Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

ΑΙΦΝΗΣ



Να σώσουμε την επικοινωνία, είπες
ν' ανοίξουμε κανάλια, να κλείσουμε στόματα
να σώσουμε την ψυχή μας, τις ιδέες μας, είπες
να σκοτώσουμε το χάος

ρέει η σκέψη, ρέει
ποτάμι αγριεμένο

τα θέλω μου, τα θέλω σου, τα θέλω
κατακερματίζονται, ψυχοραγούν κάτω από την αταξία των λόγων
στοιβαγμένες λέξεις χωρίς συνάφεια
γοητεύουν τυχαίους ακροατές
λικνίζονται, προσπαθούν να αποκρυπτογραφηθούν
από οποιαδήποτε αυτιά

δεν υπάρχει χρόνος για επιλογές, είπες
οι γρίφοι ζητούν λύση μέσα στο χάος του νου

Να σώσουμε το βλέμμα, είπες
μα αίφνης σώπασες

Silena 2012

Ο ΣΧΟΙΝΟΒΑΤΗΣ - ΖΑΝ ΖΕΝΕ

Μετάφραση : Χριστόφορος Λιοντάκης
Εκδόσεις Καστανιώτη
Πρώτη έκδοση : 1986


"Την μοναξιά, σ' το ξαναλέω, μόνο με τη παρουσία του κοινού θα την κατακτήσεις" 

Αποσπάσματα :

Ο ποιητής μπορεί να διακινδυνέψει τα πάντα για να κατακτήσει την απόλυτη μοναξιά, που είναι απαραίτητη για να πραγματοποιήσει το ποιητικό του έργο—να το αποσπάσει από το κενό για να του δώσει ζωή. Αποδιώχνει περίεργους και φίλους, ή συμβουλές που θα έκαναν το έργο του προσιτό στον κόσμο. Μπορεί, ίσως, να επιλέξει την εξής μέθοδο: αφήνει γύρω του μια δυσωδία τόσο αηδιαστική, τόσο ρυπαρή, που κι ο ίδιος  λιποθυμά και παθαίνει ασφυξία. Τον αποφεύγουν.  Είναι μόνος. Η ολοφάνερη συμφορά του θα του επιτρέψει κάθε λογής θρασύτητα, αφού κανένα βλέμμα δεν τον ενοχλεί.  Κλυδωνίζεται ανάμεσα στη ζωή και την ερημιά του θανάτου. Η φωνή του δεν ξυπνά καμία ηχώ. Γιατί αυτά που έχει να πει δεν απευθύνονται πια σε κανέναν, κι ούτε χρειάζεται να τα καταλάβουνε οι ζωντανοί—δεν τα υπαγορεύει εξάλλου η ζωή, παρά τα επιβάλει η εξουσία του θανάτου.

"θανάσιμη μοναξιά"

Στον πάγκο του μπαρ μπορείς ν’ αστειευτείς  με οποιονδήποτε, να τσουγκρίσεις το ποτήρι σου με όποιον θέλεις. Μα ο άγγελος αναγγέλλει τον ερχομό του. Μείνε μονάχος να τον υποδεχτείς. Και άγγελός μας είναι η νύχτα που πέφτει στην εκθαμβωτική πίστα. Ακόμα κι αν η δική σου μοναξιά είναι πλημμυρισμένη στο φως ενώ σκοτάδι τα χιλιάδες μάτια που σε κρίνουν, που φοβούνται και προσδοκούν τη πτώση σου, θα χορέψεις πάνω και μέσα στην άνυδρη μοναξιά, με τα μάτια δεμένα και εί δυνατόν τα βλέφαρα ραμμένα. Τίποτε όμως δε θα σε εμποδίσει να χορέψεις για την εικόνα σου, και προπαντός χειροκροτήματα ή γέλια. Αλίμονο, είσαι καλλιτέχνης, και δεν γίνεται πια να αγνοήσεις την ανελέητη άβυσσο των ματιών σου. Νάρκισσος χορεύει; Δεν είναι ωστόσο φιλαρέσκεια, εγωισμός και φιλαυτία, μα κάτι άλλο. Μήπως ο ίδιος ο θάνατος; Χόρευε λοιπόν ολομόναχος. Χλωμός, πελιδνός, γεμάτος αγωνία αν θ' αρέσεις στην εικόνα σου - δηλαδή θα χορέψει η εικόνα σου για σένα.

Ποιος  φυσιολογικός, γνωστικός άνθρωπος περπατά πάνω σε συρματόσκοινο ή εκφράζεται με στίχους;

Ο έρωτας, σχεδόν απελπισμένος αλλά γεμάτος τρυφερότητα, ο έρωτας που οφείλεις να δείχνεις στο σκοινί σου πρέπει να είναι δυνατός όσο και το συρματόσκοινο που κρατά το βάρος σου. Γνωρίζω τα αντικείμενα, τη μοχθηρία και τη σκληρότητα τους, αλλά και την ευγνωμοσύνη τους.  Το σκοινί ήταν νεκρό—ή έστω, βουβό και τυφλό. Με την εμφάνιση σου θα ζωντανέψει και θα μιλήσει. Θα το ερωτευτείς—με έναν έρωτα, θα έλεγα, σαρκικό. Τη νύχτα, καθώς είναι ακόμα κουλουριασμένο στο κουτί του, πήγαινε να το δεις, να το χαϊδέψεις, να ακουμπήσεις το μάγουλο σου στο δικό του.

Ωστόσο πρέπει να εκθέτεις τον εαυτό σου στον κίνδυνο του σωματικού, του οριστικού θανάτου. Το απαιτεί η δραματουργία του Τσίρκου. Το τσίρκο, όπως η ποίηση, ο πόλεμος και η ταυρομαχία είναι από τα λίγα σκληρά παιχνίδια που επιζούν.

Αν πέσεις, θα σου εκφωνήσουν τον πιο συμβατό επικήδειο: βάλτος από χρυσάφι κι αίμα, τέλμα όπου το ηλιοβασίλεμα… μην περιμένεις τίποτ' άλλο. Το τσίρκο είναι όλο συμβατικότητες.

- Κοίτα να γίνεις διάσημος…
- Γιατί;
- Για να προξενείς το κακό.
- Πρέπει οπωσδήποτε να βγάλω λεφτά;
- Απαραιτήτως. θα εμφανίζεσαι στο συρματόσχοινό σου και θα σε ραντίζει μια χρυσή βροχή.
.... Κι επειδή θα σε ενδιαφέρει μονάχα ο χορός , τη μέρα θα σαπίζεις.
.... Το κοινό - που χάρη σ' αυτό υπάρχεις, γιατί χωρίς το κοινό δε θα καταχτούσες ποτέ τη μοναξιά - είναι το κτήνος που εσύ στο τέλος θα το εξοντώσεις. Η τελειότητα κι η τόλμη σου όση ώρα εμφανίζεσαι το εκμηδενίζουν.

Μάταιες οι συμβουλές μου και άστοχες. Δεν είναι δυνατόν να τις ακολουθήσει κανείς. Ήθελα μόνο να γράψω για την τέχνη σου ένα ποίημα που θα σε θερμάνει ολόκληρο, απ' την κορφή ως τα νύχια. Ν' αναφλεγείς ήθελα, όχι να σε διδάξω.

JEAN GENET

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ



έφυγα, είπα

χρησιμοποίησα αόριστο
κι εσύ νόμισες πως πέθανα

μπορεί και να 'χεις δίκιο

αφού δεν θα διασταυρωθούν ποτέ οι δρόμοι μας
θα 'ναι σαν να πέθανα

θα γυρίσω, είπα
μα δεν το πίστεψες

και έκανες καλά
αφού ο μέλλοντας δεν θα γεννηθεί!

Silena 30/10/2012

ΣΕ ΔΥΟ ΣΤΙΓΜΕΣ



Γελούσε δυνατά, τα γέλια της έφταναν μέχρι την κάμαρά μου και μου προκαλούσαν ρίγη θυμού. Πήρα δυο μαξιλάρια, ένα σε κάθε χέρι, και τα πίεσα με δύναμη πάνω στα αυτιά μου. Έτρεμα σύγκορμη. Το αίμα μου χτυπούσε στα μηνίγγια. Μου 'ρχόταν να ουρλιάξω κι ίσως και να ούρλιαξα γιατί άκουγα συγκεχυμένους ήχους έτσι όπως είχα βουλωμένα τ' αυτιά με τα μαξιλάρια.

