Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

CHRISTMAS & ART



CHARLIE MARIANO QUARTET



Απλά.... μαγικό!!!

NEKO CASE + PARIS, TEXAS



Music: Neko Case "Furnace Room Lullaby"
Scenes: Wim Wenders "Paris, Texas"


ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ



Όχι, δεν πιστεύει στα θαύματα. Πιστεύει μόνο σε ό,τι βλέπει, σε ό,τι μπορεί να εξηγήσει. Μα τώρα, είναι υποχρεωμένη να δημιουργήσει ένα! Ένα θαύμα. 

Μια ανεξέλεγκτη ταραχή την κυριεύει και οι εικόνες της, σκορπίζονται μισοκαμένες στο χώρο.

- Πώς να φτιάξω ένα θαύμα όταν δεν πιστεύω στα θαύματα; μιλάει στον εαυτό της, προκαλεί τις ιδέες.
Εξακολουθεί να κοιτάζει τις φλόγες και τις μικρές σπίθες που πετάγονται από το τζάκι. Η λάμπα της οροφής την ώρα που πιέζει τον διακόπτη, σπάει και την κάνει ν' αναπηδήσει τρομαγμένη. Πλησιάζει τα θραύσματα της λάμπας που σκορπίστηκαν στο χαλί. Στην αρχή, τα κοιτάζει. Επίμονα. Μετά φέρνει το δεξί της πόδι ακριβώς πάνω από τα γυαλιά. Στον αέρα χαράζει ένα νοητό κύκλο με το γυμνό πόδι. Κι έπειτα, χωρίς ούτε η ίδια να το περιμένει, κατεβάζει το πόδι ορμητικά και πιέζει με δύναμη τα γυαλιά.

Όχι, δεν πιστεύει στα θαύματα. Πιστεύει μόνο σε ό,τι βλέπει, σε ό,τι μπορεί να εξηγήσει. Και τώρα που πονάει, η γέφυρα μεταξύ πραγματικού και φανταστικού σχηματίζεται από τα δάχτυλα, τον πόνο και τις σκιές.
Κι ακουμπάει απαλά το πληγωμένο, το πληγωμένο πέλμα, με χέρια εξαντλημένα. Υποκύπτει στην ελπίδα και προσπαθεί να παρασύρει τη νύχτα μακριά, μ' ένα χορό. Το χορό των δακτύλων. Όλα μοιάζουν πραγματικά μα μέσα από ένα όνειρο ιδωμένα. Θολά, ομιχλώδη. Μυρίζουν σύννεφο και πτώση. Μα η ομίχλη ακριβώς ξαφνικά όπως εμφανίστηκε, έτσι ξαφνικά διαλύεται. Δίχως προσπάθεια, δίχως σκοπό. Και στην καθαρή ατμόσφαιρα, γεννιέται. Το θαύμα. Γεννιέται, κι ας μην το βλέπει εκείνη.


© Silena
30/11/2012


WOODY GUTHRIE



Αυτή η γη είναι δική σου

Αυτή η γη είναι δική σου, αυτή η γη είναι δική μου
Απ' την Καλιφόρνια μέχρι το νησί της Νέας Υόρκης
Απ' τα κοκκινόδεντρα δάση μέχρι τα νερά του Ρεύματος Του Κόλπου
Αυτή η γη φτιάχτηκε για εσένα και για εμένα
Καθώς περπατούσα στις στροφές της εθνικής οδού
Είδα από πάνω μου τον απέραντο ουρανό
Είδα κάτω την χρυσή κοιλάδα
Αυτή η γη φτιάχτηκε για εσένα και για εμένα
Περιπλανήθηκα, σουλατσάρισα και ακολούθησα τα ίδια μου τα βήματα
Στην λαμπερή άμμο των αδαμάντινων ερήμων αυτής της χώρας
Και άκουγα παντού γύρω μου την ίδια φωνή
Αυτή η γη φτιάχτηκε για εσένα και για εμένα
Όταν ο ήλιος πρόβαλλε φωτεινός και πήγαινα περίπατο
Και τα σιτοχώραφα μου έγνεφαν και τα σύννεφα της σκόνης κυλούσαν
Καθώς η ομίχλη διαλυόταν μια φωνή έψαλλε
Αυτή η γη φτιάχτηκε για εσένα και για εμένα
Καθώς συνέχιζα να περπατώ είδα μια επιγραφή
Έγραφε «Απαγορεύεται Η Διέλευση»
Αλλά στην άλλη πλευρά δεν έλεγε τίποτα
Εκείνη η πλευρά φτιάχτηκε για εσένα και για εμένα
Στη σκιά του καμπαναριού είδα τους συνανθρώπους μου
Δίπλα στο κτίριο της Πρόνοιας είδα τους συνανθρώπους μου
Και καθώς στέκονταν εκεί πεινασμένοι στάθηκα και εγώ και ρώτησα
Αυτή η γη έχει φτιαχτεί για εσένα και για εμένα;
Δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να με σταματήσει
Καθώς περπατώ στη λεωφόρο της ελευθερίας
Δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να με κάνει να γυρίσω πίσω
Αυτή η γη φτιάχτηκε για εσένα και για εμένα

απόδοση στα ελληνικά:  Θάνος Μαντζάνας




Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Β. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ





Το μεγάλο αίτημα του ανθρώπου,
Ο Θάνατος και το Κακό

Ο θάνατος μας κυνηγά
μα
δεν μας προφταίνει

Πώς μπορείς με μία φράση
να διηγηθείς μιαν ιστορία;

Εδώ μόνο το κρυπτικό στοιχείο του Λόγου
ως ρηξικέλευθος ερεθισμός
μπορεί να αποτυπώσει το άρρητο.

