τους από αυτούς που βρίσκονται στο σύμπαν, και πολλούς αιώνες μετά που έσβησε η εστία από όπου έφεγγαν, είτε λέγονταν Ρέμπραντ είτε Βέρμερ, μάς στέλνουν ακόμα την ειδική ακτίνα τους…
“Και όπως η τέχνη επανασυνθέτει ακριβώς τη ζωή, γύρω απ΄ τις αλήθειες στις οποίες φτάσαμε μέσα μας θα κινείται πάντα μια ατμόσφαιρα ποίησης, η γλυκύτητα ενός μυστηρίου που δεν είναι παρά τα ερείπια τής σκιάς που χρειάστηκε να διασχίσουμε, η ένδειξη, σημειωμένη με ακρίβεια, όπως με ένα βαθύμετρο, τού βάθους τού έργου…

“Είναι τα πάθη μας που σχεδιάζουν τα βιβλία μας, η ενδιάμεση ανάπαυλα που τα γράφει…
“Η φαντασία, η σκέψη μπορούν μα είναι από μόνες τους αξιοθαύμαστες μηχανές, αλλά μπορεί να μένουν αδρανείς. Όταν υποφέρεις μπαίνουν μπρος…
“Αυτός ο συγγραφέας ………………θάπρεπε να ετοιμάσει το βιβλίο του με προσοχή, με συνεχείς ανασυγκροτήσεις δυνάμεων, όπως σε μιαν επίθεση, να το υπομένει όπως μια κούραση, να το δέχεται όπως έναν κανόνα, να το κατασκευάζει όπως μιαν εκκλησία, να το ακολουθεί όπως μια δίαιτα, να το υπερνικά όπως ένα εμπόδιο, να το κατακτά όπως μια φιλία, να το θρέφει όπως ένα παιδί, να το δημιουργεί όπως έναν κόσμο, χωρίς να παραβλέψει αυτά τα μυστήρια που δεν έχουν την εξήγησή τους παρά σε άλλους κόσμους, των οποίων η προαίσθηση είναι αυτό που μάς συγκινεί στη ζωή και στην τέχνη. Και μέσα σ’ αυτά τα μεγάλα βιβλία, υπάρχουν τμήματα που δεν υπήρξε χρόνος παρά μόνον για να σχεδιασθούν, και που πιθανόν δεν θα τελειώσουν ποτέ εξαιτίας τού ίδιου τού εύρους των σχεδίων τού αρχιτέκτονα. Πόσες μεγάλες εκκλησίες δεν έμειναν ημιτελείς! Το θρέφουμε, τού ενισχύουμε τα αδύνατα σημεία, το συντηρούμε, αλλά ύστερα, αυτό είναι που μεγαλώνει, που υποδεικνύει τον τάφο μας, τον προστατεύει από τις φήμες και για λίγο χρόνο από τη λήθη. Αλλά, για να ξαναγυρίσω στον εαυτό μου, σκεφτόμουνα πιο ταπεινά το βιβλίο μου, και θάταν ανακρίβεια να πω ότι σκεφτόμουνα αυτούς που θα το διάβαζαν, τούς αναγνώστες μου. Γιατί δεν θα ήταν κατ’ εμέ, αναγνώστες μου, αλλά οι ίδιοι οι αναγνώστες τού εαυτού τους, αφού το βιβλίο μου δεν είναι τίποτε άλλο από ένα είδος μεγεθυντικού φακού, όπως αυτός που πουλούσε ο οπτικός τού Κομπραί. Το βιβλίο μου χάρη στο οποίο θα τούς έδινα το μέσον να διαβάσουν εντός τους…
“Οι πιο μεγάλοι μας φόβοι, όπως οι πιο μεγάλες μας ελπίδες, δεν ξεπερνούν τις δυνάμεις μας, και μπορούμε να καταφέρουμε να κυριαρχήσουμε πάνω στους πρώτους και να πραγματοποιήσουμε τις δεύτερες…
“Είχα ζήσει όπως ένας ζωγράφος που ανεβαίνει ένα μονοπάτι πάνω από μια λίμνη, τής οποίας τη θέα τού κρύβει ένα παραπέτασμα βράχων και δέντρων. Από ένα άνοιγμα την αντικρίζει, την έχει όλη μπροστά του, παίρνει τα πινέλα του. Αλλά ήδη έρχεται η νύχτα και δεν μπορεί πια να ζωγραφίσει και δεν θα ξημερώσει ποτέ πια…
“Ήξερα πολύ καλά ότι το μυαλό μου ήταν ένα πλούσιο σε κοιτάσματα μεταλλείο, όπου υπήρχε μια μεγάλη έκταση από διάφορα πολύτιμα μέταλλα. Θάχα όμως τον καιρό να τα εκμεταλλευτώ; Ήμουνα ο μόνος ικανός να το κάνω. Για δύο λόγους: με τον θάνατό μου θα χανόταν όχι μόνον ο μοναδικός εργάτης ικανός να εξορύξει τα μεταλλεύματα, αλλά και το ίδιο το κοίτασμα…

“Χωρίς αμφιβολία όταν κάποιος είναι ερωτευμένος με ένα έργο τέχνης θάθελε να κάνει κάτι ολόιδιο. Πρέπει όμως να θυσιάζει τον έρωτα εκείνης τής στιγμής, να μη σκέπτεται το γούστο του, αλλά μιαν αλήθεια που δεν μάς ζητάει τις προτιμήσεις μας και που μας απαγορεύει να τις σκεφτόμαστε. Και μόνον αν την ακολουθήσεις θα συναντήσεις μερικές φορές αυτό που εγκατέλειψες.”

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΕΔΩ