Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ



κοίτα τ' αποτυπώματά μας
βήματα που πήγαν και γύρισαν 
που είδαν και ξέχασαν
που είπαν και σώπασαν

πιο κει οι σκιές μας μισοφωτισμένες
μυστήριες έτσι μισές που είναι
να υποθέτεις αν αυτή είναι η δική σου
να υποθέτω αν αυτή είναι η δική μου

λίγο πιο κάτω, εμείς
να ξαναλέμε τα ίδια λόγια 
να σπάμε το χρόνο σε μικρά κομμάτια
να τα πετάμε στο δάπεδο 
κι αυτά να σπάνε σε ακόμα μικρότερα
με θόρυβο

λαβύρινθος μοιάζει το εκεί
το εκεί, που βρίσκεται το εμείς 

Silena 28/9/2012

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Esbjörn Svensson Trio

μια jazz πανδαισία έχω για σας καλοί μου φίλοι, μουσική μαγική, μουσικοί εξαιρετικοί
μαζί με το περίπου μιας ώρας διάρκεια μουσικό αυτό ταξίδι θα σας ευχηθώ να είστε δυνατοί
και όσο μπορείτε αισιόδοξοι, είναι δύσκολο μα όχι αδύνατο!

Ο ΘΥΜΟΣ Ή Ο ΥΠΝΟΣ



Ονειρεύτηκε πως ήταν γοργόνα. 

Με χάρη και με μια μόνο κίνηση της ουράς της, μπορούσε να φτάσει ως το απέναντι νησί. Τα μαλλιά μακριά κι ατίθασα έφταναν μέχρι τη μέση της. Δε φοβόταν τους θυμούς του Ποσειδώνα ίσα ίσα τους αγαπούσε όπως αγαπούσε καθετί νερένιο. Ήταν στη φύση της. 

Και μέσα στ' όνειρό της αποκοιμήθηκε. 

Την ξέβρασε λέει το κύμα σε μιαν ακτή. Άγνωστη. Μα πώς να βαδίσει δίχως πόδια. Βγήκε ο ήλιος. Περίλαμπρος και τρομακτικά δυνατός. Τα λέπια της ουράς έτσι όπως τα χτυπούσαν οι αχτίδες του ήλιου άρχισαν να μαραίνονται και να πέφτουν. Φύλλα φθινοπωρινά. Γέμισε η ακτή λέπια. Εκείνη, άφωνη κοιτούσε πότε τα λέπια, πότε την ουρά. Και τότε, σε ένα στιγμιαίο βλέμμα της, η ουρά έγινε πόδια. Δυο πόδια αδύναμα κι άμαθα. Δυο πόδια διάφανα σχεδόν. Δεν είχε ξαναδεί πόδια. Δε γνώριζε πώς... λειτουργούν! Τα έπιασε με τα χέρια της και τα μετακίνησε το ένα πιο κοντά στο άλλο. Έπειτα, πάντα με τη βοήθεια των χεριών, έπιασε το δεξί πόδι κάτω από το γόνατο και το λύγισε. Το ίδιο έκανε και με το άλλο. Έτσι ακριβώς όπως ήταν έπεσε στο πλάι. Με τα λυγισμένα γόνατα να στηρίζουν το σώμα έκανε προσπάθεια να σηκωθεί. Και τα κατάφερε. Ήταν γονατιστή. Πάνω στην άμμο τη γεμάτη λέπια τη γεμάτη φως. Πάνω στην άμμο μιας άγνωστης ακτής που την ξέβρασε ο θυμός ή ο ύπνος. Στη δεύτερη προσπάθεια γύρισε τα πέλματα, σαν να γνώριζε το μηχανισμό, ώστε τα δάχτυλα των ποδιών να γίνουν μοχλός που θα σηκώσουν το σώμα της. Και πάλι τα κατάφερε. Ήταν όρθια για πρώτη φορά, σε μιαν άγνωστη ακτή και είχε... πόδια. 

Και μέσα του ονείρου της τ' όνειρο ονειρεύτηκε ξανά. 

Να βαδίζει, αργά δισταχτικά στην αρχή. Πιο σίγουρη μετά από λίγο, με βήματα απαλά και σταθερά. Πόσο της άρεσαν τ' αποτυπώματα που άφηνε ξοπίσω της. Πόσο της άρεσε που με πόδια περπατούσε, με πόδια γυμνά ανακάλυπτε. Κι ας ήταν νερένια η φύση της. Πόσο της άρεσαν τα καινούργια της γυμνά πόδια που την πήγαιναν εκεί που η ζωή ή τ' όνειρο την οδήγησε. Στην ακτή που την ξέβρασε ο θυμός ή ο ύπνος.

©Silena
28/9/2012

LUZ DE LUNA



Καλό Σαββατοκύριακο!! και καλή φεγγαράδα

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

FERNANDO PESSOA


Αμέτρητοι μέσα μας κατοικούν.
Αν σκεφτώ ή αισθανθώ κάτι, αγνοώ
Ποιος είναι αυτός που σκέφτεται ή αισθάνεται.
Είμαι ο τόπος μόνο
όπου σκέφτηκε ή αισθάνθηκε.

Ψυχές περισσότερες από μία έχω.
Περισσότερα εγώ απ' το εγώ το δικό μου.
Υπάρχω εν τούτοις,
Αδιάφορος για όλους.
Τους κάνω να σιωπούν: εγώ μιλάω.

Διασταυρούμενες οι παρορμήσεις
Αυτού που νιώθω ή δε νιώθω
Για το ποιος είμαι ερίζουν.
Τις αγνοώ. Τίποτα δεν υπαγορεύουν
Στο εγώ που γνωρίζω: εγώ γράφω.

13-11-1935
Ποιήματα του ετερώνυμου Ρικάρντο Ρέϊς


Από το βιβλίο:

Fernando Pessoa
Ποιήματα
Εισαγωγή - Μετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης
Επιμέλεια: Παυλίνα Παμπούδη
Εκδόσεις PRINTA | Ποίηση για πάντα
Γ' έκδοση

Diana Vishneva




29 Σεπτεμβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
Περισσότερες πληροφορίες: εδώ

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΛΕΞΗ



Ένα νήμα λευκό
απ' όπου κρέμεται μια λέξη
την αρπάζεις και την σφίγγεις γερά
πάνω ακριβώς στο στήθος σου
κι αυτή
ζωντανεύει
χτυπάει στους δικούς σου παλμούς
δακρύζει όταν κι εσύ
χαμογελάει όταν κι εσύ
αναστατώνεται όταν κι εσύ
Ένα νήμα λευκό
μια λέξη μετέωρη
περιμένει
σιωπηλή

εύγλωττη, σαν της χαρίσεις την καρδιά σου

Silena 26/9/2012

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ



Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ


εξόριστος
απ' όλους τους περιφραγμένους κήπους
φυτεύει νυχτολούλουδα σε άγριο χώμα
και τα ραντίζει με σταγόνες φως

στον ίσκιο εκείνα ενός μαντρότοιχου
κρύβουν προσεχτικά τους σπόρους τους
κι ανέμελα στον άνεμο τους παραδίδουν
μεταναστεύουν το φθινόπωρο στο αόρατο
και απροσδόκητα ξαναφουντώνουν μεγαλύτερα
το τελικό σίγμα της άνοιξης
όταν προφέρει ο χρόνος

με σκόρπιες πινελιές
στα φύλλα τους χορεύει το αύριο
κίτρινα χρώματα φούξια και μωβ
το σούρουπο φεγγοβολούν στο κούτελο

εξόριστος
απ' όλους τους περιφραγμένους κήπους
ο πρεσβευτής του εγγύτατα απρόσιτου
στη γη προσφέρει όνειρο
τον ουρανό

ΠΟΛΥΧΡΩΜΑ ΠΟΔΙΑ, ΓΥΜΝΑ




Περπατούσε πολλές ώρες μέσα σ' έναν κόκκινο αέρα που χρωμάτιζε τα πάντα. Δε θα σταματούσε μέχρι να φτάσει, έτσι είχε συμφωνήσει με τον εαυτό της. Όσο κι αν πονούσαν τα πόδια της, όσο κι αν σε κάθε πόρο του κορμιού της είχε εισχωρήσει η κόκκινη σκόνη, όσο κι αν στιγμές στιγμές απελπίζονταν πως αυτός ο δρόμος δεν θα είχε τέλος, συνέχιζε. Κι αυτή η ερημιά. Ούτε ένας άνθρωπος δεν περνούσε από κει κι ας ήταν κοντά μεσημέρι. Ο κόκκινος αέρας εξάτμιζε φθονερά τον ιδρώτα από το μέτωπό της και έκανε το δέρμα της άγριο και ξερό. 

Κάποια στιγμή, εκεί στην απόλυτη ερημιά, στον άδειο σκονισμένο δρόμο είδε έναν σκοτεινό όγκο. Δεν μπορούσε να διακρίνει τι είναι. Πλησίασε δισταχτικά. Ήταν ένας γέρος τυλιγμένος σε ένα μαύρο πανωφόρι γεμάτο τρύπες. Τα γυμνά του πόδια δεν διακρίνονταν από τη βρωμιά και τις κακουχίες. Ήταν γεμάτα πληγές. Κάτι της έλεγε. Με φωνή βαριά. Ακατάληπτες λέξεις βγαίναν από το στόμα του. Το πρόσωπό του ήταν σαν ένα πελώριο ΓΙΑΤΙ, γιατί τόση δυστυχία, γιατί τόση αδικία, γιατί τόση σιωπή...  Αυτός ο άνθρωπος δε χρειαζόταν να κάνει ερωτήσεις. Τα μάτια του ρωτούσαν από μόνα τους. Τα χέρια του, της έκαναν εντύπωση. Πόσο λευκά και καθαρά ήταν. Μόνο τα χέρια του, "ίσως και η καρδιά του", ψιθύρισε αυθόρμητα εκείνη. Κάτι της έλεγε ξανά. Με την ίδια βαριά φωνή. Τον πλησίασε ακόμη περισσότερο. "Τα παπούτσια σου, θέλω τα παπούτσια σου". Αυτό της έλεγε, με επιμονή παράξενη. Κοίταξε τότε τα κατασκονισμένα της παπούτσια με απορία. Τι να τα ήθελε άραγε. Σίγουρα όχι για κείνον. 

Κάποια αόρατη δύναμη που ξεκινούσε από τα μάτια του κι έφθανε σε κείνη, την έκανε να σκύψει, να βγάλει τα παπούτσια της και να του τα δώσει. Ούτε της πέρασε από το μυαλό, πώς θα συνέχιζε το δρόμο της. Τα έβγαλε έτσι απλά και του τα 'δωσε, χωρίς ούτε μια ερώτηση. 

Με γυμνά πόδια, προχωράει.  Τα πόδια της έχουν πάρει διάφορες αποχρώσεις του κόκκινου. Σε άλλα σημεία, όπου η σκόνη έχει μαζευτεί πιο πολύ, είναι πιο κόκκινα, στα σημεία που προφυλάσσονταν από τα λουράκια το κόκκινο χρώμα είναι ξεθωριασμένο και χλωμό. 

Με πολύχρωμα γυμνά πόδια, περπατάει. Παρασέρνει μαζί της όνειρα κι άκαρπες λέξεις. Μιλάει μονάχη της για ν' ακούει κάτι. Με τα πόδια γυμνά και την ψυχή κοντά νιώθει. Ίσως ποτέ δε φτάσει, ίσως ποτέ δε βρει. 

Με γυμνά πόδια προχωράει. Αυτό έχει σημασία. Προχωράει...


©Silena
26/9/2012


Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

OCTAVIO PAZ, ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΙΕΙΝ



ΥΜΝΟΣ ΕΝ ΜΕΣΩ ΕΡΕΙΠΙΩΝ

    όπου αφρισμένη η θάλασσα η σικελική…
               Γόνγορα
Αυτοστεφανωμένη η μέρα απλώνει τα φτερά της.
Κραυγή κίτρινη μεγάλη βγαίνει,
πίδακας θερμός
στο κέντρο κάποιου
αμερόληπτου και τα μάλα ευεργετικού ουρανού!
Τα φαινόμενα είναι όλα τους ωραία σε τούτηνε
      τη στιγμιαία αλήθεια.
Η θάλασσα καβαλάει την ακτή,
γαντζώνεται στα βράχια, αράχνη απαστράπτουσα:
η πελιδνή του βουνού πληγή φεγγοβολάει·
μια χούφτα γίδια είν’ ένα κοπάδι πέτρες·
ο ήλιος κάνει το χρυσό του αβγό και χύνεται
      καταπάνω στη θάλασσα.
Θεός το παν!
Άγαλμα σπασμένο,
κίονες φαγωμένοι από το φως
ερείπια ζώντα σ’ έναν κόσμο μέσα με ζωντανούς νεκρούς!
Πέφτει η νύχτα στο Τετιουακάν.
ψηλά στην πυραμίδα φουμάρουν τα παιδιά μαριχουάνα,
κιθάρες παίζουνε βραχνές.
Ποιό χόρτο και ποιο αθάνατο νερό θα μας χαρίσει τη ζωή,
απ’ όπου θε να ξεθάψουμε τη λέξη,
την αναλογία που κυβερνάει τον ύμνο και τον λόγο,
τον χορό, στην πόλη, αλλά και στης ζυγαριάς τους δίσκους;
Ίδια βρισιά το μεξικάνικο ξεσπάει τραγούδι,
αστέρι πάγχρωμο που αχνοσβήνει,
πέτρα που μας σφαλίζει της επαφής τις θύρες.
Γνωρίζει η γη τη γη τη γηρασμένη.
Τα μάτια βλέπουνε, τα χέρια αγγίζουν.
Εδώ σου φτάνουν λίγα μόνο πράγματα – δεν θες πολλά:
φραγκοσυκιά, πλανήτης κοραλλιογενής ακάνθινος,
σύκα καλυπτοφόρα,
σταφύλια έχοντα γεύσιν αναστάσεως,
αχιβάδες, παρθενίες απροσπέλαστες,
αλάτι και τυρί, και κρασί και ηλιόψωμο.
Από τα ύψη της μαυρίλας της με θωρεί μια νησιώτισσα,
μητρόπολη κομψή και λυγερή και σβέλτη
      με το φως ντυμένη.
Πύργοι αλάτινοι κι αγνάντι τους πεύκα στην όχθη πράσινα
αναδύονται τ’ άσπρα πανιά απ’ όλες τις βαρκούλες.
Ναούς στη θάλασσα χτίζει το φως.
Νέα Υόρκη, Μόσχα, Λονδίνο.
Ο ίσκιος σκεπάζει τον κάμπο – κισσός το φάντασμά του,
πανίδα ριγηλή η ανατριχίλα του,
χνούδι πυκνό και μιά ασπαλάκων συμμορία.
Και κάθε τόσο τα δόντια κάποιου κροταλίζουνε ήλιου αναιμικού.
Γερμένος σε βουνά που χτες ακόμα είσαν πόλεις
      χασμουριέται τώρα ο Πολύφημος.
Κάτω, ανάμεσα στους λάκκους, σέρνεται το ανθρωπολόι.
(Δίποδα ζώα οικόσιτα: το κρέας τους, που
το βαραίνουν οι πρόσφατες θρησκευτικές απαγορεύσεις,
το προτιμούν έναντι παντός οι πλούσιες τάξεις.
Μέχρι και πριν λίγο τα θεωρούσε ο όχλος ζώα βδελυρά.)
Να βλέπεις, ν’ αγγίζεις σχήματα όμορφα του καθ’ ημέραν βίου.
Το φως βομβίζει, βέλη και φτερά.
Απάνω στο τραπεζομάντηλο ο κρασολεκές μυρίζει αίμα.
Όπως το κοράλλι τα κλαδιά του στο νερό,
απαράλλαχτα κι εγώ στη σφύζουσα από ζωντάνια ώρα
      απλώνω τις αισθήσεις μου,
και κίτρινη εναρμόνιση γεμίζει ώς επάνω η στιγμή,
ω μεσημβρία, ω άγανο γεμάτο με λεπτά,
ω της αιωνιότητας ποτήρι!
Οι σκέψεις μου διχάζονται, έρπουν, και συγχέονται, και
      ξαναρχίζουν,
μέχρι που ακινητούν στο τέλος, ποτάμια πια που δεν
      εκβάλλουνε ποτέ και πουθενά,
ίδιες δέλτα του αίματος, κάτω από έναν ήλιο δίχως βασίλεμα.
Να σταματήσουν άραγε όλ’ αυτά σε τούτο ’δώ το τσαλαβούτημα
      σε στάσιμα νερά;
Μέρα, μέρα στρογγυλή, γλαφυρό
πορτοκάλι πάμφωτο με τις εικοσιτέσσερείς του φέτες,
από την ίδια υποτεινόμενες όλες τους κίτρινη γλύκα!
Η ευφυΐα παίρνει επί τέλους σάρκα και οστά,
τα δύο εχθρικά συμφιλιώνονται ημίση,
και η συνείδηση-καθρέφτης τρέπεται πλέον σε υγρό
και γίνεται ξανά πηγή, σιντριβανίζει μύθους:
Άνθρωπος, δέντρο μεστό εικόνων, μες στις
λέξεις που είναι άνθη που είναι καρποί που είναι πράξεις.

Νάπολη, 1948


Ο ΠΟΤΑΜΟΣ

Η πολιτεία ξάγρυπνη τρέχει στο αίμα μου, κυκλοφορεί σα μέλισσα.
Και το αεροπλάνο που χαράσσει έναν λυγμό σαν σίγμα λατινικό κεφαλαίο, τα τραμ που γκρεμίζονται σε κάτι προκεχωρημένες γωνίες,
το δέντρο τούτο το κατάφορτο με ύβρεις, που το ταρακουνάνε στην πλατεία, όταν χτυπάει μεσάνυχτα,
οι θόρυβοι που σηκώνονται και εκρήγνυνται, αλλά κι εκείνοι οι άλλοι που γλιστρούν και ψιθυρίζουνε στ’ αφτί κάποιο ερεθιστικό μυστικό τους,
όλα τούτα ανοίγουν το σκότος, βάραθρα των άλφα και των όμικρων, σήραγγες φωνηέντων σιωπηλών,
στοές που διατρέχω με τα μάτια δεμένα, αποκοιμισμένη η αλφάβητος εκβάλλει στα φρέατα σαν άλλος ποταμός μελάνης,
και η πολιτεία πάει κι έρχεται, και το λίθινο κορμί της γίνεται κομμάτια και θρύψαλα, σαν φτάνει στους κροτάφους μου,
όλη τη νύχτα, το κάθε κομμάτι, ένα-ένα, άγαλμα το άγαλμα, πηγή την πηγή και πέτρα την πέτρα, όλη τη νύχτα,
τα κομμάτια της γυρεύουνε στο μέτωπό μου τό ’να τ’ άλλο, όλη τη νύχτα η πολιτεία, ενώ κοιμάται, μιλάει με το στόμα μου,
και είναι λόγος ακατάληπτος και λοίσθιος, ψέλλισμα νερών και πέτρα που πολεμάει, η ιστορία της είναι.
Να σταματήσει μια στιγμή, να σταματήσει το αίμα μου, να το κάνει να σταθεί, να σταθεί που πηγαινοέρχεται, που όλο πηγαινοέρχεται και τίποτα δεν λέει,
ενώ κάθεται πάνω μου, και πάνω μου καθισμένο σαν γιόγκι στον ίσκιο της συκιάς, σα Βούδας στου ποταμού την όχθη, ω, ναι, να σταματήσει μια στιγμή,
μία μόνο στιγμή να σταματήσει, και, καθισμένο στου χρόνου την όχθη, την εικόνα να μου σβήσει του ποταμού που, ενώ ομιλεί κοιμώμενος, δεν λέει τίποτα και όλο με σέρνει και με τραβάει
μαζί του,
καθισμένο στην όχθη να σταματήσει τη ροή του ποταμού, ν’ ανοίξει τη στιγμή, να διαπεράσει τις αίθουσές της τις έκθαμβες και να φτάσει στων υδάτων το κέντρο,
να πιεί στην πηγή την ακένωτη, να γίνει γαλάζιων συλλαβών καταρράχτης που γκρεμίζεται από πάνω από πέτρινα χείλη,
καθισμένο στην όχθη της νύχτας σα Βούδας που κάθεται στου ίδιου του εαυτού του την όχθη, το άνοιξε-κλείσε όντας της στιγμής,
η πυρκαγιά και ο όλεθρος και η γέννηση της στιγμής και η ανάσα της νύχτας που φτεροκοπάει τεράστια, καθώς χιμάει προς την όχθη του χρόνου,
να πει ό,τι λέει και ο ποταμός, λόγος μέγας γόνιμος πανόμοιος με χείλη, λόγος μέγας γόνιμος που ουδέποτε κενούται,
να πει ό,τι λέει και ο χρόνος με φράσεις λίθινες σκληρές, με νεύματα αχανή θαλάσσης που κόσμους υπερκατακλύζει πάντοτε, κόσμους και κόσμους.
Πάντα στα μισά του ποιήματος κατακυριεύομαι από απελπισία μεγάλη, τα πάντα μ’ εγκαταλείπουνε μόνον μου,
κανείς δεν είναι στο πλευρό μου, ούτε καν τα μάτια εκείνα που από πίσω απ’ την πλάτη μου βλέπουν εκείνα που γράφω,
και ούτε πίσω υπάρχει ούτε εμπρός, η γραφίδα εξεγείρεται, δεν υπάρχει αρχή και τέλος, ούτε καν ένας τοίχος τουλάχιστον για να πηδήξω,
σπιανάδα παντέρμη είναι το ποίημα, τα λεκτά δεν είναι λεκτά και τα μη λεκτά είναι άλεκτα,
πύργοι, δώματα ερειπωμένα, βαβυλωνίες, θάλασσα με αλάτι μαύρο, βασίλειο τυφλό,
όχι,
να σταματήσω, να σωπάσω, να κλείσω τα μάτια μέχρι να βγει ν’ αναπηδήσει από μέσ’ απ’ τα μάτια μου ένα στάχυ, ένα σιντριβάνι ήλιοι
και η αλφάβητος να κυματίσει διάπλατη κάτω απ’ τον άνεμο του ονείρου, και η παλίρροια να φουσκώσει, να γίνει κύμα, και το κύμα να σπάσει το φράγμα,
να περιμένω ίσαμε να σκεπαστεί με αστέρια το χαρτί και δάσος να γίνει το ποίημα από λέξεις που ’ναι αναρριχητικές περιπλοκάδες,
όχι,
τίποτα να πω δεν έχω εγώ, κανείς δεν έχει να πει τίποτα, κανείς και τίποτα εκτός από το αίμα,
τίποτ’ άλλο εκτός απ’ αυτό το πηγαινέλα του αίματος, απ’ αυτή τη γραφή για ό,τι γραμμένο και από την επανάληψη της ίδιας λέξης στα μισά του ποιήματος,
συλλαβές του χρόνου, γράμματα σπασμένα, σταξιές μελάνης, αίμα που πάει κι έρχεται και δεν λέει τίποτα, και όλο με σέρνει και με τραβάει μαζί του.
Και λέω το πρόσωπό μου σκυμμένο πάνω απ’ το χαρτί, και κάποιος από πλάι μου γράφει, ενώ το αίμα έρχεται συνέχεια και πάει,
και η πόλη πάει κι έρχεται συνέχεια και συνέχεια μέσ’ απ’ το αίμα του, και θέλει κάτι να πει, ο χρόνος θέλει κάτι να πει, η νύχτα θέλει να πει, να μιλήσει,
όλη νύχτα ο άντρας θέλει να πει μία και μόνο μία λέξη, να πει επί τέλους τον λόγο του, που ’χει με πέτρες φτιαχτεί από κατεδάφιση,
και ακονίζω το αφτί, ν’ ακούσω θέλω ο άντρας τί λέει, να επαναλάβω τί λέει η πόλη, τί λέει η πόλη και μένει μετέωρη,
κι όλη τη νύχτα εντελώς στα τυφλά οι σπασμένες ψάχνονται πέτρες στο μέτωπό μου επάνω, όλη τη νύχτα το νερό παλεύει την πέτρα,
οι λέξεις τη νύχτα, η νύχτα τη νύχτα, και τίποτα πια δεν φωτίζει τη θαμπή ετούτη εδώ τη μάχη,
η ταραχή των όπλων δεν πετάει αστραπές στην πέτρα, ούτε καν σπίθα στη νύχτα, και εκεχειρία δεν γίνεται,
είναι μάχη μεταξύ αθανάτων θανάσιμη,
όχι,
να γυρίσουν πίσω, ν’ ανακόψουν το ποτάμι του αίματος, τον ποταμό της μελάνης,
να σταματήσουν τη ροή και τη νύχτα, να τις γυρίσουν και τις δύο τους πίσω, να εκθέσουν τα σπλάχνα τους,
να δείξει το νερό την καρδιά του που ’ναι ένα σμάρι πνιγμένοι καθρέφτες, δέντρο κρυστάλλινο που το ξεριζώνει ο άνεμος
(και κάθε φύλλο του πετάει και μαρμαίρει και χάνεται μέσα σ’ ένα βάναυσο φως, όπου οι λέξεις χάνονται μονίμως μέσα στου ποιητή την εικόνα),
να κλείσει ο χρόνος και να γίνει ουλή αθέατη η πληγή του, κομψή γραμμή ανεπαίσθητη στο δέρμα του κόσμου,
ν’ αποθέσουν οι λέξεις το όπλα και να γίνει το ποίημα μιά λέξη μοναδική με ύφανση πυκνότατη,
και να γίνει η ψυχή χωράφι μετά από το καψάλισμα, στήθος φεγγαρίσιο κάποιας απολιθωμένης θάλασσας, όπου δεν καθρεφτίζεται πλέον τίποτα
εκτός από μιαν έκταση εκτεταμένη, το διάστημα απλωμένο επάνω στον εαυτό του, τα απέραντα φτερά φαρδια-πλατιά ξεδιπλωμένα,
και να γίνουν τα πάντα σα φλόγα που σμιλεύεται και ψύχεται στο βράχο με τα διάφεγγα σπλάχνα,
λάμψη σκληρή που έγινε κιόλας κρύσταλλο και διαύγεια ειρηνική, διαύγεια γαλήνια.
Και ο ποταμός ανεβαίνει ξανά τη ροή του, διπλώνει ξανά τα πανιά του, μαζεύει ξανά τις εικόνες του και ύστερα ξανακλείνεται στον εαυτό του.

Γενεύη 1953

ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΦΡΑΣΗΣ

Δεν βρίσκομαι στου κόσμου την κορφή.
                Η στιγμή
δεν είναι ο στύλος του στυλίτη,
            δεν ανεβαίνει
από τις φτέρνες μου ο χρόνος,
            δεν ξεσπάει
μέσα στο κρανίο μου μ’ έκρηξη μαύρη σιωπηλή,
έκλαμψη ταυτόσημη με τύφλωση.
Βρίσκομαι σε κάποιον έκτον όροφο,
              βρίσκομαι
σ’ ένα κλουβί που κρέμεται στον χρόνο.
Έκτος όροφος:
      φυρονεριά και σφυροκόπημα,
μετάλλων πάλη,
      γυαλιά σπασμένα που γκρεμίζονται,
μηχανές με μανία ήδη ανθρώπινη.
             Η νύχτα
είναι οχλαγωγία αυτοκαταστρεφόμενη,
               στόμα που,
όταν τ’ αγκαλιάζουμε, γίνεται χίλια κομμάτια.
                  Τυφλή
ξανακολλάει στα ψαχτά τα θρύψαλά της,
                 μαζεύει
τα σπασμένα της ονόματα, τα διασκορπίζει πάλι.
Με τ’ ακροδάχτυλα κομμένα
ζητά τυφλά, ψηλαφητά να βρει τα όνειρα, την πόλη.
Δεν βρίσκομαι στο σταυροδρόμι:
             διαλέγω
θα πει λαθεύω.
      Βρίσκομαι
στη μέση αυτής της φράσης.
           Και πού με πηγαίνει;
Αντίλαλοι από πτώση σε πτώση,
             έργα και ημέρες,
της γέννησής μου ο καταρράχτης:
             ημερολόγιο
που ξεφορτώνεται τις μέρες του
ρίχνοντάς τες
     στις κοιλότητες της μνήμης μου.
Είμαι ο σάκκος των ίδιων μου των ίσκιων.
                 Κατηφορίζει
για της μάνας μου τα στερεμένα στήθη.
Λόφοι όλο ζάρες,
       λάβες παλαβές,
κάμποι ευκαμπείς,
       βορά όλα τους του ασβέστη.
Δύο εργάτες ανοίγουν το λάκκο.
             Τσακισμένο
στόμα τούβλινο και τσιμεντένιο.
             Ιδού
και το ρημαγμένο φέρετρο:
           ανάμεσα από τις σπασμένες τάβλες
το ανοιχτόγκριζο καπέλο,
          των υποδημάτων το ζεύγος,
το μαύρο κουστούμι του δικηγόρου.
              Οστά, κουμπιά, κουρέλια:
βουνάκι σκόνης ξαφνικιάς
           μπροστά στα πόδια του φωτός.
Φως ψυχρό αμεταχείριστο,
              σχεδόν κοιμώμενο,
φως της ροδαυγής
       που μόλις εροβόλησε τη ράχη,
των τεθνεώτων βοσκοπούλα.
           Ό,τι είταν ο πατέρας μου
χωράει σε τούτη τη λινάτσα,
           που την απλώνει ένας εργάτης
και η μάνα μου σταυροκοπιέται.
             Πριν τελέψει
το όραμα, αφανίζεται:
         είμαι στη μέση,
κρεμασμένος σ’ ένα κλουβί,
           σε μιάν εικόνα κρεμασμένος.
Η αρχή απομακρύνεται,
         το τέλος σβήνει μαρμαίροντας.
Δεν υπάρχει τέλος ούτε αρχή:
            βρίσκομαι στην παύση,
δεν τελειώνω ούτε αρχίζω,
          ό,τι λέω
ούτε πόδια έχει ούτε κεφαλή.
           Στριφογυρίζω μες στον εαυτό μου
και ολοένα σκοντάφτω
         στα ίδια ονόματα,
στα ίδια πρόσωπα,
       κι εμένανε τον ίδιο ποτέ δεν συναντάω.
Η ιστορία μου δεν είναι δική μου:
             συλλαβή ετούτης της σπασμένης φράσης
που μες στο κυκλοειδές της παραλήρημα
                επαναλαμβάνει, ξαναλέει την πόλη.
Πόλη, πόλη μου,
      στύλε που σε λοιδόρησαν,
λίθε που σε ατίμασαν,
         όνομα που σ’ έφτυσαν,
η ιστορία Σου είναι η Ιστορία:
             ειμαρμένη
μασκαρεμένη σε ελευθερία,
           άστρο
πλανώμενο και δίχως την τροχιά του,
               παιχνίδι
που το παίζουμε όλοι αγνοώντας τους κανονισμούς του,
παιχνίδι όπου κανένας δεν κερδίζει,
              παιχνίδι χωρίς κανονισμούς,
καπρίτσιο ενός θεού στοχαστικού,
              ενός ανθρώπου
που ’γινε τραυλός θεός.
         Οι χρησμοί μας
είναι οι λόγοι του αφασικού,
           οι προφήτες μας
είναι μάντεις διοπτροφόροι.
           Ιστορία:
πηγαινέλα δίχως τέλος και δίχως αρχή.
Κανείς δεν έχει πάει εκεί,
          κανείς
δεν ήπιε απ’ την πηγή,
         κανείς
δεν άνοιξε τα πέτρινα ματόκλαδα του χρόνου,
                  κανείς
δεν άκουσε τον πρώτο λόγο,
           κανένας δεν θ’ ακούσει και τον έσχατο,
το στόμα που τον λέει μονολογεί,
             κανένας
δεν κατέβηκε στον λάκκο των συμπάντων,
                 κανένας
δεν εγύρισε απ’ τον κοπρότοπο των ήλιων.
                 Ιστορία:
σκουπιδότοπος και ουράνιο τόξο.
             Κλίμακα
για τα δώματα τα υψηρεφή:
           νότες επτά
διαλυμένες μέσα στην αιθρία.
            Λόγοι άνευ ίσκιου.
Δεν τους ακούμε, τους αρνούμαστε,
              είπαμε πως δεν υπήρξαν:
διαλέγουμε τον θόρυβο.
         Έκτος όροφος:
βρίσκομαι στη μέση αυτής της φράσης:
                και
πού με πηγαίνει;
      Γλώσσα κρεουργημένη.
Ποιητής: κηπουρός επιταφίων.


ΚΑΛΗΜΕΡΑ



το άκουγα στο ραδιόφωνο οδηγώντας και είπα μ' αυτό να σας πω καλημέρα!!

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

PEDRO JUAN GUTIERREZ



Όπως λέει και η μεταφράστρια του βιβλίου, Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη που υπογράφει και το ενημερωτικό επίμετρο: Ο Γκουτιέρες είναι ένας από εκείνους τους συγγραφείς που είτε αγαπάει είτε μισεί κανείς. Εγώ τον αγαπώ. Για το χιούμορ του, για τον τρόπο γραφής του, για το γεγονός ότι πολλές φορές δε μοιάζει μοναχά να κλείνει το μάτι στον αναγνώστη, αλλά και να του βγάζει τη γλώσσα.




Απόσπασμα από το επίμετρο της μεταφράστριας

Η φόρμα των διηγημάτων της Μελαγχολίας των λιονταριών ακροβατεί ανάμεσα στο λογοτεχνικό είδος του διηγήματος και του μικροδιηγήματος, κλίνοντας προς το δεύτερο. Οι όροι «μικροδιήγημα», «υπερμικρό» ή «υπερσύντομο διήγημα», «μικροϊστορία» ή ακόμα «διήγημα μπονζάι» αποτυπώνουν στη γλώσσα μας ένα είδος με μακρά αγγλοσαξονική και ισπανόφωνη λογοτεχνική παράδοση, που εκφράζεται ενδεικτικά με τους όρους short short stories, minute stories, sudden fiction, flash fiction και relatos breves, microrrelatos, minificción, αντίστοιχα. Το μικρό μέγεθος –το οποίο μπορεί να ποικίλλει από ελάχιστες έως πεντακόσιες λέξεις, ενώ κατ’ άλλους δεν πρέπει να ξεπερνά τη μία ή μιάμιση σελίδα, αν και οι ειδικοί δυσκολεύονται να το ορίσουν με ακρίβεια– είναι αυτό που χαρακτηρίζει το είδος, χωρίς όμως να πρόκειται για σύντμηση. Τα μικροδιηγήματα αποτελούν αυτόνομες δημιουργίες με κριτήριο «όχι την εισαγωγή λιγότερων λέξεων, αλλά τη μη εισαγωγή περιττών λέξεων» [David Lagmanovich, «El microrrelato»,Menoscuarto, 2006, σ. 41.]. Άλλα γνωρίσματα των μικροδιηγημάτων είναι η ακρίβεια και η οικονομία στην επιλογή των λέξεων, το χιούμορ και η ειρωνεία, οι διακειμενικές αναφορές και οι ανατροπές, που συχνά εμφανίζονται στην τελευταία φράση. Η συντομία της φόρμας και η αλληγορία που συχνά κρύβεται πίσω από τις λέξεις απαιτούν τη συγκέντρωση του αναγνώστη, καθώς και μια διαφορετική ανάγνωση (ή και περισσότερες!), με προσοχή στη λεπτομέρεια της γραφής. Όπως λέει ο Φερνάντο Ιγουασάκι από το Περού: «[…] το μυθιστόρημα μπορεί να είναι με το αιματάκι του, αλλά το διήγημα πρέπει να είναι καλοψημένο. Το μυθιστόρημα πάντα παχαίνει, αλλά το διήγημα έχει ακριβώς τις θερμίδες που χρειάζονται. Το μυθιστόρημα, αφού το ανοίξεις, διατηρείται μια χαρά στο ψυγείο, το διήγημα όμως πρέπει να καταναλωθεί αμέσως. Το μυθιστόρημα έχει συντηρητικά, το διήγημα είναι πλούσιο σε φυτικές ίνες. Το μυθιστόρημα δεν παθαίνει τίποτα αν το ξαναζεστάνεις, αντίθετα το διήγημα –παραφράζοντας την ταινία– "Το τηγανίζεις μονάχα μια φορά". Το μυθιστόρημα είναι βαρύ φαγητό που φέρνει καούρες, το διήγημα κρύο πιάτο ζαρζαβατικής πολυπραγμοσύνης. Το μυθιστόρημα σε χορταίνει, το διήγημα σου ανοίγει την όρεξη». 

[Η μετάφραση του κειμένου στα εισαγωγικά από το ιστολόγιο για το μικρό διήγημα, περιοδικό Πλανόδιον, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, 
σύνδεσμος εδώ
Επισκεφθείτε το site του συγγραφέα: εδώ

Πηγή: εδώ




Μικροδιήγημα από το βιβλίo, τίτλος του διηγήματος: 
ΣΠΕΙΡΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
"Μια γυναικεία φωνή επιστρατεύει όλη της την σαγήνη για να με ρωτήσει: «Πέδρο Χουάν εσύ;». «Ναι εγώ είμαι». «Ω Πέδρο Χουάν, θα ήθελα να πυροδοτήσω μια βόμβα!»
 Από εκείνη την στιγμή το ρολόι προσπαθεί να κάνει μερικά βηματάκια προς την αντίθετη φορά από την συνηθισμένη. Αλλά όχι. Είναι πια αργά και το πράγμα μένει σε κάποιον καφέ και συζητήσεις περί αναμνήσεων, που θυμίζουν υπερβολικά παππούδες που λιάζονται. Γεγονός που μπορεί να προκαλέσει κατάθλιψη, ειδικά όταν κάποιος επιμένει να μη θέλει να κατέβει από την σπείρα και, επί τη ευκαιρία, θέλει να σκαρφαλώσει ακόμα ψηλότερα στη διαλεκτική.
Έπειτα όταν όλα έχουν περάσει, με διεγείρει να σκέφτομαι ότι υπάρχουν ακόμα ευκαιρίες. Εκείνη παραμένει ίδια. Μπορεί ακόμη να πυροδοτήσει την βόμβα. Αλλά εξακολουθεί να θέλει να το κάνει;"
 
Πληροφορίες για τον συγγραφέα: εδώ


ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ



Πώς τη σκέφτομαι την αγάπη; 
Λευκή, σιωπηλή, αθώα.

Tον κόσμο, γύρω μου;
Τον σκέφτομαι μακριά.

Μα για τη λέξη, τι να πω!
Κλωστή 
κι αρχή 
άξαφνo άγγιγμα παραμυθιού 
μαγεία τρυφερή του νου.

silena 24/9/2012

NICK CAVE

ΚΑΛΗΜΕΡΑ

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

KAHLIL GIBRAN - Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ

η συγκεκριμένη ανάρτηση είναι συνέχεια της προηγούμενης και τη χαρίζω στην κ.κ. που έγινε αφορμή να την δημιουργήσω. Το απόσπασμα "για τα Παιδιά" μεταφέρθηκε εδώ διότι θεώρησα άτοπο να το διαχωρίσω από το απόσπασμα "για το Γάμο".




ΓΙΑ ΤΟ ΓΑΜΟ - ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Μετά η Αλμήτρα μίλησε ξανά και είπε:
Και τι έχεις να πεις για το Γάμο, δάσκαλε;
Κι εκείνος αποκρίθηκε έτσι:
Γεννηθήκατε μαζί και θα είστε παντοτινά μαζί.
Θα είστε μαζί κι όταν τα άσπρα φτερά του θανάτου σκορπίσουν τις μέρες σας.
Ναι, θα είστε μαζί ακόμα και μέσα στη σιωπηλή ανάμνηση του Θεού.
Αφήστε όμως να υπάρχουν αποστάσεις στην ένωσή σας.
Κι αφήστε τους ανέμους του ουρανού να χορεύουν ανάμεσά σας.
Αγαπάτε ο ένας τον άλλο, αλλά μην κάνετε δεσμά από την αγάπη:
Αφήστε την αγάπη να είναι σαν μια κινούμενη θάλασσα ανάμεσα στις ακτές των ψυχών σας.
Γεμίστε τις κούπες ο ένας του άλλου, αλλά μην πίνετε από την ίδια κούπα.
Δίνετε ο ένας στον άλλο από το ψωμί σας αλλά μην τρώτε από το ίδιο κομμάτι.
Τραγουδάτε και χορεύετε μαζί και χαρείτε, αλλά ας μένει ο καθένας μόνος του,
καθώς οι χορδές του λαγούτου είναι μόνες, παρόλο που δονούνται με την ίδια μουσική.
Δώσετε τις καρδιές σας, όχι όμως στη φύλαξη ο ένας του άλλου.
Γιατί μόνο το χέρι της Ζωής μπορεί να κρατήσει τις καρδιές σας.
Να στέκεστε μαζί κι ωστόσο όχι πολύ κοντά μαζί, γιατί οι κολόνες του ναού στέκονται χώρια και η βελανιδιά και το κυπαρίσσι δεν φυτρώνουν το ένα στη σκιά του άλλου.
Και μια γυναίκα που κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της είπε:
Μίλησέ μας για τα Παιδιά.
Κι εκείνος είπε:
Τα παιδιά σας δεν είναι παιδιά σας.
Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της Ζωής για τη ζωή.
Έρχονται στη ζωή με τη βοήθειά σας, αλλά όχι από σας.
Και μόλο που είναι μαζί σας, δεν ανήκουν σε σας.
Μπορείτε να τους δώσετε την αγάπη σας, όχι όμως και τις ιδέες σας,
Γιατί αυτά έχουν τις δικές τους ιδέες.
Μπορείτε να στεγάσετε το σώμα τους, όχι όμως και την ψυχή τους.
Γιατί η ψυχή τους κατοικεί στο σπίτι του αύριο, που εσείς δεν μπορείτε να
επισκεφτείτε ούτε στα όνειρά σας.
Μπορείτε να προσπαθήσετε να τους μοιάσετε, αλλά μη γυρεύετε να κάνετε αυτά να σας μοιάσουν.
Γιατί η ζωή δεν πηγαίνει προς τα πίσω και δε σταματά στο χθες.
Εσείς είστε τα τόξα απ’ όπου τα παιδιά σας 
σα ζωντανά βέλη θα τιναχτούν μπροστά.
Ο τοξότης βλέπει το σημάδι πάνω στο μονοπάτι του απείρου, 
και σας λυγίζει με τη δύναμή του 
ώστε τα βέλη του να τιναχτούν γοργά και μακριά.
Το λύγισμά σας στο χέρι του τοξότη ας είναι για σας χαρά.
Γιατί όπως αυτός αγαπά τα βέλη που πετούν, 
έτσι αγαπά και τα τόξα που είναι σταθερά.
ήταν ένα απόσπασμα από το βιβλίο:
Ο Προφήτης
Ο Κήπος του Προφήτη
Kahlil Gibran
Μετάφραση: Ευάγγελος Γράψας, , σελ. 21-30
Εκδόσεις Μπουκουμάνη
Γ' ΕΚΔΟΣΗ

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

με αφορμή ένα ποίημα του ΑΣΗΜΑΚΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ


Το διάβασα στα παιδιά μου (6,5 και 8 ετών) φωναχτά το πρωί. Το μετάνιωσα σχεδόν αμέσως όταν με κοίταξαν με απορία. Την ελπίδα πρέπει να την καλλιεργούμε, σκέφτηκα.
Μα μόλις ο μικρός μου είπε: "ζούμε περήφανα και άξια κι ελεύθερα, έτσι δεν είναι μαμά;"απάντησα καταφατικά και κατάλαβα πως σωστά έκανα και τους το διάβασα.
Σ’ ΕΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙ
Ασημάκης Πανσέληνος
Στον Αλέξη

Παιδί μου, αυτές τις μέρες που γεννήθηκες,

κόλαση η ανθρωπότητα είναι κρύα,

λιωμένο ατσάλι βρέχει στον πλανήτη μας

κι οι άνθρωποι ντροπιάζουν τα θηρία.

Έτσι μπορεί μια μέρα κι ο πατέρας σου

πριν σε χαρεί και πριν τον αγαπήσεις,

μ’ έν’ αναμμένο βόλι μες στα στήθια του

να μη σου μείνει ουδέ στις αναμνήσεις.

Η ελευθερία κυβέρνησε τη μοίρα του,

αυτή που ζωογονεί και θανατώνει,

δεν έκανε κακό, μονάχα μίλησε,

που έχει μιλήσει λίγο μετανιώνει.

Ήταν στο βάθος άνθρωπος αδύνατος

και μέθαγε στο πιο εύκολο μεθύσι,

πολλά μπορούσε, τίποτα δεν έκανε

κι έζησε περιμένοντας να ζήσει.

Μα εσύ να ζήσεις άξια και περήφανα

να ζεις και για τη ζωή να μη σε νοιάζει,

μονάχα ό,τι πληρώνεται με θάνατο,

μονάχα αυτό σε ζει και σ’ ανεβάζει.
(1943)

με αφορμή το ουσιαστικό και καταπληκτικό για ακόμα μια φορά, σχόλιο της κ.κ., συμπληρώνω την ανάρτησή μου με τα παρακάτω. Ίσως να επαναλαμβάνομαι μα θα πω το ίδιο με τα ίδια λόγια: κ.κ. ένα μεγάλο ευχαριστώ



Η επόμενη ανάρτηση αποτελεί συνέχεια αυτής εδώ. 

Θεώρησα πιο σωστό να δημοσιεύσω το υπέροχο απόσπασμα που μου χάρισε η κ.κ. "Για τα παιδιά" σε μια αυτόνομη ανάρτηση, σε αυτή που ακολουθεί.

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑΤΑ



στα μυστικά
θα μου δώσεις τα χέρια σου
στα μυστικά
κι εγώ θα ξεκλειδώσω
εικόνες, φυλαχτά
και σαν την άμμο την ψιλή
ψηλά θα τα πετάξω
να ξορκίσω τους φόβους
να ξορκίσω τις στιγμές που τρέχεις
που κατεβαίνεις σκαλιά
και πέφτεις πάνω σε τζάμια
να γλιτώσεις
κι έπειτα κλαις ψιθυριστά

στα μυστικά
θα μου δώσεις τα μάτια σου
να δω
τα μυστικά
σου
κι εγώ
γι' αντάλλαγμα
θα σου δώσω
φτερά

Silena 21/9/2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ


Γιώργος Λίλλης
ποιήματα



Κατανόηση

Ειδοποιεί ο λαφυραγωγός ήλιος την πτώση του 
στραβώνει τους δείχτες και με καλύπτει
 
στους ίσκιους πίσω από την κουρτίνα. Δεν παραδίδομαι.
Αναζήτησε τα ίχνη μου, βρες τα κλειδωμένα
 
ντουλάπια και τα παλιά τετράδια.
 
Με περιμένει το παιδί που κάποτε υπήρξα
το παιδί που αφουγκράζεται
 
τη φυγόκεντρη δύναμη του σκόρου
 
όταν πριονίζει το ξύλινο αλογάκι του.
Εδώ η κατανόηση μπορεί και επιβεβαιώνει έναν αγώνα
μια προσπάθεια. Ώσπου να με περιφρουρήσουν
 
τα κύματα και οι Νύμφες των νερών.

Υπόσχεση

Ρωτάς: Έχεις νιώσει τη δύναμη του νερού ή μήπως είσαι 
η σκόνη που κάποτε επέλεξε ο θεός;
Κι εγώ απαντώ: Το αηδόνι υποσχέθηκε 
πως θα νικήσει τον αετό.
 
 

Συμπαθητική μελάνη

Πίσω από το γυαλί σκόρπιες χειρονομίες στα ξεχασμένα του ήλιου 
μονοπάτια.
                                                                
Η παλιά έχθρα και η αντοχή της, σαν μορφασμός, ζωγραφίζεται
   στο στρεβλό είδωλο. 
Οι γροθιές σφίγγουν όπως όταν συναθροίζεις αισθήματα
 
   στη μολυβένια μύτη.
Μίσος που υποτάσσεται στο άγγιγμα, στον ισημερινό των ενστίκτων.
   Η πλεκτάνη των καιρών αφαιρεί τη δύναμη και σε καθηλώνει
με δόσεις γαλήνιας περιστροφής.
 
   Γιατί και η σκέψη έχει ως εμπόδιο την εμπειρία, τα λόγια
παραμένουν λόγια.
 
   Αντανάκλαση επιθυμιών, ιδιαίτερος τρόπος να καλύπτεις
και να καλύπτεσαι.
 
   
     Το δαχτυλίδι που σου χάρισα έχει χαραγμένο 
πάνω του λατινικούς αριθμούς: μέσα στον κύκλο του
   νεκροί σταυροφόροι φυλάσσουν στο σφραγιστό τους στόμα 
τη συνωμοσία της σελήνης με τους σκόρπιους χάλκινους δείχτες
   τον χρόνο που δικαιώθηκε, τον χρόνο που συντελέστηκε.
Αποφθέγματα ή παροιμίες φήμης και αποστροφής συνάμα για τα
    
    εγκόσμια. 
Ριζώνεις στον γκρεμό και προφητεύεις θάλασσα τρίβοντας στα
     χέρια σου
ξερά φύλλα λεβάντας, μυστική παραβολή για όλα αυτά που δεν
    
     ήρθαν, δεμένα ή σφαλισμένα σε ντουλάπια.
Τα σκουριασμένα κανόνια σημαδεύουν το τίποτα. Ανολοκλήρωτο
    απύθμενο τίποτα
άδειασες κάποτε το υλικό σου και σήμερα ορίζεσαι από ένα μάτσο
 
     πεσμένα χτίσματα, χαραγμένα γράμματα πάνω στην πλάκα.
Άηχα φαράγγια, αβαθή μήκη, και οι μοβ μέδουσες
 
     αλεξίπτωτα στα μοβ σου χείλη.
Ακατέργαστο υλικό στο άβατο της καρδιάς.

Σκίτσο

Εδώ στο ακροτελεύτιο σύνορο, όπου τα σύννεφα
κρέμονται στον ουρανό σαν φτερά πουλιών.
Εδώ, όπου η μικρότητα προδίδεται από τη σκιά σου
που σταματά απότομα στην άκρη του γκρεμού.
Η φύση ορίζει το περίγραμμά σου 
κι ας μην είσαι σκίτσο κανενός θεού.



Πηγή: εδώ

Περισσότερα.... εδώ

EMILY DICKINSON

σε μετάφραση Βασίλη Αμανατίδη




















Το σιωπηρό ηφαίστειο φυλά
τ’ άγρυπνο σχέδιό του – άχνα
ποτέ δεν βγάζει στους αβέβαιους
...

για τα ροδαλά του σπλάχνα.

Αν δεν θα μαρτυρήσει η Φύση
ό,τι ο Γιαχβέ της έχει πει
πως δεν θα επιζήσει ο άνθρωπος
χωρίς ακροατή;

Απ’ τα θηλυκωμένα χείλη της
ας λάβει ο φλύαρος νουθεσία
το μόνο μυστικό που όλοι κρατούν
είν’ η Αθανασία.

 



(Poem 1748)

The reticent volcano keeps
His never-slumbering plan;
Confided are his projects pink
To no precarious man.

If Nature will not tell the tale
Jehovah told to her
Can human nature not survive
Without a listener?

Admonished by her buckled lips
Let every babbler be
The only secret people keep
Is Immortality.


Emily Dickinson

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Ρόδα Αειθαλή




ευχαριστώ πολύ την κ.κ. γι' αυτό το υπέροχο δώρο 

Η ομορφιά των γυναικών που άλλαξαν τη ζωή μας
βαθύτερα κι από εκατό επαναστάσεις
δεν χάνεται, δεν σβήνει με τα χρόνια
όσο κι αν φθείρονται οι φυσιογνωμίες
όσο κι αν αλλοιώνονται τα σώματα.
Μένει στις επιθυμίες που κάποτε προκάλεσαν 
στα λόγια που έφτασαν έστω αργά
στην εξερεύνηση δίχως ασφάλεια της σάρκας
στα δράματα που δεν έγιναν δημόσια
στα καθρεφτίσματα χωρισμών, στις ολικές ταυτίσεις.
Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή 
μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γι' αυτές
ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμά τους
ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές.


Η ΠΡΩΤΗ ΛΕΞΗ ΣΟΥ




η πρώτη σου λέξη 
έπεσε μπρος στα γυμνά μου πόδια
κι εγώ με σκέψη αφελή αναρωτήθηκα:
φύλλο φθινοπωρινό 
μέσα στο καλοκαίρι!!

ύστερα σώπασες
άφησες τη σκιά του δειλινού
να τα σκεπάσει όλα
λόγια, ταξίδια, φωνές


η πρώτη σου λέξη 
έπεσε μπρος στα γυμνά μου πόδια
φύλλο φθινοπωρινό 
μέσα στο καλοκαίρι!!

ύστερα σώπασα.


Silena 20/9/2012



Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ #70



Jazz notes, Jazz thoughts...

καλή σας ακρόαση!!!

Silena 
19/9/2012

ΚΑΠΟΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΣΑΝ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ



Κάποιες μέρες σαν και σήμερα,
η πίστη μου μ' εγκαταλείπει.
Σκυθρωπή περνάω μπροστά από βιτρίνες
και κοιτάζω τα μάτια μου.
Τίποτα δεν βρίσκω μέσα τους,
ούτε μια σταγόνα ελπίδας.
Kαι φοβάμαι.

Κάποιες μέρες σαν και σήμερα,
τ' όνειρο με ξεχνάει.
Η κούραση βαραίνει το σώμα μου
τα πόδια μου δεν με υπακούν.
Bασανίζονται, διεκδικούν μερίδιο απ' τη σκιά μου.
Οι περαστικοί με κοιτούν περίεργα έτσι όπως περπατάω
ξυπόλυτη με σπασμένες λέξεις στα χέρια.

Μάλλον με φοβούνται
ή με λυπούνται
ή σκοτώνουν τον πόνο τους
στη θέα του μεγαλύτερου
και τούτο τ' ονομάζουν παρηγοριά.

Κάποιες μέρες σαν και σήμερα,
περπατάω ξυπόλυτη
κοιτάζοντας το τίποτα
περιμένοντας επιστροφές που δεν θα έρθουν
και το γνωρίζω
και φοβάμαι.


© Silena 19/9/2012