Ο Λόγος ως τόπος γενέθλιος
ως Λόγος – Κόσμος
θα πρέπει να γίνει Εικόνα,
Προστάτης και Ψυχοπομπός,
στη χώρα της πολυσημίας
και της αφασίας

Ο Λόγος – Τρόπος
Και
Ο Τρόπος του Λόγου
υπερβαίνουν την αλληλοπεριχώρηση
και κοινοποιούν το μη ανακοινώσιμο

Ο Λόγος άσυλο
Μετουσιώνεται
σε Λόγο θεραπευτικό
σε Λόγο αλχημικό
μουσικό,
μεθοριακό
εκεί που η ύπαρξη απαντά το μετά.

Αθήνα 4 Ιουνίου 2000
Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

Πηγή: samizdat project

ΓΔΑΡΜΕΝΟΣ


Υπάρχει πάντα κάποιος πιο δυνατός από σένα

Photo: "ΓΔΑΡΜΕΝΟΣ" του Ματς Σιέλμπυ κάθε Παρασκευή στις 9μμ στο Θέατρο Θεμέλιο, Λένορμαν 82

Σκηνοθεσία: Στρατής Πανούριος
Μετάφραση: Εύα Στυλάντερ
Το ρόλο του Εντ ερμηνεύει Ο Νικόλας Αναστασόπουλος

Ο Καλλιτεχνικός Οργανισμός ΚΟΧΥΛΙ παρουσιάζει το θεατρικό έργο «Γδαρμένος», μια παράσταση για μαθητές Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (14-18 ετών), που μιλά για τη δημιουργία της βίας στην ψυχή ενός παιδιού και φανερώνει βήμα-βήμα τις επικίνδυνες επιπτώσεις που μπορεί να έχει αυτή η επίδραση στο άτομο και την κοινωνία. Κεντρικός στόχος του έργου να ευαισθητοποιήσει, να προβληματίσει, να μεταδώσει αξίες ανθρωπισμού. Το έργο απεικονίζει με άμεσο τρόπο πώς η βία έχει τη δύναμη να διαβρώσει την ψυχή μιας κοινωνίας όταν σημαντικές ανθρώπινες αξίες όπως η κατανόηση, η αλληλεγγύη, η συμπαράσταση, η συμπόνια γίνονται σπάνιο αγαθό.

            Ο «Γδαρμένος» είναι ένα έργο γραμμένο για να παρουσιάζεται  στην αίθουσα μιας τάξης ή στο χώρο εκδηλώσεων ενός σχολείου υιοθετώντας τη μορφή του θεάτρου «βαλίτσα». Με τη δύναμη της θεατρικής πράξης και την άμεση προσέγγιση με το θεατή το κείμενο γίνεται σκληρό σαν την επίθεση μιας συμμορίας. Έχει τη δύναμη να μεταφέρει τον μαθητή-θεατή στο διαταραγμένο συναισθηματικό κόσμο ενός ψυχρού και αδιάφορου παιδιού, να τον εκθέτει στην ασχήμια και τον παραλογισμό της βίας και να τον οδηγεί προστατευτικά σε μονοπάτια με πανανθρώπινες αξίες.

            Το έργο γίνεται αφορμή για συζήτηση μαζί με τον σκηνοθέτη και τον ηθοποιό, μέσα στην τάξη, αμέσως μετά την παράσταση. Έτσι  έχουν την ευκαιρία οι μαθητές να εκφράσουν τις απόψεις και τα συναισθήματά τους γύρω από το θέμα της βίας. Αυτή η επίκαιρη παράσταση μας φανερώνει τις επικίνδυνες επιπτώσεις που μπορεί να έχει η βία, όχι μόνο στα παιδιά -αλλά στον καθένα μας- και να μας κάνει να σκεφτούμε πριν να είναι πολύ αργά!       

Περίληψη
Ένας νεαρός, ο Εντ, μέλος μιας βίαιης συμμορίας, βρίσκεται στο έδαφος χτυπημένος από τους πρώην συντρόφους του. Καθώς παλεύει στα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου ξετυλίγεται, σαν μια ταινία, το κουβάρι της ζωής του πίσω στο χρόνο. Ταξιδεύει στην εποχή που ήταν δώδεκα ετών, όταν η βία μπήκε στην καθημερινότητά τουΜιλά για την αδρεναλίνη που ρέει μέσα σε μια γροθιά και τα δάκρυα που κυλούν πάνω σ’ ένα μελανιασμένο μάγουλο. Μιλά για θύματα και δράστες, για τη μεθυστική δύναμη και την ταπείνωση. Αγγίζει βαθιά μέσα του την αγάπη και την απώλεια.
Λίγα λόγια για το έργο
Ο «Γδαρμένος», (Blästrad) είναι ένα έργο για εφήβους του Σουηδού θεατρικού συγγραφέα Ματς Σιέλμπυ (Mats Kjelbye). Το έργο έχει περιοδεύσει από το 2008 στα περισσότερα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της Σουηδίας, ενώ επίσης την ίδια χρονιά παίχτηκε στο Dramaten, Εθνικό Θέατρο της Σουηδίας,  σε σκηνοθεσία του Magnus Ehrner και ερμηνεία του Cristoffer Svensson. Το 2009, το έργο, με τη μορφή εκπαιδευτικού προγράμματος ταξίδεψε και παρουσιάστηκε στη Ρουάντα, μια χώρα της Αφρικής που έχει δοκιμαστεί σκληρά από τις εκρήξεις ανεξέλεγκτης βίας και τις συνεχείς εμφύλιες συγκρούσεις.

Photo: "Πάντα υπάρχει κάποιος πιο δυνατός..."

ΓΔΑΡΜΕΝΟΣ του Ματς Σιέλμπυ στο Θέατρο Θεμέλιο
κάθε Παρασκευή στις 9μμ

Στο ρόλο του Έντ ο Νικόλας Αναστασόπουλος
Σκηνοθεσία: Στρατής Πανούριος
Μετάφραση (από τα σουηδικά): Εύα Στυλάντερ

Η ταυτότητα του έργου   στο Θέατρο «Θεμέλιο Λένορμαν 82
κάθε Παρασκευή στις 21.00  
Διάρκεια:70’

Κείμενο: Mats Kjelbye
Μετάφραση: Εύα Στυλάντερ
Σκηνοθεσία: Στρατής Πανούριος

Το ρόλο του Εντ ερμηνεύει ο Νικόλας Αναστασόπουλος

Η παράσταση πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του Σουηδικού Ινστιτούτου

17 HIPPIES



Mad Bad Cat.............. κωδικός: MBC

TATYANA DRUZ




Tatyana Druz

ΕΙΝΑΙ ΦΟΡΕΣ



Είναι φορές που φοβάμαι τις λέξεις. 
Προσεκτικά τις αφήνω να κολυμπάνε πρώτα στο ασφαλές περιβάλλον της σκέψης. 
Καλά κλεισμένες, αεροστεγώς. 
Όμως αυτός ο εγκλωβισμός τις κάνει βίαιες, σπρώχνει η μια την άλλη, χωρίς ρυθμό. Τότε που ακούω τους χτύπους της καρδιάς μου ασύμμετρους, 
τότε συμβαίνει.

Παλεύω απεγνωσμένα με την αταξία, παλεύω με τις φωνές, παλεύω με τα δίπολα που καρτερούν στη γωνία ντυμένα λέξεις.

Με είπε αλαφροΐσκιωτη, ψιθύρισα. 
Κάτι θα ξέρει. 
Γι' αυτό και τη λέξη ελευθερία δεν την ξεστομίζει ποτέ.

Με είπε μικρή κι άμυαλη, είπα λυπημένα. 
Κάτι θα ξέρει.
Γι' αυτό ποτέ δε μιλάει με λέξεις.

Με είπε...

Είναι φορές που φοβάμαι τις λέξεις. 
Γι' αυτό τις φτιάχνω εικόνες, για να τις αγγίξω.
Το σχήμα τους το δανείζομαι από τα σύννεφα.
Πάντα φυλάνε μια έκπληξη για μας!



Silena 29/11/2012

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ #74



Στον Πλανήτη της Μουσικής απόψε έχει πανσέληνο και ολική έκλειψη Σελήνης, ακολουθήστε με σ’ ένα ακόμη μουσικό ταξίδι σε αστρικά μελωδικά μονοπάτια.
Καλή σας ακρόαση!

Silena, 28/11/2012


1. Greedence Clearwater Revival – Bad Moon rsing
2. Echo & The Bunnymen – The klling Moon
3. Belle & Sebastian – Waiting for the Moon to rise
4. Van Morrison – Moon dance
5. Frank Sinatra – Moon river
6. Cesaria Evora – Luz dum estrela
7. Sade – The Moon & the sky
8. Astrud Gilberto – Fly me to the Moon
9. Cibelle – Green Grass
10. Paul Mc Cartney – It’s only a paper Moon
11. Louis Tillett – Swimming in the mirror
12. Neil Young – Harvest Moon
13. Julie London – Blue Moon
14. Nick Drake – Pink Moon
15. R.E.M. – Man on the Moon
16. Rodney Crowell – Shame on the Moon
17. Shannon McNally – Pale Moon



Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

DESCENDING ANGEL



Descending Angel by John Wimberley

STAINBECK JOHN ERNST

 Ο Δρόμος Με Τις Φάμπρικες
                                                                         (αποσπάσματα)
εισαγωγή

     Ο Δρόμος με τις Φάμπρικες στο Μοντερέυ, της Καλιφόρνια, είν' ένα ποίημα, μια βρωμισιά, έχει δικό του φως, έντονο χρώμα, είναι κάτι πολύ συνηθισμένο μα κι όνειρο μαζί, νοσταλγία. Κάτι το σκόρπιο και το συγκεντρωμένο, σίδερα, ντενεκέδες, σκουριά και πελεκούδια, το στρώσιμο του δρόμου όλο γούβες, παντού κουλούρες τα σχοινιά, κόφες λαχανικά, φάμπρικες για σαρδέλες του κουτιού, καταγώγια, ταβέρνες και μπορντέλα, μικρομάγαζα, εργαστήρια χημικά, παλιοξενοδοχεία. Κάποιος είπε πως στο δρόμο τούτο κατοικούνε "πόρνες, ρουφιάνοι, χαρτοπαίχτες, μπάσταρδοι". Αν τους κοίταζες όμως από μιαν άλλη χαραμάδα, ίσως τότε να 'χε πει πως κατοικούνε "άγγελοι, άγιοι κι οσιομάρτυρες". Και πάλι θα εννοούσε το ίδιο.



Τα γριγριά, όταν πετύχουν οι καλάδες και πιάσουνε πολύ ψάρι, μπαίνουνε την αυγή μες στο λιμάνι φορτωμένα με σαρδέλα, βαριά κι αργοκίνητα, σφυρίζοντας με τις σειρήνες ολοένα. Οι παραφορτωμένες βάρκες σιμώνουνε στην ακρογιαλιά, κει που οι φάμπρικες απλώνουνε τις αποβάθρες τους. Ίδιες ουρές μες στη θάλασσα. Το σχέδιο είναι καμωμένο με πολλή σοφία, γιατί αν οι αποβάθρες βρισκόνταν από το μέρος της στεριάς κι οι φάμπρικες μες στο νερό για να δεχτούνε τις σαρδέλες, τότε τα έτοιμα κουτιά θα βγαίναν από το μέρος της ουράς και -τουλάχιστον σ' όσους έχουνε φαντασία- θα προξενούσαν ακόμα πιότερη αηδία... Λοιπόν αφού ξεφορτωθούν οι σαρδέλες, αρχίζουν να μπουρίζουν οι φάμπρικες και τότε όλοι μες στη πολιτεία, άντρες-γυναίκες, ντύνονται βιαστικά και κατεβαίνουνε τρέχοντας να πιάσουνε δουλειά. Οι ιδιοχτήτες φτάνουνε μέσα σ' αυτοκίνητα λουστραρισμένα και γυαλιστερά, καθώς και το ανώτερο προσωπικό -λογιστές, επόπτες, επιθεωρητές- κι όλοι χάνουνται μες στα γραφεία. Ξεχύνουνται από τη πολιτεία μαυριδεροί Ιταλιάνοι, Κινέζοι, Πολωνοί, άντρες-γυναίκες φορούνε πανταλόνια, ρούχα από καουτσούκ και ποδιά μουσαμαδένια. Πάνε να καθαρίσουνε τη σαρδέλα, να τηνε κόψουν, να τη ψήσουνε και να τη συσκευάσουν μέσα σε κονσέρβες. Ολάκερος ο δρόμος βουΐζει κι αναδεύεται, φωνές, τρεξίματα, ομιλίες, το ψάρι κυλά έξω από τις βάρκες, ίδιος ασημένιος ποταμός κι όσο αδειάζουν οι βάρκες, τόσο ψηλώνουνε πάνω στο νερό. Κι οι φάμπρικες βουΐζουνε, τραντάζουνται και τρίζουν, ώσπου κι η τελευταία σαρδέλα να καθαριστεί, να κοπεί, να ψηθεί, να μπει μες στα κουτιά. Τότε ξαναμπουρίζουν οι φάμπρικες κι οι κουρασμένοι μαυριδεροί Ιταλιάνοι, οι Κινέζοι, οι Πολωνοί, άντρες-γυναίκες, με τα νερά να στάζουνε πάνωθέ τους και να βρωμάνε ψαρίλα, τραβούνε και σκορπάνε στην ανηφοριά, χάνουνται μες στη πολιτεία κι ο Δρόμος με τις Φάμπρικες γίνεται πάλι όπως ήταν -ήσυχος μαγεμένος. Ξαναβρίσκει μονομιάς τα φυσικά του. Μερικοί αλήτες, που 'χαν αποτραβηχτεί κάτω από το μαύρο κυπαρίσι, ξαναβγήκανε στη φόρα και πήγαν να καθίσουν επάνω στις σκουριασμένες σωλήνες που κείτονταν μες στη μεγάλη μάντρα. Τα κορίτσια ξεπρόβαλαν από της Ντόρας, για να χαρούνε λίγον ήλιο -αν υπάρχει φυσικά, τέτοιο πράμα. Ο Δόκτορας βγήκεν από το Βιολογικόν Εργαστήριο κι αργοπερνά τον δρόμο για ν' αγοράσει δυο μπουκάλια μπίρα, στου Λη Τσονγκ το μαγαζί. Ο Ανρί ο ζωγράφος, τριγυρνά στα χορταριασμένα χέρσα κι οσμίζεται σα κυνηγιάρικο σκυλί μες στα παλιόσκοινα που 'ν' απορριγμένα κει πέρα, να βρει κανά κομμάτι ξύλο ή κανά κομμάτι σίδερο, που του χρειάζουνται για τη βάρκα που σκαρώνει. Έπειτα πέφτει το βραδάκι, ανάβει το φανάρι μπρος στης Ντόρας -το ίδιο κόκκινο φανάρι που φωτά ολονυχτίς το Δρόμο με τις Φάμπρικες. Μερικοί επισκέπτες φτάνουνε στο Βιολογικόν Εργαστήριο για ν' ανταμώσουνε τον Δόκτορα κι αυτός ξαναπερνά το δρόμο, για ν' αγοράσει πέντε μπουκάλια μπίρα στου Λη Τσονγκ το μαγαζί.