Ησυχία ή ήταν η ιδέα μου! Τράβηξα διστακτικά τα μαξιλάρια και ναι, απόλυτη ησυχία. Άνοιξα με κάθε προφύλαξη την πόρτα και βγήκα να δω. Από τη σκάλα δεν είδα κανέναν. 
Αναστέναξα ανακουφισμένη και κατέβηκα χοροπηδώντας ξυπόλητη και χαμογελαστή. Έτσι βγήκα στον κήπο, ξυπόλητη και χαμογελαστή. Η ψυχή μου απλώθηκε στο γαλάζιο τ' ουρανού γιατί η μπόρα είχε πια περάσει και η ατμόσφαιρα άστραφτε και λαμποκοπούσε από τις μικρές σταγόνες που κρέμονταν από τα φύλλα των δέντρων.
Κινούμαι, γλιστράω μα δεν πέφτω. Σταγόνα βροχής κι εγώ αγκιστρωμένη σε φύλλο λεμονιάς. Ν' αγγίζω με τα δαχτυλάκια τα κλαδιά, να οσφραίνομαι την Άνοιξη κιόλας, αρχή του χειμώνα!

Τόσα συναισθήματα σε δυο στιγμές!


©Silena
30/10/2012

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

SILENA reads ANTOINE DE SAINT-EXUPERY



σκέφτηκα να θυμηθώ λιγάκι τις πρώτες εκπομπές μου από τον Πλανήτη της Μουσικής
και να σας διαβάσω ένα απόσπασμα από τον Μικρό Πρίγκηπα του Antoine de Saint-Exupéry

καλή σας ακρόαση!

ΘΑ ΣΒΗΣΩ ΤΑ ΙΧΝΗ



Θα σβήσω τα ίχνη
δεν θ' ακολουθήσω πια
τα μάτια κουράστηκαν 
να προσμένουν
κι ο ορίζοντας θολός

σκοτεινά τα μηνύματα
ακατέργαστα 
ξέφτισαν 
κλωστές
τις πήρε ο άνεμος

θα σβήσω τα ίχνη 

με τα δάχτυλα των ποδιών
θα ισιώσω τις μνήμες 
να μην κρατάνε νερό το χειμώνα
μικρές κυρτές παγίδες ονείρων
κι ούτε λέξη πια

Silena 29/10/2012

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Appelsinpiken / The Orange Girl



Νορβηγική ταινία, σκηνοθεσία Εύα Νταρ, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του ΓΙΟΣΤΙΝ ΓΚΑΑΡΝΤΕΡ

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Η ΝΙΝΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΤΑΙ


Είμαι η Νίνα. Γράφω για να λυτρωθώ. Για να βγούνε επιτέλους οι σκέψεις από μέσα μου, ν' αποτυπωθούν στο χαρτί, ν' αποκτήσουν υπόσταση και δική τους ζωή. Να κάνουν χώρο για τις νέες σκέψεις που θα 'ρθουν ορμητικές και απρόσμενες.

Ήμουν πάντα μοναχική και πάντα επιρρεπής στα όνειρα. Δεν έβλεπα πολλά, μα έπλαθα. Όσα ήθελα. Σαν εκδίκηση στην τσιγκουνιά του ύπνου μου, να μου δώσει όμορφα όνειρα. Γιατί κι αυτά τα λίγα που έβλεπα ή καλύτερα που θυμόμουν, ήταν εφιάλτες.

Δεν αρνήθηκα ποτέ ν' αντιμετωπίσω τη ζωή, τις δυσκολίες, τα άσχημα, μα και τα ωραία. Όμως, πώς να σας το πω, μια ζωή δίχως όνειρα, είναι λειψή, άχρωμη.

Η μοναχική μου ιδιοσυγκρασία, γινόταν πολύτιμη βοηθός στην παραγωγή ονείρων. Από μικρή λοιπόν, παρότι ιδιαιτέρα δημοφιλής λόγω του χαμόγελου και της ικανότητάς μου να ακούω τους άλλους, επεδίωκα να μένω μόνη. Ή να φεύγω ή να απομακρύνω με διακριτικό τρόπο τους ανθρώπους που με περιτριγύριζαν. Μη βιαστείτε να δώσετε χαρακτηρισμούς του τύπου, σνομπ, εσωστρεφής, μονόχνωτη,... γιατί καθόλου έτσι δεν είμαι.

Ο λόγος που συνέβαινε αυτό ήταν απλός. Ήθελα να είμαι μόνη για να μπορώ να διαβάσω, να γράψω, να σκεφτώ μα πιο πολύ απ' όλα να ονειρευτώ χωρίς παρεμβολές.


Το σπίτι όπου ζω, έχει όμορφο κήπο, έχει ησυχία, έχει θάλασσα και ένα μικρό δασάκι εμπρός του. Τη νύχτα απορροφώμαι από τη σιωπή των δέντρων, μια όχι ακριβώς σιωπή, αφού πολλοί νυχτερινοί ήχοι υποβόσκουν. Νιώθω ήρεμη όταν αφήνομαι να με πάρει μέσα της, αυτή η ...όχι ακριβώς σιωπή. Πολλές φορές γράφω στο σκοτάδι με τα μάτια κλειστά και τις υπόλοιπες αισθήσεις σε εγρήγορση. Κι ό,τι γράψω, το διαβάζω την άλλη μέρα. Τα ανόμοια, ακατάστατα γράμματα που ανεβοκατεβαίνουν, "τα γράμματα των κλειστών ματιών", όπως τα λέω, μου χαρίζουν ένα όμορφο χαμόγελο και είναι η εγγύηση ότι η μέρα θα πάει καλά.

Απόψε όλοι λείπουν. Κι όπως μπορείτε να υποθέσετε νιώθω μια έντονη ταραχή ευδαιμονίας. Έχω φορέσει τα σπιτικά μου και ξυπόλητη περιφέρομαι στα δωμάτια ψάχνοντας.



Για λέξεις, ήχους, εικόνες. Γιατί ξέρετε βέβαια πως οι "πηγές" είναι δίπλα μας μα συνήθως τις αγνοούμε! Μα για τις "πηγές" της έμπνευσης φυσικά μιλώ.
Βρίσκομαι στην κουζίνα και κάθομαι μπροστά στο τραπέζι. Ακριβώς στο κέντρο του βρίσκεται ένα μήλο. Ένα μήλο, πελώριο και κατακόκκινο, μόνο του στο κέντρο του τραπεζιού.



Το παίρνω στα χέρια μου. Γυρνάω στο πλάι, απλώνω τα γυμνά μου πόδια κι αφήνω το μήλο να κυλήσει πάνω τους. Περιμένω ν' ακούσω τον ήχο του καθώς θα πέφτει στο πάτωμα μα τα δάχτυλα των ποδιών αντανακλαστικά το συγκρατούν και δεν πέφτει. Σαν να θέλουν να το προστατέψουν, τα δάχτυλα με προσοχή το φέρνουν στην εσωτερική καμπύλη του πέλματος και έτσι σαν να το έχουν αγκαλιά τα δυο πόδια συνεργάζονται για να το φέρουν κοντά στα χέρια. Μια απρόσκοπτη συνεργασία σώματος - εγκεφάλου.
Ή μήπως όχι!
Τη στιγμή που τα πόδια μου ετοιμάζονται να παραδώσουν το μήλο στα απλωμένα χέρια, μια λάθος κίνησή τους, εκσφενδονίζει το μήλο το οποίο πετάει και κατευθύνεται προς το κρύσταλλο του μικρού τραπεζιού.




Φυσικά, όλα αυτά συμβαίνουν σε δευτερόλεπτα και πριν ο νους μου τα αντιληφθεί ακριβώς,  βρίσκομαι να ορμάω να πιάσω το μήλο με την ελπίδα πως θα το προλάβω πριν πέσει στο τραπέζι.
Μα δεν το προλαβαίνω. Το κρύσταλλο σπάει με εκκωφαντικό θόρυβο και ο χώρος γεμίζει γυαλιά.

Να 'μαι τώρα να πέφτω δυνατά πάνω στα σπασμένα γυαλιά τα οποία μπήγονται αδιάφορα στο σώμα μου. Τρομαγμένη από την πτώση, τον πόνο και την υπερπροσπάθεια σηκώνομαι και κοιτάζω το ματωμένο μου σώμα. Είμαι σοκαρισμένη. Δεν προσπαθώ να βγάλω κανένα γυαλί. Κάθομαι αποσβολωμένη στο πάτωμα κι αρχίζω να κλαίω.



Στα χέρια μου, έχω το μήλο. Το φέρνω κοντά στο στόμα και το δαγκώνω. Η γεύση του, αλμυρή από τα δάκρυά μου. Απόψε τα όνειρά μου θα έχουν γεύση μήλου και θ' αστράφτουν σαν μικρά κομμάτια κρυστάλλου.


©Silena
27/10/2012




LE HAVRE - Aki Kaurismäki

μια εκπληκτική ταινία που είδα χτες βράδυ και θα σας την πρότεινα ανεπιφύλακτα!!
του αγαπημένου μου Φινλανδού σκηνοθέτη, Aki Kaurismäki 



ακούστε κι αυτό... από την ίδια ταινία

ΞΥΠΟΛΗΤΑ ΚΑΙ ΜΑΤΩΜΕΝΑ Τ' ΑΓΑΠΑΕΙ



στις άκρες από το φόβο μου στέκεται ένα παιδί
δεν φοβάται, απορεί
πώς ξέχασα κιόλας να ρωτήσω 
πού χάθηκαν οι λέξεις

ύστερα μου ζητάει ν' ανοίξω το στόμα μου
ψάχνει τις λέξεις πίσω από τη γλώσσα
εξερευνά μήπως και κρύφτηκαν ανάμεσα από τα δόντια
δεν φοβάται, απορεί

μα πού χάθηκαν τόσες λέξεις 
το παιδί φωτίζει τη σκιά να δει καλύτερα
κι έπειτα έτσι ξαφνικά του 'ρχεται η σκέψη 
να κοιτάξει τα πόδια μου

ξυπόλητα και ματωμένα 
από τις λέξεις που 'πεσαν πάνω τους
ξυπόλητα και ματωμένα
σαν χτυπημένα πουλιά

το παιδί σκύβει και μ' ένα βρεγμένο πανί
σκουπίζει τα πόδια τα
ξυπόλητα και ματωμένα
και πριν φύγει ψιθυρίζει:

"να προσέχεις άλλη φορά τις λέξεις"

Silena 26/10/2012


Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Η ΖΩΗ ΜΙΑς ΛΕΞΗς



η ζωή μιας λέξης, μοιάζει με φύλλο στον άνεμο
παρασύρεται 
πότε στα χείλη σου, πότε στα δικά μου

επικίνδυνη η ζωή της
πάντα με την αγωνία της πτώσης

ξυπόλητη η ζωή της
να πληγώνεται σαν προφέρεται από συνήθεια ή έτσι, αφηρημένα

ταραγμένη η ζωή της
καμωμένη από έρωτα και απουσία μαζί

βάζω στη σκέψη μου το πρώτο της γράμμα
κι αυτό σκιρτάει και με ρωτά
- ήρθε η ώρα;
- όχι ακόμη, απαντώ
μα πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη φράση
το γράμμα πέφτει απ' τα χείλη μου και σπάει
κι η λέξη, 
που για πρώτο της το 'χε,
ορφανεύει και μαζεύεται πίσω-πίσω
τρομαγμένη και μόνη

εμένα με πιάνει μια κρίση πανικού
κι αρχίζω να γράφω αυτό
το πρώτο γράμμα
χιλιάδες φορές 
σε χιλιάδες χαρτιά και να τα σκορπάω στον αέρα
μην τύχει λέω και ξανάβρει ζωή


η ζωή μιας λέξης, μοιάζει με φύλλο στον άνεμο
παρασύρεται 
πότε στα χείλη σου, πότε στα δικά μου
ζωντανεύει μόνον όταν ειπωθεί ή γραφτεί ή ανάψει σαν φλόγα στα μάτια σου

Silena 26/10/2012


ΤΑΔΕ ΕΦΗ... ΡΕΝΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ

Αναδημοσίευση από την Roadartist.....in Athens

«...δεν τους μαθαίνουν Ιστορία γιατί δεν συμφέρει να ξέρουν και να κρίνουν, αλλά και γιατί τα μυαλά της συντριπτικής πλειονότητας των διδασκόντων είναι χαλασμένα - όπως και ήταν χαλασμένα πριν αντίστροφα. Άλλοτε χρησιμοποιούσαν την Ιστορία στα σκολειά για να παράγουν εθνικιστικές συνειδήσεις. Μετά για να κάνουν κακή κι αδέξια προπαγάνδα ψευτοαριστερίστικη. Όλοι άπλωναν αναχρονιστικά τις ιδεούλες τους και τις πίστεις τους στο παρελθόν, κόβαν και ράβαν την ιστορία στα μικρά μέτρα τους.

Αλλ' έτσι η βαθύτερη ζήτηση της ιστορίας, που είναι κάτι το πολύ ριζικό στην ανθρώπινη συνείδηση, δεν ικανοποιείται, πεινάει επί μακρόν, κι εντέλει μαραίνεται. Σιχάθηκα μια ζωή να παλεύω να διαλύσω ψευτοϊστορικές ερμηνείες του παρελθόντος, εθνικιστών και τάχα μαρξιστών, τάχα "συντηρητικών" και τάχα "προοδευτικών", να μην θαρρούν τα παιδιά πως η αρχαιοελληνική πόλις είναι ό,τι τάχα η εθνικιστική πατρίδα, να μην βγάζουν "προδότες" τους Θεμιστοκλήδες και τους Αντρούτσους, να μην βγάζουν όλοι "προδότες" τους πολιτικούς τους αντιπάλους, να μην απλώνουν στα παρελθόντα τα παρόντα πάθη τους. 

Ποια ιστορία; Ποιος την δίδαξε ποτέ σωστά; Ποιος νοιάστηκε αλήθεια; Και γι' αυτό ίσως δεν έχουμε και ιστορική μνήμη. Τι "ιστορική"; Ούτε χθεσινή δεν έχουμε! Πράγματα που τα ζήσαμε χθες, οι ίδιοι, στο πετσί μας, αφήνουμε θρασύτατα να μας τα λένε ανάποδα όλοι και δεν αντιδρούμε!»


Απόσπασμα από συνέντευξη του Ρένου Αποστολίδη σε αθηναϊκή εφημερίδα της 13-6-93, 

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

ΕΝΩΣΕ ΤΙΣ ΣΤΙΓΜΕΣ



Ακολουθώντας τα λευκά ίχνη των ποδιών σου παίρνω το δρόμο που δεν μπόρεσες. 

Ο ειρμός σου κατακρημνίζεται από τον ήχο των βημάτων μου. Σχεδόν ανεπαίσθητος ήχος, ξυπόλητος. Μα τόσο ισχυρός. 

Δεν βλέπεις την κίνησή μου, μόνο τη φαντάζεσαι ή προσποιείσαι κάτι τέτοιο. Νιώθεις όμως τα θραύσματά της στα πλευρά σου. 

Σου απλώνω το χέρι. 

- Έλα, σου λέω. Κάνε το βήμα. Ένωσε τις στιγμές.

Σου απλώνω το χέρι.

- Να πιάσουμε τ' όνειρο ξυπόλητοι, συμπληρώνω. 

Δεν κάνεις καμιά κίνηση. Ούτε ένα ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων. Ούτε μια σκιά φόβου καθώς με βλέπεις να με παρασέρνουν τα κύματα και να χάνομαι ανάμεσα στους αφρούς. Βλέπω τα χείλη σου ν' ανοιγοκλείνουν. 

Τα πόδια σου, να ταράζονται. Απόπειρα κίνησης. Ή μάλλον ιδέα μου θα 'ναι. 
Σχεδόν έχω πνιγεί. 

Εξακολουθώ να διψάω και να χτυπάω απεγνωσμένα τα χέρια μου, ζητώντας βοήθεια. 

Μπορεί τώρα και να με έχει καταπιεί η θάλασσα. 

- Να μαρκάρεις το σημείο στο χάρτη με κόκκινο μαρκαδόρο. Δίπλα, μην ξεχάσεις να γράψεις την ημερομηνία. Να με θυμάσαι, σαν δυο χέρια που χτυπάνε απεγνωσμένα τη θάλασσα. Να με θυμάσαι, ξυπόλητη. Να με θυμάσαι, να σου λέω: έλα, κάνε το βήμα. Ένωσε τις στιγμές.


©Silena
17/10/2012


Federico García Lorca



Γκασέλα της φυγής

Έχω χαθεί πολλές φορές στη θάλασσα
με το αυτί γιομάτo νιόκοπα λουλούδια,
με τη γλώσσα γιομάτη έρωτα κι αγωνία.
Πολλές φορές έχω χαθεί στη θάλασσα,
έτσι όπως χάνομαι μες στην καρδιά κάποιων παιδιών.

Καθόλου νύχτα δεν υπάρχει που χαρίζοντας ένα φιλί,
το γέλιο να μη νιώθεις των απρόσωπων ανθρώπων,
μήτε κανένας που, χαϊδεύοντας ένα νιογέννητο,
να λησμονάει τ' ασάλευτα κρανία των πεθαμένων αλόγων.

Γιατί τα ρόδα αναζητούν στο μέτωπο
ένα σκληρό κοκάλινο τοπίο,
γιατί δεν έχουν του ανθρώπου τα χέρια άλλο σκοπό
απ' το να μιμηθούν τις υποχθόνιες ρίζες.

Έτσι όπως χάνομαι μες την καρδιά κάποιων παιδιών
έχω χαθεί πολλές φορές στη θάλασσα.
Αδιάφορος για το νερό, κινάω γυρεύοντας
έναν ολόφωτο θάνατο που να μ' αναλώνει.

μτφ: Τάκης Βαρβιτσιώτης



Madrigal


Ήτανε το ρόδι το φιλί μου
βαθύ κι ανοιγμένο
το στόμα σου ήταν χάρτινο
τριαντάφυλλο.

Το φόντο χιονισμένος κάμπος.

Τα χέρια μου ήταν σίδερα
γι' αμόνια
δύση από αχούς καμπάνας
το κορμί σου.

Το φόντο χιονισμένος κάμπος.

Μέσα στο τρύπιο
γαλάζιο κρανίο
έφτασαν σταλαχτίτες
τα "σ' αγαπώ" μου.

Το φόντο χιονισμένος κάμπος.

Γέμισαν μούσκλα
τα παιδιά όνειρά μου,
και το φεγγάρι μου τρυπάνισε
τη σολομώντεια θλίψη μου.

Το φόντο χιονισμένος κάμπος.

Και δασκαλεύω τώρα
μες στ' αψηλό σκολειό,
τον έρωτα και τα όνειρά μου
(τυφλά αλογάκια).

Κ' είναι το φόντο χιονισμένος κάμπος.

μτφ: Κοσμάς Πολίτης


ΑΚΗΣ ΔΗΜΟΥ




Τι θα γινόταν άραγε αν ο Ρωμαίος και η Ιουλιέττα δεν πέθαιναν αλλά τελικά παντρεύονταν κι έκαναν και παιδιά; Ή αν τελικά πέθαινε μόνο ο Ρωμαίος; Ή μόνο η Ιουλιέττα; 

Τη δεύτερη εκδοχή αναπτύσσει ο συγγραφέας Άκης Δήμου στο έργο του "...ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΤΑ". Στο έργο αυτό, μόνο ο Ρωμαίος πεθαίνει ενώ η Ιουλιέττα μένει μόνη "να δοξάζει έναν άδοξο έρωτα". Μια Ιουλιέττα αποσυρμένη στον εαυτό της, κατακερματισμένη. 
Η Ιουλιέττα, απευθύνεται σ' έναν φανταστικό επισκέπτη και ξεκινά ένα μακρύ συγκλονιστικό μονόλογο.



"Δε θα σηκωθώ, συγχωρήστε με.
Έχω ξεχάσει πώς είναι να υποδέχεσαι κάποιον. Τις κινήσεις που κάνει, τα λόγια που λέει κανείς σε μια τα τέτοια περίπτωση. Οι επισκέψεις έχουν χάσει πια κάθε ενδιαφέρον για μένα. Μου θυμίζουν απλώς πως είμαι μόνη για μια ακόμη νύχτα. Δεν περιμένω τίποτα απ' τους άλλους. Δική τους πλάνη αν αυτοί προσδοκούν κάτι από μένα. Μην το πάρετε προσωπικά αυτό, σας παρακαλώ. Μόνο έτσι μπορώ να σας φερθώ: σαν να είμαι μόνη. Σαν να μην είστε εσείς εδώ. Ή σαν να είστε -πράγμα που βέβαια για μένα είναι το ίδιο. Με θεωρείτε αγενή; Στριφνή; Ιδιόρρυθμη; Ω, δε με νοιάζει, σας βεβαιώ, καθόλου δεν με νοιάζει. Δεν έχω πλέον περηφάνια για να πληγωθεί από τις κρίσεις σας, δεν έχω πρόσωπο που να επιθυμώ να το κρατήσω μακριά από τη σκιά μιας κακής εντύπωσης. Αυτά ταιριάζουν σε γυναίκες μαθημένες να ζουν μέσα στον κόσμο. Με σύζυγο, παιδιά και συγγενείς, με φίλους, θαυμαστές και εραστές ακόμα -γιατί όχι; Στις γυναίκες που αξιώθηκαν το μεγαλείο της μετριότητας, τα εύσημα της τάξης και της νοικοκυροσύνης, που είπαν παλάτι το φτηνό κατάλυμα της παχύσαρκης ζωής τους, κι είναι οι κουτές φιλοφρονήσεις του περίγυρου το αλάτι που νοστιμίζει την περιττή τους ύπαρξη. Για μια γυναίκα όμως που ζει αντίθετα απ' αυτά, ποια σημασία μπορούν να έχουν τα επίθετα ενός ξένου;

Συνήθως αφήνω το πορτάκι της εξώπορτας ανοιχτό, αλλά κανείς δεν έρχεται -ίσως να φταίει που γνωρίζουν όλοι πόσο πολύ αντιπαθώ τις επισκέψεις, ίσως πάλι ο κόσμος να έπαψε να με βρίσκει ενδιαφέρουσα. Έτσι κι αλλιώς τι θα μπορούσε κανείς να ωφεληθεί από μένα; Μόνο μια μνήμη αίματος μπορώ να ανακαλέσω, υπάρχει όμως κανείς που να θέλει να θυμάται κάτι τέτοιο;

Θυμάμαι τώρα... Πριν να τον δω, τον γνώριζα καλά, ως την παραμικρή του λεπτομέρεια, μέχρι τον κόμπο της μπέρτας του, μέχρι το μικρό εκείνο κυκλάμινο στην αγκράφα της ζώνης του -σημάδι κοριτσίστικο, υπαινιγμός μιας τρυφερότητας που έφτανε για να καταλάβει κανείς πως το ξίφος δεν ήταν άλλο από μια γελοία σύμβαση που ήθελε πολεμιστές όλα τ' αγόρια της γενιά του, μια μάσκα ανίκανη να κρύψει μια ψυχή ευαίσθητη και νωχελική.

Τεχνάσματα δαιμονικά, αλλεπάλληλες δοκιμές, πρόβες για να πετύχει ο θάνατός μας. Εκείνος τα κατάφερε στο τέλος. Εγώ απέτυχα - πιο λίγη πάντα, πιο μικρή, πιο καταδικασμένη, δεμένη πάνω στη ζωή σαν γυναίκα που ήμουν.
Τώρα που σκέφτομαι πιο ψύχραιμα τα περασμένα, λέω πως έτσι έπρεπε να γίνει. Πάντοτε, πρέπει να μένει κάποιος στο τέλος, και μετά το τέλος ακόμα να μένει όρθιος, εκεί, για να υποδέχεται τη φρίκη, να πονάει, να ματώνει και να ξεσκίζεται, να ταΐζει στο στόμα το πιο μαύρο λιοντάρι, να απελπίζεται και να μη λυτρώνεται ποτέ, κάποιος πρέπει πάντα να μένει πίσω, ακρωτηριασμένος, ανάπηρος, κομματιασμένος, να δοξάζει έναν άδοξο έρωτα και με την ιαχή της ήττας λιωμένη στα χείλη να σωριάζεται άδειος, ένας σωρός από σκουριά, ένα κατάρτι σάπιο, αταξίδευτο, καρφωμένο στην άμμο σαν Σταυρός.

Ο Φόβος, Κύριε, είναι ένας δρόμος κλειστός για τον έρωτα. Ένα τραχύ μονοπάτι γεμάτο από φιδοφωλιές και βρόμικα χορτάρια. Στο τέρμα του φαντάζει απρόσιτο το χλοερό αλωνάκι της αγάπης. Μα μόνο έτσι πολεμάς γι' αυτό που νιώθεις: περπατώντας αυτόν τον δρόμο, ματώνοντας τα πόδια στα χαλίκια του, παραμερίζοντας με τους αγκώνες τα σαρκοβόρα αναρριχητικά που γλείφουν κιόλας λαίμαργα το δέρμα σου, κοιτώντας πάντοτε μπροστά, κοιτώντας μέσα σου, εκεί όπου παφλάζει η επιθυμία που σε οδηγεί, που ο πόθος ξεδιπλώνει το βαθύ του ουρανό, εκεί που η καρδιά χτυπάει μόνη της και μια φωτιά ανάβει μεσοπέλαγα. 
Ερωτεύομαι θα πει Πηγαίνω. Προχωρώ. Διασχίζω και Διασχίζομαι. Και Ξεμακραίνω. Για ν' αγγίξω κάποτε τον πάμφωτο προορισμό που αξιώθηκα.
Θα πει Φτάνω. Ξυπόλυτη, λουσμένη στον ιδρώτα, κατάκοπη, γδαρμένη, δίχως νύχια, δίχως δόντια, με βλέφαρα καμένα, πρησμένα γόνατα, με χέρια τρυπημένα και τη φωνή τριμμένη πάνω στις συλλαβές του σ' αγαπώ -έστω κι έτσι, μόνο έτσι Φτάνω.
Γιατί ο έρωτας, Κύριε, άλλο δεν είναι από μια δυνατότητα.
Ένα Μπορώ.
Να γνωρίζω και να αγνοώ μαζί.
Να εγκληματώ και να 'μαι η μόνη αθώα.
Να παραλύω μπροστά στην πιθανότητα της αποκάλυψης, κι αυτός ο φόβος, Κύριε, να με δυναμώνει.
Μόνο οι γενναίοι αγαπούν -να το θυμάστε. Οι άλλοι απλώς ξεγελούν τα όνειρα. Εγώ ήμουνα στους πρώτους.

Το μέλλον μου, λέω, είναι μια κατασκότεινη σπηλιά. Βρίσκομαι ήδη εντός της. Μην το νομίσετε αυτό υπερβολή. Κοιτάξτε εδώ τα χέρια μου: τρύπια απ' τα βράχια κι απ' τις ριπές των κυμάτων.
Αρκετά με τη θάλασσα, το ταξίδι μου πάει.
Ας γλυκαίνουν τους άλλους οι έρωτες.
Εγώ διπλώθηκα στα δύο.
Κι ακόμα δεν μπορώ να χωρέσω.
Σας στεναχώρησα, το βλέπω. Ελάτε, μη λυπάστε. Τουλάχιστον όχι για μένα. Υπάρχει τόσος έρωτας γύρω σας και μέσα σας που και η παραμικρή θλίψη για η δική μου ερημιά είναι μια ανώφελη σπατάλη.
Φυλάξτε τα δάκρυά σας. Θα τ' αναζητήσετε αργά ή γρήγορα. Τότε θυμηθείτε με για λίγο. Και κλάψτε μόνο σας μετά. Όχι για τη δική μου ορφάνια, μα για το δικό σας ανεκτίμητο καημό."


Από το πρόγραμμα της παράστασης
Ξαναδιαβάζοντας το κείμενο: υπάρχει ανάμεσα στις γραμμές ένα θρόισμα θανάτου, ο αδιάκοπος παφλασμός ενός αναπόφευκτου, επερχόμενου κι επιθυμητού κινδύνου, ένας βόμβος καταστροφής –όλα αυτά εντείνονται, «υψώνονται» στις παύσεις ανάμεσα στα λόγια της Ιουλιέτας· ύστερα «πέφτουν», ξαναγίνονται αχνά, αδύναμα.
Κατά κάποιον τρόπο, αυτή είναι η μουσική επένδυση του έργου, ο ιστός που συγκρατεί ενωμένα τη μουσική με τον λόγο.
Η Ιουλιέτα ξέρει. Και ξέρει πολλά. Έχει τη σοφία του ανθρώπου που υπήρξε απόλυτα ερωτευμένος, δηλαδή εκτός εαυτού. Έχοντας αξιωθεί το Απόλυτο (και, κυρίως, έχοντάς το απολέσει), δεν μπορεί παρά να είναι απαθής στα εξωτερικά ερεθίσματα, απόρθητη στην πολιορκία της από το Καθημερινό και το Τετριμμένο, το Φθαρτό και το Ασήμαντο της πέραν του έρωτα ύπαρξης.
Όταν μιλάει δεν αισθάνεται. Προσπαθεί να επαναλάβει τα παλιότερα αισθήματά της, να εκβιάσει τη μνήμη της για να γίνει παρόν, ενώ ξέρει πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατο.
Σα να ξεκλειδώνει ένα σεντούκι: από κει ανασύρει (από τα βάθη των αισθήσεων) μια λησμονημένη τρυφερότητα, σκονισμένα αγγίγματα, χνούδια φιλιών –τα ράκη του έρωτά της.
Φαντάσου μια Ιουλιέτα δρομέα σ’ έναν δρόμο αντοχής. Στην τελική της ευθεία. Αυτός ο μονόλογος είναι το τελευταίο της λαχάνιασμα, πριν κόψει οριστικά το νήμα που την εμποδίζει να ζήσει όπως νιώθει: σα νεκρή.
Ο λόγος της Ιουλιέτας: ένας λόγος για τον έρωτα αλλά χωρίς φλόγα. Ένας λόγος καμένος για έναν έρωτα στάχτη.
Επανέρχομαι στις αναπολήσεις της.
Ένας διαφορετικός φωτισμός: η Ιουλιέτα δεν νοσταλγεί. Από μια άποψη η διαδρομή της προς τα πίσω θα μπορούσε να είναι αδιάφορη, σα να μην υπάρχει γι’ αυτήν κανένα ενδιαφέρον στο τοπίο. Θα μπορούσε να γίνει χωρίς οίστρο, χωρίς συναίσθημα, ίσως με κάποιο θυμό: σα να αφηγείται μια ιστορία που άκουσε και τη συγκίνησε, δεν την αφορά όμως, ενώ κατά βάθος θα ήθελε να είναι η δικιά της (από κει και ο θυμός), χωρίς ποτέ να δεσμεύεται ή να επηρεάζεται από το βάρος αυτού που αφηγείται. Ή σα να ψάχνει, την ώρα της αφήγησης, αντιστοιχίες με τη δικιά της προσωπική ζωή.
Εδώ, σ’ αυτό το σημείο, η Ιουλιέτα ταυτίζεται με την ηθοποιό, την ενσαρκώνει.
Ωστόσο, θα μπορούσε να συμβαίνει και το εντελώς αντίθετο: η Ιουλιέτα είναι, άρα αναπολώντας επαναβιώνει όσα έζησε, ψηλαφεί τις ουλές της.
Ο κόσμος γύρω από την Ιουλιέτα: εξαρθρωμένος, λειψός, αποσπασματικός, άχρηστος.
Η Ιουλιέτα γύρω απ’ τον κόσμο: αποσυναρμολογείται σταδιακά, αυτοδιαλύεται. Κατεδαφίζει η ίδια τα υλικά της συμβολοποίησής της. Αδειάζει απ’ όλα τα ίχνη της σαιξπηρικής φιγούρας. Καθαρίζεται.
ΑΚΗΣ ΔΗΜΟΥ
Πηγή: εδώ

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

ΜΕ ΚΟΣΤΟΥΜΙ ΚΑΙ ...ΚΑΛΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ

Ο Πέτρος δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ. Έβγαινε πάντα νύχτα και κατά προτίμηση βροχερή. Περπατούσε στην αρχή βιαστικά σαν να έπρεπε να προλάβει το λεωφορείο αποφεύγοντας κάθε ξένο βλέμμα και μόλις ο «κίνδυνος» να συναντήσει ανθρώπους περνούσε, τότε επιβράδυνε το βήμα και απολάμβανε την ησυχία της νύχτας, τη νοτισμένη ατμόσφαιρα, την ερημιά.  
Ήταν ένας συμπαθητικός άντρας ετών 35 με κοστούμι και καλούς τρόπους.

Η Μυρτώ πάλι ήταν ένα κορίτσι ονειροπαρμένο και ντροπαλό. Δεν σήκωνε το κεφάλι. Περπατούσε πάντα σκυφτή. Μιλούσε λίγο και με φωνή ψιθυριστή. Ζούσε με τη μητέρα της που ήταν σοβαρά άρρωστη. Η Μυρτώ ήταν πολύ εργατική. Ξυπνούσε από τα άγρια χαράματα και όργωνε την Αθήνα για να φτάσει στη δουλειά της, τέρμα Πατησίων. Δούλευε σε μια μικρή βιοτεχνία που έφτιαχνε κάλτσες. Δεν είχε παράπονο μα να, ένιωθε κάποιες φορές να την πνίγει η μοναξιά κι η ρουτίνα. Ήθελε κι αυτή να ζήσει όχι τη «μεγάλη ζωή» μα να βγει, να στολιστεί, να αρέσει σε κάποιον. Κάποιον που θα την αγαπούσε και θα τη φρόντιζε. Να παντρευτεί και να κάνει μια όμορφη ευτυχισμένη οικογένεια.  Κόντευε τα τριάντα πια και η μάνα της κάθε μέρα απ’ τη στιγμή που έμπαινε στο σπίτι μέχρι που ερχόταν η ώρα του ύπνου, αυτό είχε στο στόμα της. Ήταν το παράπονό της που η κόρη της δεν είχε παντρευτεί ακόμη.



Είναι απόγευμα πια και η Μυρτώ νιώθει εξαντλημένη. Περιμένει στη στάση το λεωφορείο. Είχε μια δύσκολη μέρα και δε βλέπει την ώρα να γυρίσει στο σπίτι. Λίγο πιο κει, ο Πέτρος. Περιμένει κι αυτός. Τον κράτησε ο διευθυντής λιγάκι παραπάνω και άργησε να φύγει απ’ το γραφείο. Βρέχει δυνατά. Η Μυρτώ μαζεύεται όσο πιο πίσω μπορεί για να προφυλαχτεί από τη καταρρακτώδη βροχή. Δεν πήρε ομπρέλα και κοντεύει να γίνει μούσκεμα. 


Ο Πέτρος γυρνάει την κοιτάζει φευγαλέα κι απομακρύνει το βλέμμα. Μα το ξαναστρέφει πάνω της αυτή τη φορά με μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Την πλησιάζει και της προτείνει διστακτικά να πάρουν ένα ταξί και να τη συνοδεύσει έως το σπίτι της. Εντελώς αυθόρμητα νιώθοντας τα πόδια της βρεγμένα και παγωμένα η Μυρτώ δέχεται με ευχαρίστηση την πρόταση. Άλλωστε όπως ανακαλύπτουν, μένουν στην ίδια γειτονιά.

Οι μέρες περνάνε. Ο Πέτρος και η Μυρτώ έχουν γίνει πια αχώριστοι. Μαζί ξεκινάνε για τη δουλειά, μαζί επιστρέφουν. Η Μυρτώ νιώθει να γεμίζει με όμορφα αισθήματα, νιώθει αισιοδοξία και χαρά για το μέλλον που έρχεται. Απόψε ο Πέτρος την έχει καλέσει για φαγητό. «Επίσημο δείπνο» έτσι το χαρακτήρισε στη μάνα της,  για να την κάνει να χαρεί. Τον έχει γνωρίσει τον Πέτρο η κυρά Μαρία και τον συμπάθησε με το πρώτο. «Αυτός είναι άντρας για σένα» της είπε «όμορφος, εργατικός, λιγομίλητος, άντρας για οικογένεια».

Αυτό το βράδυ η Μυρτώ είναι πιο όμορφη από άλλες φορές. Καλοχτενισμένη, με τα επίσημα ρούχα της και τα ψηλοτάκουνα που έχει για τις γιορτινές μέρες.
Έβαφε τα χείλη της την ώρα που χτύπησε το κουδούνι. Με πεταχτό βήμα και μεγάλο χαμόγελο καληνύχτισε τη μάνα της και βγήκε να συναντήσει τον αγαπημένο της. Ένιωθε κιόλας να τον αγαπάει βαθιά κι ας μην είχαν ανταλλάξει ούτε ένα φιλί. Πριν κλείσει την πόρτα ψιθύρισε συνωμοτικά «πού ξέρεις, μπορεί να μου κάνει πρόταση απόψε!» και βγήκε στο δρόμο. 

Ο Πέτρος ήταν πολύ επίσημα ντυμένος, με κοστούμι και γραβάτα και έμοιαζε πολύ υψηλό πρόσωπο. Η εμφάνισή του, έκανε την Μυρτώ να σηκώσει με περηφάνια το κεφάλι και να καμαρώνει για τον άντρα που τη συνόδευε και που όπως έδειχναν τα πράγματα θα γίνονταν σύντομα ο πατέρας των παιδιών της.

Βέβαια όλα αυτά βρίσκονταν μόνο μέσα στο μυαλουδάκι της Μυρτώς κι από κει θέριευαν κι έπαιρναν σάρκα και οστά στο απαστράπτων χαμόγελό της.

Δεν τον ρώτησε πού θα πήγαιναν, του είχε εμπιστοσύνη. Όταν έφτασαν έξω από το εστιατόριο ένιωσε τις προσδοκίες της να γίνονται πραγματικές. Μπήκε μέσα γεμάτη αυτοπεποίθηση και κάθισε με χάρη. Το εστιατόριο ήταν από τα καλύτερα και ακριβότερα της περιοχής κι αυτό την έκανε να καμαρώνει ακόμη περισσότερο. 


Άφησε τον Πέτρο να παραγγείλει κι εκείνος κάθε άλλο παρά φειδωλός ήταν. Και να τα κρασιά, να τα πιο πλουσιοπάροχα πιάτα, να τα πιο ακριβά γλυκά. Ώσπου η Μυρτώ κόντευε να ζαλιστεί από το πολύ κρασί και να σκάσει από το πολύ φαγητό. Γύρισε και του είπε γλυκά «φτάνει, δεν θα μπορούμε να γυρίσουμε!». Εκείνος την κοίταξε με τρυφερότητα και της απάντησε πως η βραδιά δεν είχε καν αρχίσει κι ότι θα ήθελε να πάνε και για χορό. Η Μυρτώ λάτρευε τον χορό μα ποτέ μέχρι τώρα κανείς δεν είχε προσφερθεί να τη συνοδέψει κι έτσι η χαρά της όταν τον άκουσε να λέει κάτι τέτοιο ήταν απερίγραπτη. Όπως ήταν και λιγάκι πιο κεφάτη από το κρασί έπεσε πάνω του με ενθουσιασμό και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Εκείνος με τη σιγουριά του επιτυχημένου γύρισε και της χαμογέλασε. Το μόνο που είπε ήταν «ας αφήσουμε τη νύχτα να μας πάει όπου θέλει». 

Βγήκαν από το εστιατόριο κι εκείνος άπλωσε το χέρι του και την πήρε από τη μέση. Της άρεσε. Δεν είχε γνωρίσει άλλον άντρα και ένιωθε μια έξαψη έτσι όπως της φερόταν ο Πέτρος, σαν γυναίκα, επιθυμητή. Περπατούσαν με ρυθμό μέχρι να βγούνε στον κεντρικό δρόμο για να πάρουν ταξί. Δεν πρόλαβαν να βγούνε και το ταξί σαν να τους περίμενε. Μπήκαν μέσα και ο Πέτρος δεν είπε τίποτα.

«Δεν θα του πεις  πού να μας πάει;» ρώτησε ξαφνιασμένη η Μυρτώ. Μα και πάλι απάντηση καμιά . Δεν ανησύχησε. Του είχε εμπιστοσύνη. Το μόνο που την ενοχλούσε λιγάκι, ήταν που δεν έκανε καμιά νύξη για γάμο ή αρραβώνα, όπως εκείνη περίμενε, αλλά καθησύχασε τον εαυτό της  σκεπτόμενη πως ίσως να περίμενε να της το πει στο χορό για να ‘ναι πιο ρομαντικό. 

Το ταξί έστριψε στη γωνία και χάθηκε ανάμεσα στα παλιά εγκαταλελειμμένα εργοστάσια και τα σκοτεινά δρομάκια. Τότε η Μυρτώ άρχισε να ανησυχεί. «Μα πού πηγαίνουμε» είπε αναστατωμένη. «Κάπου που θα περάσουμε καλά», της είπε και γέλασε ειρωνικά. «Θέλω να κατέβω», ούρλιαξε σχεδόν η Μυρτώ τρομοκρατημένη και πήγε ν’ ανοίξει την πόρτα του ταξί μα ένα βαρύ χέρι προσγειώθηκε στο μάγουλό της και την έκανε να σωπάσει. Έτρεμε απ’ το φόβο της κι έκλαιγε βουβά να μην τον εξαγριώσει πάλι.

Το ταξί σταμάτησε έξω από ένα ερειπωμένο εργοστάσιο. Στο δρόμο δεν υπήρχε ψυχή. Η Μυρτώ πάγωσε. Δεν ήξερε τι να κάνει. Πώς να σωθεί.

Ο Πέτρος σοβαρός κι αμίλητος της άνοιξε την πόρτα. Εκείνη κατέβηκε και το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς. Πώς να το σκάσει, πώς να γλιτώσει από αυτό που ερχόταν κατά πάνω της να ισοπεδώσει κάθε της όνειρο. Μόλις κατέβηκε την κράτησε σφιχτά απ’ το μπράτσο και την οδήγησε στην παλιά σιδερένια πόρτα του εργοστασίου. Χτύπησε με το άλλο του χέρι τρεις φορές συνθηματικά και η πόρτα άνοιξε. Η Μυρτώ αισθάνθηκε πως αυτή θα ήταν η τελευταία της νύχτα. Χλόμιασε και οπισθοχώρησε, μα το χέρι του, την έσπρωξε δυνατά μέσα.

Το παλιό εργοστάσιο είχε μετατραπεί σε λημέρι ανθρώπων που έμοιαζαν πιο πολύ με ζώα, τριχωτά και άγρια έτοιμα να κατασπαράξουν οποιοδήποτε θήραμα. Πρέπει να ήταν εκεί μέσα 8 με 10 άντρες που μόλις την είδαν άρχισαν να τη «γδύνουν» με τα πεινασμένα τους μάτια. Κανά δυο είπαν γελώντας «μας έφερες και μεζέ;». Οι άλλοι έπιναν και γελούσαν με γέλιο που έκανε την Μυρτώ να θέλει να πεθάνει. «Έλα πιες» της είπε ο Πέτρος και της έβαλε στο χέρι ένα μπουκάλι, «θα δεις, θα σ’ αρέσει», συνέχισε. Δεν είχε καμιά ελπίδα να ξεφύγει από κείνη τη φωλιά των αδίστακτων θηρίων.



Η Μυρτώ έχασε τις αισθήσεις της. Όταν συνήλθε βρισκόταν στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Κανείς δεν γνώριζε πώς κατάφερε να φτάσει ως εκεί. Ήταν αγνώριστη και αιμορραγούσε. Όλο της το σώμα ήταν κατακρεουργημένο γεμάτο πληγές και μώλωπες. Οι γιατροί της είπαν πως τα τραύματά της ήταν πολύ σοβαρά και έπρεπε να μείνει αρκετές μέρες στο νοσοκομείο. Δεν γνώριζαν ακόμη αν θα μπορούσε να επανέλθει.

Η Μυρτώ δεν ξαναμίλησε. 
Δεν ξαναχαμογέλασε. 
Δεν ξαναβγήκε από το σπίτι.


Τα σημάδια που άφησε πάνω της η βία, η αγριότητα, η μανία του πιο άγριου θηρίου απ’ όλα, δεν θα έσβηνε ποτέ.

Η Μυρτώ σώπασε για πάντα με την ψυχή και το κορμί γεμάτο πληγές από κάποια αδίστακτα κτήνη με κοστούμι και καλούς τρόπους.


©Silena, 23/10/2012




* από την ιστορία που έγραψα και τώρα διαβάζετε, αποφάσισα να μην δημοσιεύσω δύο πολύ σημαντικά κομμάτια διότι ήταν πολύ σκληρά και ίσως να σόκαραν τους αναγνώστες μου. Εάν εκδοθεί μαζί με άλλες ιστορίες μου, θα μπορέσετε να τη διαβάσετε ολόκληρη χωρίς περικοπές.

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ της ΣΤΕΛΛΑΣ



Ήταν απορροφημένη από το βιβλίο που διάβαζε και δεν τον κατάλαβε που μπήκε στο δωμάτιο. Δεν ήθελε να την ανησυχήσει ή να την αποσπάσει από το διάβασμά της. Κάθισε λοιπόν στο κατώφλι ακίνητος και την παρατηρούσε. Πώς σημείωνε με το μολύβι της τις φράσεις που της άρεσαν, πώς περνούσε μετά το μολύβι ανάμεσα απ' τα μαλλιά κι έφτιαχνε περίτεχνα σχήματα, πώς δίπλωνε τα ξυπόλητα πόδια της πάνω στην πολυθρόνα και έμπλεκε τα δάχτυλα μεταξύ τους σαν παιχνίδι ή σαν ανακάλυψη. Στο δωμάτιο η ησυχία ήταν βαθιά και μαζί της βούλιαζαν και οι σκέψεις του σε μια νιρβάνα στοχαστική. 

Η βροχή είχε σταματήσει εδώ και ώρα και κάποιες δειλές αχτίδες ξεπρόβαλαν τρομαγμένες. Σήκωνε κάποιες στιγμές τα μάτια από το βιβλίο και κοίταζε έξω. Ακολουθούσε με το βλέμμα της τα σύννεφα όπως τα κυνηγούσε ο άνεμος. 



Κάποια στιγμή σηκώθηκε. Με το βιβλίο στην αγκαλιά στάθηκε μπροστά στο παράθυρο. Αφέθηκε να παρατηρεί τις σταγόνες της βροχής που κυλούσαν πάνω στο τζάμι για πολύ ώρα κι έπειτα γύρισε απότομα προς την πλευρά της πόρτας σαν να ένιωσε το βλέμμα του πάνω της.

Δεν περίμενε να τον δει εκεί και αναπήδησε τρομαγμένη. Δεν είπε τίποτα παρά τον πλησίασε τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στο παράθυρο που στεκόταν η ίδια πριν από λίγο. Με τα δάχτυλα των χεριών άρχισε να σχεδιάζει κάτι πάνω στα νοτισμένα τζάμια. Εκείνος χαμογέλασε και την αγκάλιασε. Κάθισαν στο πάτωμα χωρίς λέξη. Μέχρι που νύχτωσε. Η Στέλλα κοιμόταν γαλήνια. 
Προσεκτικά τη σήκωσε και την έβαλε στον καναπέ. Τη σκέπασε με μια κουβέρτα και έμεινε δίπλα της να της χαϊδεύει τα μαλλιά, ως το πρωί. Δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. Ένιωθε να του γλιστράει η εικόνα της κι ήθελε να την κοιτάζει συνέχεια, να την αποθηκεύει στα μικρά συρταράκια της μνήμης να μην αφήσει ούτε ένα της μόριο να ξεχαστεί! Έψαχνε μέσα του, πάσχιζε να βρει τις κατάλληλες λέξεις και το σθένος να της μιλήσει. Μα ούτε τις λέξεις βρήκε ούτε τη δύναμη.

Η Στέλλα σαν να οσμίστηκε την ανησυχία του άνοιξε τα μάτια και άπλωσε τα χέρια της. Χώθηκε εκείνος μέσα στη ζεστή της από τον ύπνο αγκαλιά. Πήγε κάτι να ψελλίσει μα η Στέλλα ακούμπησε το χέρι της απαλά στα χείλη του και κείνος σώπασε.

Ήξερε πως ο έρωτάς τους δεν έμοιαζε με κανενός άλλου ζευγαριού. Δεν οριζόταν, δεν υπήρχε στα λεξικά ούτε στα βιβλία. Ήξερε πως ο έρωτάς τους είχε κάτι από σύννεφο κι από καπνό, πλανιόταν ανάμεσά τους κι άφηνε πίσω του ρίγη και σημάδια που μόνο εκείνοι μπορούσαν να νιώσουν και να ερμηνεύσουν ή να μην ερμηνεύσουν. Άλλες μέρες έμοιαζε με απαλό αεράκι θαλασσινό, άλλες με ξαφνική καλοκαιρινή μπόρα που μούσκευε το κορμί κι έφτανε μέχρι τα πιο κρυφά σημεία της ψυχής τους κι άλλες μέρες έμοιαζε με πυρκαγιά. 

Μα κείνη την ώρα ο έρωτάς τους έμοιαζε με ύπνο μακάριο που συνταράζεται από εφιάλτη φοβερό. Ένας χρωματιστός κύκλος από μπλε φως χωρίς κανένα άνοιγμα, καμιά διέξοδο. Και κείνοι, άναυδοι στο κέντρο του. Να τους καταπίνει προκλητικά, να τους ρουφάει προς αντίθετες κατευθύνσεις και να στέλνει τον έναν στη μια άκρη της περιφέρειας και τον άλλο στην άλλη. Κι εκεί να τους κρατάει απομακρυσμένους, τρομαγμένους, σαστισμένους. Κι έπειτα  να πλησιάζει απειλητικά και να χώνεται σε κάθε τους πόρο. Το κορμιά να συνταράζονται από τους σπασμούς και η μνήμη να παγώνει, να χάνεται σαν μικρή ηλιαχτίδα πίσω από μαύρο σύννεφο. 

Πετάχτηκε πάνω κι έκλαιγε. Έκλαιγε με λυγμούς που τράνταζαν το κορμί της. Τον κοίταζε κατάματα κι έκλαιγε. 

Ήξερε πως ο έρωτάς τους είχε κάτι από σύννεφο κι από καπνό, πλανιόταν ανάμεσά τους κι άφηνε πίσω του ρίγη και σημάδια.

Εκείνος την κράτησε για λίγο σφιχτά κι έπειτα σηκώθηκε, φόρεσε το παλτό του κι έφυγε. Έτσι απλά, έφυγε.

Έδιωξε τον καπνό κάνοντας μια κίνηση με το χέρι της. Το σύννεφο το 'κανε δάκρυ. Μαζί, χάθηκαν και οι σκιές.




Η Στέλλα είναι όρθια, περπατάει στο πάτωμα, με τα πόδια γυμνά, την ψυχή παγωμένη και τη μνήμη θολή. 
Η Στέλλα είναι εκεί, δίπλα στο παράθυρο, ξυπόλητη και μόνη, να μαζεύει σύννεφα και να ονειρεύεται λέξεις...


©Silena
22/10/2012


Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

ASTOR PIAZZOLLA

TENNESSEE WILLIAMS

Suddenly, Last Summer
ΞΑΦΝΙΚΑ ΠΕΡΣΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Μετάφραση: ΜΑΡΙΟΣ ΠΛΩΡΙΤΗΣ
Μονόπρακτο: Εικόνα Τέταρτη. 

Η Κάθρην στο γιατρό



Σ’  έναν αποκριάτικο χορό κάποιος...  κάποιος νέος...  ο καβαλιέρος μου... μέθυσε τόσο πολύ που δε μπορούσε να σταθεί στα πόδια του 
(Αφήνει ένα σύντομο, άκεφο γελάκι)
... Αποφάσισα να γυρίσω σπίτι. Το παλτό μου ήταν στο βεστιάριο... 
Τη μάρκα την είχε εκείνος... έψαξαν στις τσέπες του και δε μπορούσαν να τη βρουν...  
Είπα: «Ω, ας πάει στο διάολο το παλτό»!
... Ξεκίνησα να βρω ένα ταξί. 
Κάποιος μ’  άρπαξε απ’  το μπράτσο και είπε : «Θα σας πάω εγώ σπίτι σας». Έβγαλε το σακάκι του,  καθώς φεύγαμε απ’  το ξενοδοχείο και τύλιξε τους ώμους μου, και τότε τον κοίταξα και...
Δεν ήξερα, πρώτη φορά τον είδα κείνη τη στιγμή... αλήθεια! 
Μ’ έβαλε στ’ αυτοκίνητό του, για να με πάει σπίτι, αλλά με πήγε πρώτα σ’  ένα άλλο μέρος! 
Σταματήσαμε κοντά στις αγριοβαλανιδιές, ξέρετε... 
Ρώτησα: «Γιατί σταθήκατε ;» Δε μου αποκρίθηκε, μόνο έβγαλε ένα σπίρτο κι άναψε το τσιγάρο του... τον κοίταξα και κατάλαβα «γιατί στάθηκε».... 
Θαρρώ βγήκα απ’ τ’ αυτοκίνητο πριν αυτόν και τρέξαμε πάνω στο νοτισμένο γρασίδι κατά τις μεγάλες βαλανιδιές, που χάνονταν μέσα στην καταχνιά... τρέξαμε σαν κάποιος από κει πάνω να μας φώναζε βοήθεια!... 
Τον έχασα... Με πήγε σπίτι και μου είπε κάτι απαίσιο: «Ας ξεχάσουμε ό,τι έγινε», είπε, «η γυναίκα μου είναι έγκυος και στο σπίτι... 
Έκατσα λίγο και σκεφτόμουνα και ξαφνικά φώναξα ένα ταξί και γύρισα πίσω στο ξενοδοχείο. Ο χορός δεν είχε τελειώσει ακόμα. Νόμιζα πως είχα γυρίσει για να πάρω το παλτό μου... ήταν δανεικό... 
Αλλά όχι. Γύρισα για να κάνω μια σκηνή καταμεσίς στην πίστα... ναι... δε σταμάτησα στο
βεστιάριο... έτρεξα ίσια στην αίθουσα του χορού και τον είδα στην πίστα και χίμηξα απάνω του και τον χτύπησα μ’ όλη μου τη δύναμη στο πρόσωπο και στο στήθος με τις γροθιές μου,  ώσπου... ο ξάδερφος Σεμπάστιαν με πήρε και φύγαμε...  
Ύστερα απ’ αυτό, την άλλη το πρωί άρχισα να γράφω το ημερολόγιό μου στο τρίτο πρόσωπο. να έτσι : «Ζει ακόμα σήμερα το πρωί»,  κι ήθελα να πω  «Ζω ακόμα...». «Τι άλλο την περιμένει ; Ένας Θεός ξέρει!» 
...Δε μπορούσα πια να βγω έξω... 

Ωστόσο, ένα πρωί, ο Σεμπάστιαν ήρθε στην κάμαρά μου και μου είπε : «Σήκω!».
... Γιατρέ, άμα ζεις ακόμα, ύστερ’ από το θάνατό σου, κάνεις ό,τι και να σου πουν.
... Σηκώθηκα. 






Με πήγε κάτω στην πόλη σ’ ένα μέρος όπου βγάζουν φωτογραφίες για διαβατήρια. 
Είπε : «Η μαμά δε μπορεί να ταξιδέψει μαζί μου, αυτό το καλοκαίρι. Θα ’ρθεις εσύ μαζί μου εφέτος αντί για τη μητέρα».  
Αν δε με πιστεύετε,  διαβάστε το ημερολόγιό μου,  τι έγραφα όταν ήμαστε στο Παρίσι: «Ξύπνησε την αυγή, ήπιε τον καφέ της,  ντύθηκε κι έκανε έναν μικρό περίπατο...» 
Εκείνη... Εγώ !... Από το ξενοδοχείο «Πλάζα» ως την «Ετουάλ», σαν κυνηγημένη από ένα κοπάδι λύκους της Σιβηρίας!
(Αφήνει πάλι το κουρασμένο γελάκι της)
Ίσια μπροστά, χωρίς σταματημό, μέσα από τ’ αυτοκίνητα, αψηφώντας τα σήματα της τροχαίας... «Πού θαρρούσε ότι πήγαινε;  Πάλι εκεί,  στις Αγριοβαλανιδιές;»... Όλα ήτανε παγωμένα και θαμπά, εξόν απ’ το καυτερό αχόρταγο στόμα του! 



Η Κάθρην συνεχίζει τη διήγησή της 



Ο Σεμπάστιαν έμοιαζε νάχει παραλύσει εκεί στην πόρτα... κι εγώ του είπα: «Πάμε να φύγουμε».  
Θυμήθηκα πως ο δρόμος ήταν πολύ φαρδύς κι ανηφορικός και είπα: «Σεμπάστιαν,  εκεί κάτω είναι η προκυμαία, θα βρούμε κανένα ταξί...
Ή ας γυρίσουμε πίσω... και ας πούμε στα γκαρσόνια να μας φωνάξουν ένα ταξί!... Ναι,  αυτό είναι το καλύτερο... Πάμε,  πάμε!...» 
«Τρελάθηκες, μου είπε, τρελάθηκες;  Να γυρίσουμε σ’  αυτό το βρωμερό μαγαζί; Ποτέ!  Αυτά τα αλητόπαιδα μ’  έβριζαν με απαίσια λόγια στα γκαρσόνια»...
«Τότε, του είπα, πάμε κατά την αποβάθρα κάτω απ’ το λόφο, μην ανέβουμε το λόφο μ’   αυτή την τρομερή ζέστη».  
Κι ο Σεμπάστιαν μου φώναξε: «Πάψε σε παρακαλώ, άσε να κάνω εγώ αυτό που νομίζω». 
Κι άρχισε ν’ ανεβαίνει τον ανηφορικό δρόμο, με τόνα χέρι χωμένο στο σακάκι του, εκεί που ήξερα πως τον πονούσε το στήθος του από τους χτύπους της καρδιάς του... Περπατούσε γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα, αλαφιασμένος, μα όσο πιο γρήγορα περπατούσε εκείνος, τόσο πιο πολύ δυνάμωνε και ζύγωνε η μουσική. 
Το  «ούμπα –  ούμπα»  των παιδιών... που τον είχαν πάρει από πίσω...
Δεν ξέρω πώς κατάφεραν να βγουν απ’  το συρματόπλεγμα και τον ακολουθούσαν,  τον ακολουθούσαν στον κάτασπρο,  φλογισμένο δρόμο…  
Ο Σεμπάστιαν άρχισε να τρέχει και τα γυμνά παιδιά έβαλαν μεμιάς έν’  άγριο ουρλιαχτό και φάνηκαν σαν να πετάνε στον αέρα... τον πρόφτασαν αμέσως...
Φώναξα!... Άκουσα τον Σεμπάστιαν να φωνάζει κι αυτός... μόνο μια φορά... προτού όλα κείνα τα μαύρα,  μαδημένα πουλιά τον φτάσουν στα μισά του δρόμου για το λόφο...
Εγώ έτρεξα κατά κάτω!  Στον άσπρο,  φλογερό δρόμο φωνάζοντας αδιάκοπα «βοήθεια!»  ώσπου τα γκαρσόνια,  οι αστυφύλακες κι ένα σωρό άλλοι... πεταχτήκαν έξω και χίμηξαν κατά το λόφο μαζί μου...
Άμα φτάσαμε εκεί πάνω, ο Σεμπάστιαν είχε χαθεί μέσα στο κοπάδι των μαύρων, μαδημένων
πουλιών, είχε...
Κοίτονταν γυμνός, όπως εκείνα, κάτω από έναν άσπρο τοίχο, και... αυτό δε θα το πιστέψετε, κανένας δεν το πίστεψε, κανένας στον κόσμο δε θα μπορούσε να το πιστέψει,  και δε θάχει άδικο... τα παιδιά είχαν καταβροχθίσει τα κομμάτια απ’ το κορμί του!... Είχαν ξεσκίσει κομμάτια απ’ τον Σεμπάστιαν με τα χέρια τους,  με μαχαίρια ή με κείνες τις τενεκεδένιες κονσέρβες που τις είχαν για τύμπανα... έκοψαν κομμάτια απ’ τον Σεμπάστιαν και τάχωσαν στα μαύρα,  άδεια,  μανιασμένα στόματά τους... 
Δεν ακουγόταν τίποτα πια, ψυχή δεν ήταν ολόγυρα... μόνο ο Σεμπάστιαν... ό,τι είχε μείνει
από κείνον…  κι έμοιαζε σαν ασπροτυλιγμένο μπουκέτο από κόκκινα τριαντάφυλλα, που το ξέσκισαν, το πέταξαν, το τσαλαπάτησαν... κάτω απ’ τον άσπρο φλογισμένο τοίχο...