Πως μπορεί κανείς να περιγράψει ολοζώντανα το ποίημα, τη βρώμα και τη δυσωδία, το βουητό ή το ξεχωριστό κείνο φως, το έντονο χρώμα, τ' όνειρο -και κάτι το πολύ συνηθισμένο; Όσοι έτυχε να κάμουνε συλλογή από ζούδια του νερού ξέρουνε κάτι μικρά πλατιά σκουλίκια, τόσο λεπτά που 'ν' αδύνατο να τα πιάσεις ολάκερα, γιατί μόλις τ' αγγίξεις, συστρέφουνται και σπάζουνε. Πρέπει να τ' αφήσεις να σουρθούνε και να γλιστρήσουνε μοναχά τους ως τη λεπίδα που κρατάς, να τα σηκώσεις τότε με προφύλαξη και να τα ρίξεις μες στη γυάλα με το θαλασσινό νερό. Ίσως και τούτο το βιβλίο να πρέπει να γραφτεί μ' ένα παρόμοιο τρόπο -ν' αφήσεις τη διήγηση να ξεγλιστρήσει μονάχη της μες στις σελίδες του.
...   ...   ...



ακόμη τώρα
όταν θυμούμαι τη λεμονόστηθη μικρούλα
το χρυσαφένιο προσωπάκι που ακόμη λάμπει
ολόιδιο αστέρι το φλογισμένο της κορμί
το πληγωμένο από τη καφτερή του έρωτα σαΐτα
-πρώτη απ' όλες σε νιάτα κι ομορφιά-
θάβεται η καρδιά μου ζωντανή στα χιόνια

ακόμη τώρα
αν η παιδούλα με τα μάτια του λωτού
ερχότανε βαριά με πόθο ερωτικό της νιότης
θα την αδράξουνε τα δυο μου πεινασμένα χέρια
κι από το στόμα της θα πιω το δυνατό κρασί
όπως η κλέφτρα μέλισσα ρουφά
το μέλι από το νούφαρο

ακόμη τώρα
να την έβλεπα να κείτεται
με μάτια ορθάνοιχτα γαλαζωμέν' απ' το νυχτέρι
με μάγουλα να καίν' ως το χλωμό αφτάκι της
από τον πυρετό του χωρισμού μας
ο έρωτας μου θα τη τύλιγε με λουλουδένια δάση
κι η νύχτα θα γινότανε ο μαυρομάλλης εραστής
απάνω στο κορμί της μέρας

ακόμη τώρα
τα μάτια μου που δε τη βλέπουν πια
όλο και ζωγραφίζουνε την εικόνα της χαμένης μου παιδούλας
Ω μπούκλες χρυσαφιές
που παίζαν πάνω σε μάγουλα σαν άνθη της μαγνόλιας
Ω δέρμα ολόλευκο σαν άγραφο κατεβατό
που πάνω του τα χείλια μου γράψανε εξαίσιες ωδές
από φιλιά μα τώρα πια τίποτα δε θα γράψουν

ακόμη τώρα
ο θάνατος μου στέλνει θύμηση απ' τα ματόκλαδα
που πετάριζαν πάνω στα φωτερά της μάτια
το λεπτό κορμάκι που το δάμαζε χαρούμενα η κούραση του έρωτα
του κόρφου της τους ρόδινους ανθούς
όπως σαλεύαν απ' το πέπλο και αλίμονο
τα πορφυρά της χείλια που τα 'χα σημαδέψει με τα δικά μου

ακόμη τώρα
και στα δυο παζάρια φλυαρούν για την αδυναμία της
που είχε τόση δύναμη να μ' αγαπήσει
άνθρωποι μικροί που αγοράζουν και πουλούνε για λεφτά
σκλάβοι του παρά ζαρώνουνε με πονηρά σακουλιασμένα μάτια
όμως κανένας πρίγκηπας που διαφεντεύει θαλασσινές πολιτείες
δεν αξιώθηκε μαζί της να πλαγιάσει
μοναχική μικρούλα μου ταίριασες πάνω μου σα φόρεμα χυτό
παιδούλα μου

ακόμη τώρα
λαχταρώ το χάδι απ' τα σκιστά της βελουδένια μάτια
τα χαμογελαστά θλιμμένα μάτια
που κλείνοντας τα ματόκλαδα ρίχναν ίσκιον απαλό
σαν να της φανερώνανε μιαν άλλην όψη ομορφιάς
λαχταρώ τα δροσερά και μυρωμένα χείλια
τα κατσαρά μαλλιά σα τον καπνό ανάερα
δάχτυλα ξωτικα
γέλιο από πράσινα πετράδια

ακόμη τώρα
θυμούμαι την ήσυχη μιλιά σου
οι δυο ψυχές μας ενωμένες
το χέρι σου χάιδευε τα μαλλιά μου
τα χείλια σου πλάι στα δικά μου χείλια
τα τριγύριζαν ζωντανές οι θύμησες
είδα τις ιερές χορεύτριες της Ράτι
να δίνουνται στον έρωτα στου φεγγαριού τη χάση
έπειτα να ξαπλώνουν σε χαλιά κάτ' από χρυσό λυχνάρι
και να κοιμούνται ξέγνοιαστες καθέμια όπως λάχει

ακόμη τώρα
μ' αρέσει να μιλω με τους σοφούς
που δώσανε τα νιάτα τους στη σκέψη
όμως ακούγοντας τα λόγια τους δε βρήκα
τη νοστιμάδα που 'χαν τα λογάκια της παιδούλας μου
ανάκατο ψιθύρισμα προτού μας πάρει ο ύπνος
σοφά λογάκια έξυπνα λογάκια
που κυλούσανε σα το νερό
και τα ζωήρευε η θέρμη της αγάπης

ακόμη τώρα
θυμούμαι πως αγάπησα τα κυπαρίσια και τα ρόδα
τα γαλανά ψηλά βουνά τα γκρίζα βοσκοβούνια
και τον αχό της θάλασσας
μια μέρα είδα παράξενα μάτια
χέρια πεταλούδας τρυγόνια που πετούσανε
για χάρη μου μες από τα θυμάρια
και τα παιδιά λουζόντανε μέσα σε ποταμάκια

ακόμη τώρα
ξέρω πως χάρηκα θερμή τη γεύση της ζωής
πίνοντας από χρυσοπράσινα κροντήρια
στο μεγάλο πανηγύρι κάποιαν εποχή παλιά
που έσβησε πια και πάει
ατένισα λευκότατο καθώς αναδινόταν
μες από τη παιδούλα μου
το προαιώνιο φως
...   ...   ...


 Ένας μοσχοπόντικας διάλεξε για κατοικία τις πυκνές μολόχες μέσα στο γήπεδο, πλάι στο Δρόμο με τις Φάμπρικες. Το μέρος ήτανε τέλειο. Οι φουντωμένες βαθυπράσινες μολόχες ψηλώνανε σγουρές κι όπως ωριμάζανε, κρεμούσανε κίτρινα κομπαράκια πάνω από τη γη. Και το χώμα ήτανε τέλειο για να σκαφτεί λαγούμι μοσχοπόντικα, μαύρο, μαλακό και λίγο λασπιασμένο, για να μη κατρακυλά κι ούτε τα λαγούμια να παθαίνουνε καθίζηση. Ο μοσχοπόντικας ήτανε παχουλός, οι τσέπες μες στα μάγουλά του πάντα γιομάτες με τροφή. Τ' αφτάκια του καθαρά κι όμορφα, τα ματάκια του μικρούτσικα και μαύρα σα το κεφάλι της παλαιϊκής καρφίτσας. Τα μπροστινά του ποδαράκια, σκάβανε με δύναμη, η τρίχα του πάνω στη ράχη απλωνότανε καφετιά και γυαλιστερή, πιο ανοιχτόχρωμη στο στήθος, πυκνή και μαλακιά. Είχε κίτρινα δοντάκια, γαμψά και μακρουλά και κοντή ουρίτσα. Ένας όμορφος μοσχοπόντικας στο άνθος της ζωής του.
     
Βρήκε κατάλληλο το μέρος κι άρχισε να σκάβει τη φωλιά του πάνω σ' έν' υψωματάκι -από 'δω πάνω θα μπορούσε, κρυμμένος μες στις μολόχες, να κοιτά τα καμιόνια που διασταυρώνανε το Δρόμο με τις Φάμπρικες. Μπορούσε να παρακολουθεί τα πόδια του Μακ και των παιδιών όταν περνούσανε για να πάνε στο Πάλας-Χάνι. Όσο προχωρούσε πιο βαθιά στο σκάψιμο, τόσο τ' άρεσε το μέρος, γιατί κάτω από το μαυρόχωμα, βρήκε μεγάλα βράχια. Έχτισε την απόθηκη του κάτω από 'να βράχο κι έτσι, όσο κι άν έβρεχε δεν είχε φόβο να γκρεμιστεί. Εδώ θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει τη γενιά του και να μεγαλώσει το λαγούμι από κάθε διεύθυνση τρόγυρα. Φχαριστήθηκε πολύ όταν πρωτόβγαλε το κεφαλάκι του από τη τρύπα, κάποιο πρωινό. Ο ήλιος πρόβαλε κι οι πρώτες του αχτίδες τρυπώσανε μες στο λαγούμι και το ζέσταναν όμορφα. Ξάπλωσεν εκεί μπροστά μ' όλο του το χουζούρι.

Αφού έσκαψε τη μεγάλην αποθήκη με τις τέσσερις εξόδους κι έφτιασε και το στεγανό διαμέρισμα, άρχισε ν' αποθηκεύει τις τροφές. Έκοβε μόνο τα πιο τρυφερά βλαστάρια, στο μέγεθος που 'θελε, τα κατέβαζε μες στη τρύπα και τα τοποθετούσεν όμορφα-όμορφα και ταχτικά στην αποθήκη, έτσι που να μην ανάψουνε και σαπίσουν. Δε μπορούσε να βρει πιο κατάλληλο μέρος για να διοργανώσει τη ζωή του. Τριγύρω δεν υπήρχανε περιβόλια, κανένας κίνδυνος να στήσουν οι άνθρωποι παγίδες να τονε πιάσουνε. Οι γάτες αφθονούσαν μα ήτανε τοσο χορτασμένες από τις ψαροκεφαλές και τα εντόσθια που πετούσαν οι φάμπρικες, που 'χανε παρατήσει το κυνήγι από καιρό. Το έδαφος ήταν αμμουδερό, τα νερά κατασταλάζανε δίχως να σχηματίζουνε λιμνούλες. Δούλεψεν ακατάπαυστα, ώσπου γέμισε την αποθήκη του ως τα μπούνια. Έπειτα, έφτιαξε δωματιάκια για τα παιδιά που θα γεννιόντανε. Σε λίγα χρόνια, χιλιάδες μοσχοποντικοί από τη γενιά του, θα σκορπίζανε σ' όλη τη χώρα, με κέντρο την οικογενειακήν εστία που 'χε φτιάξει.
     Μα ο μοσχοπόντικας άρχισε ν' ανησυχεί όσο περνούσεν ο καιρός: ούτε μια θηλυκιά δε φάνηκε τρόγυρα. Καθότανε στην είσοδο της φωλιάς του κάθε πρωί κι έβγαζε μικρές στριγγιές, που δε τις παίρνει φυσικά τ' αφτί του ανθρώπου, μα τις ακούν οι άλλοι μοσχοπόντικοι ως βαθιά μέσα στη γη. Κι όμως ούτε μια θηλυκιά δε φανερώθηκε. Μες στην ανυπομονησία του, αποφάσισε και πήρε τον ανήφορο ψάχνοντας δεξά-ζερβά, ώσπου βρήκε μιαν άλλη φωλιά φτιαγμένη από μοσχοπόντικα. Στήθηκε στην είσοδο κι έβγαλε μια στριγγιά προκλητική. 'Ακουσε ψαχούλεμα μες στη τρύπα και του 'ρθε στα ρουθούνια η μυρωδιά της θηλυκιάς, μα ξάφνου ένας πελώριος μοσχοπόντικας, αγριεμένος, χύμηξε πάνω του και του καθίζει μια δαγκωματιά που τον έκανε να το βάλει στα πόδια, ως τη φωλιά του και να μείνει τρεις μέρες ξαπλωμένος, ώσπου να γιάνει η πληγή. Η ερωτική επιχείρηση του στοίχισε δυο δάχτυλα του μπροστινού ποδιού. Ωστόσο δεν έχασε την υπομονή του, καθότανε και στρίγγιζε μπροστά στην όμορφη φωλιά που 'χε φτιάξει, μα ούτε μια θηλυκιά δε φανερώθηκε.
     Αναγκάστηκε να φύγει από κει, να πάει αρκετά πιο πέρα, σ' ένα περβόλι με ντάλιες, όπου κάθε βράδυ στήναν οι άνθρωποι παγίδες...
...   ...   ...



2.
     Ο λόγος είν' ένα σύμβολο κι ένα χάρμα που ρουφάει ανθρώπους και τοπία, δέντρα, φυτά, φάμπρικες και κινέζικα σκυλάκια. Τότε το Αντικείμενο γίνεται ο Λόγος και ξανά πάλι το Αντικείμενο, αλλά στημονιασμένο τώρα κι υφασμένο πάνω σ' ένα σχέδιο φανταστικό. Ο Λόγος ρουφά τον Δρόμο με τις Φάμπρικες, τονε χωνεύει κι έπειτα τονε ξερνά κι ο Δρόμος τότε παίρνει τη λάμψη της πράσινης στεριάς και του πελάγου που καθρεφτίζει τα ουράνια. Ο Λη Τσογκ είναι κάτι παραπάνω από ένας κινέζος μαγαζάτορας. Έτσι πρέπει να 'ναι. Ίσως να μη βρίσκεται καλά ισορροπημένος και ν' απόμεινε μετέωρος -ένας πλανήτης ασιατικός που μια τονε συγκρατεί πάνω στη τροχιά του η έλξη του Λάο Τσε και μια τονε ξεμακραίνει από τον Λάο Τσε η κεντρόφυγη δύναμη του εμπορικού κατάστιχου και του αριθμητήριου με τις μπαλίτσες- έτσι κρέμεται μετέωρος ο Λη Τσογκ, κλωθογυρίζοντας ανάμεσα σε διάφορες πραμάτειες και φαντάσματα. Σκληρόκαρδος αν πρόκειται για κανά κουτί κονσέρβα με μπιζέλι και μαλακός αν πρόκειται για τα κόκαλα του παπού του. Γιατί ο Λη Τσογκ ανάσκαψε τον τάφο στο Κινέζικο Κοιμητήρι και ξέθαψε τα κιτρινισμένα κόκαλα και το κρανίο, που 'χε πάνω του ακόμα κολλημένα τα γέρικα γκρίζα μαλλιά. Ο Λη συσκεύασε μες σε κιβώτιο τα κόκαλα, όλα τα κόκαλα, μηριαία, κνημικά, τις ωλένες, το κρανίο καταμεσίς και τρόγυρα τους σπονδύλους και τα λεκανικά κόκαλα με τα καμπύλα παΐδια. Έπειτα μπαρκάρισε το συσκευασμένο κι εύθραυστο παπού του και τον έστειλε ν' αναπαυθεί επιτέλους στα χώματα π' αγιάσαν οι προγόνοι του.
     Το ίδιο κι ο Μακ με τα παιδιά, κλωθογυρίζουνε πάνω στη τροχιά τους. Είν' οι Αρετές, οι Χάρες κι η Ομορφιά μες στο πολυάσχολο, σωροκουβαριασμένο κι ηλίθιο Μοντερέυ, που οι φοβισμένοι και πεινασμένοι άνθρωποι χαλούνε τα στομάχια τους αγωνιώντας να εξασφαλίσουνε λίγη τροφή, άνθρωποι που διψάνε γι' αγάπη κι όμως καταστρέφουν ό,τι αξιαγάπητο υπάρχει τρόγυρά τους. Ο Μακ και τα παιδιά, είν' η Ομορφιά, οι Χάρες κι οι Αρετές. Μέσα σ' ένα κόσμο που δε τονε διαφεντεύουν οι χολιασμένοι τίγρεις, που τον αυλακώνουν με το πέρασμά τους οι μανιασμένοι ταύροι και τον εποπτεύουνε τυφλά τσακάλια, ο Μακ και τα παιδιά, τρώνε και πίνουνε διακριτικά, με συντροφιά τις τίγρεις, μερεύουνε τους μανιασμένους ταύρους, μαζεύουνε τα ψίχουλα να θρέψουνε τους γλάρους του Δρόμου με τις Φάμπρικες. Τι κι αν ο άνθρωπος κερδίσει τον κόσμον όλο κι όμως υποφέρει από γαστρικόν έλκος, έχει πρησμένο τον προστάτη και πάσχει από διπλωπία; Ο Μακ και τα παιδιά, δε πιάνονται σε δόκανα, περνάνε πλάι στη φόλα δίχως να την αγγίξουνε, ξεφεύγουν από τη θελιά κι αψηφάνε μιαν ολάκερη γενιά, παγιδεμένη, δηλητηριασμένη, δεμένη χειροπόδαρα, που ωστόσο τους προγκάει και τους αποκαλεί ανάξιους, στιγματισμένους, κακορίζικους, κλέφτες, αλήτες, παλιάνθρωπους.
     Ο πατήρ ημών ο εν τη φύσει, που χαρίζει ζωή στον αγριόγατο και στο κοινό ποντίκι, στη μύγα, στην αράχνη και στο σκόρο, πρέπει να 'χει μιαν άπειρη και παντοδύναμην αγάπη για τους κηλιδωμένους, για τους ανάξιους και τους αλήτες, για τον Μακ και τα παιδιά. Αρετές, χάρες, τεμπελιά και μια ζωή με ουσία. Πάτερ ημών ο εν τη φύσει.
...   ...   ...



Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

JULIO CORTAZAR ένα ποίημα




Χούλιο Κορτάσαρ, Για να διαβάζεται με τρόπο ερωτηματικό


Έχεις δει,
στ' αλήθεια έχεις δει
το χιόνι, τα άστρα, τα βελούδινα βήματα της ομίχλης...
Έχεις αγγίξει,
στ' αλήθεια έχεις αγγίξει
το πιάτο, το ψωμί, το πρόσωπο αυτής της γυναίκας
που τόσο αγαπάς...
Έχεις ζήσει
σαν ένα χτύπημα στο μέτωπο,
τη στιγμή, το λαχάνιασμα, την πτώση, τη φυγή...
Έχεις γνωρίσει
με κάθε πόρο του δέρματός σου, γνωρίσει
πως τα μάτια σου, τα χέρια σου, το φύλο σου, 
τη μαλακή καρδιά σου,
πως έπρεπε να τα πετάξεις
έπρεπε να τα κλάψεις
έπρεπε να τ' ανακαλύψεις πάλι.

Πηγή: εδώ

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

JULIO CORTAZAR ποιήματα


Χούλιο Κορτάσαρ, Ποιήματα για την Κρις



Πέντε ποιήματα για την Κρις
Ι
Πολύ πιο πέρα από το «μέσο-
στράτι απάνω της ζωής μας»
υπάρχει μια περιοχή του έρωτα
ένας λαβύρινθος  πιο πολύ διανοητικός από μυθικός
όπου είναι δυνατόν να υπάρχεις
αργόσυρτα ευτυχισμένος
χωρίς τον παραληρηματικό μίτο της Αριάδνης
χωρίς αφρούς, χωρίς σεντόνια ή μηρούς.

Όλα καλύπτονται από μιαν ανάκλαση του δειλινού
τα μαλλιά, το άρωμά σου, το σάλιο σου.
Κι εκεί στην άλλη τη μεριά σε κατέχω
την ώρα που εσύ παίζεις με τη φίλη σου
της νύχτας τα παιχνίδια.

ΙΙ
Στην πραγματικότητα λίγο με νοιάζει
που το στήθος σου κοιμάται
στη γαλάζια συμμετρία του άλλου στήθους.
Εγώ θα το είχα συνθλίψει
για να το γαργαλήσω τρίβοντάς το
και θα είχες γελάσει και δικαίως
όταν το αναγκαίο και το αναμενόμενο
θα ήταν οι λυγμοί σου.

ΙΙΙ
Ξέρω πολύ καλά τι κερδίζεις
όταν χάνεσαι μέσα στην ηδονή.
Γιατί είναι ίδιο ακριβώς
με αυτό που εγώ είχα νιώσει.

ΙV
(Το σωστό λάθος)
να έχουμε συναντηθεί στο τέλος της μέρας
σ’ ένα περίπατο στη λεωφόρο.

V
Θα μου άρεσε να πίστευες
πως αυτό είναι το γελοίο παιχνίδι
των επανορθώσεων
με το οποίο παρηγορούμαι  στην  απόσταση.
Συνέχισε λοιπόν χορεύοντας
στον καθρέφτη του άλλου σώματος
αφού θα έχεις πια χαμογελάσει
μόλις
για μένα.
  
Υ.Γ. Τα ποιήματα είναι συνολικά δεκαπέντε
και θα δημοσιευτούν όπως πάντα στο Ποιείν



ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΕΔΩ