Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Στον Πλανήτη της Μουσικής

 
(click the Blue Moon!)
 
 
αφιερωμένη στο δεύτερο ολόγιομο φεγγάρι του Αυγούστου
αυτή η εκπομπή
 
καλή σας ακρόαση
 
by Silena
 
 

SEVERAL CIRCLES

Several Circles (1926)
 
 
 
The ancient Greeks knew of nine spheres: the Sun and Moon; the planets we know as Mercury, Venus, Mars, Jupiter and Saturn; the “Starry Sphere” (the fixed stars in the sky); the Crystalline Sphere (the sphere which controlled the procession of the equinoxes). These were all assumed to move round the Earth, in a kind of stately and unvarying procession. Pythagoras’ research into sound led him to believe that the spheres, in common with all other objects which move, must vibrate, and that those vibrations must produce sound. As each sphere is a different size from the others, and moves in a different way, the sounds must all be different. However, as all Nature (to Pythagoreans) was a harmonious mathematical whole, the sounds emitted by the spheres must also be harmonious: a kind of glorious universal chord as they made their way through space. The idea of universal harmony and of the discordant chaos when something happens to upset it has persisted in myth and poetry ever since.

Source: here


Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

DAYDREAMER

Kαλοί κι αγαπημένοι μου συνταξιδευτές... πολύ με επηρεάζει η αναμενόμενη δεύτερη πανσέληνος. Φανταστείτε αύριο τι θα πάθω!!!

Προσπαθώ εδώ και πολλές μέρες να τελειώσω ένα πίνακα και κάθε τόσο τον χαλάω και πάλι απ' την αρχή,... σήμερα αποφάσισα τελικά ν' ακολουθήσω τη συμβουλή ενός φίλου ζωγράφου

"αν δεν θέλει ο πίνακας να τελειώσει τότε πρέπει να σταματήσεις και να ξαναπροσπαθήσεις άλλη στιγμή" έτσι μου είπε, κι έτσι έκανα λοιπόν.

Σκέφτηκα όμως να σας δείξω το δημιούργημά μου έστω και ημιτελές!

daydreamer by Silena

θα το συνόδευα με αυτή τη μουσική






BLUE MOON

Το δεύτερο ολόκληρο φεγγάρι του Αυγούστου είναι αύριο, σκέφτηκα λοιπόν να αναρτήσω κάποιες πληροφορίες γι' αυτό κι αύριο ένα μουσικό ταξίδι αφιερωμένο στην δεύτερη Πανσέληνο του Αυγούστου, το λεγόμενο μπλε φεγγάρι...





Μπλε φεγγάρι είναι η πανσέληνος που συμβαίνει σε ασυνήθιστη χρονική στιγμή. Τα περισσότερα έτη έχουν δώδεκα πανσελήνους, τις περισσότερες φορές μια κάθε μήνα. Ωστόσο κάθε ημερολογιακό έτος περιλαμβάνει δώδεκα σεληνιακούς κύκλους και έντεκα ημέρες ακόμη. Αυτές αθροίζονται και ως αποτέλεσμα κάθε δύο ή τρια χρόνια έχουμε ένα επιπλέον φεγγάρι, φαινόμενο που συμβαίνει κάθε 2,72 χρόνια. Διαφορετικές ερμηνείες τοποθετούν το έξτρα φεγγάρι σε διάφορες περιόδους, ωστόσο αυτή η πρόσθετη πανσέληνος αποκαλείται σε κάθε περίπτωση «μπλε φεγγάρι».

Ο όρος έχει και μεταφορική σημασία, η οποία τονίζει τη σπανιότητα ενός φαινομένου. Χαρακατηριστική είναι η αγγλική έκφραση «once in a blue moon», που σημαίνει πως κάτι συμβαίνει πολύ σπάνια. Στο άλλο άκρο υπάρχει και μια πολύ κυριολεκτική σημασία καθώς ένα φεγγάρι μπορεί πράγματι να έχει χρώμα μπλε, εξαιτίας ατμοσφαιρικών διαταραχών. Πρόκειται για ένα πολύ σπάνιο φαινόμενο κατά το οποίο το φεγγάρι (όχι απαραίτητα πανσέληνος) φαίνεται στα μάτια του παρατηρητή γαλαζωπό, εξαιτίας της ύπαρξης καπνού ή μορίων σκόνης στην ατμόσφαιρα. Κάτι τέτοιο παρατηρήθηκε μετά τις δασικές πυρκαγιές στη Σουηδία και τον Καναδά το 1950 και, αξιοσημείωτα, μετά την έκρηξη του ηφαιστείου Κρακατόα το 1883, που είχε ως επακόλουθο να εμφανίζεται το φεγγάρι μπλε για μια περίοδο δύο ετών.



Πηγή: εδώ

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΑΝΤΣΙΑΣ


Το Ευριπίδειο Θέατρο Ρεματιάς στο Χαλάνδρι υποδέχεται τον Σταύρο Λάντσια για μια υπέροχη συναυλία υπό το φως της πανσελήνου την Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012.




Ο δεξιοτέχνης πιανίστας και συνθέτης Σταύρος Λάντσιας διάλεξε –διόλου τυχαία- την «μπλε» πανσέληνο του Αυγούστου για να μας παρουσιάσει τη νέα του δισκογραφική δουλειά «Ημερολόγιο Ονείρων». Την Παρασκευή 31 Αυγούστου, μαζί με εκλεκτούς μουσικούς και συνεργάτες, θα βρίσκεται στο Ευριπίδειο θέατρο Ρεματιάς για να μας μαγέψει με τις μελωδίες του.

Την ιδιαίτερη αυτή βραδιά, όπου το ασυνήθιστο φαινόμενο των δύο πανσελήνων μέσα στον ίδιο μήνα θα τραβήξει όλα τα βλέμματα στον ουρανό, το καταπράσινο ανοιχτό θέατρο της Ρεματιάς θα γεμίσει με τις μελωδίες του πιάνου, του βιολιού και του σαξοφώνου. Σε συνδυασμό με τον λυρισμό και τη δεξιοτεχνία που χαρακτηρίζουν τον γνωστό συνθέτη, θα ταξιδέψουμε σε μελωδικά μονοπάτια που λειτουργούν, όπως ο ίδιος λέει, σαν ανάμνηση ονείρων...

Συμμετέχουν οι διακεκριμένοι μουσικοί Δημήτρης Χουντής (σοπράνο σαξόφωνο), Alfredo Shtuni (βιολί), Αλέξανδρος Μποτίνης (τσέλο), Βαγγέλης Ζωγράφος (κοντραμπάσο), Mιχάλης Καπηλίδης (τύμπανα).
Μηχανικός ήχου ο Γιάννης Σκανδάμης.



Tο «Ημερολόγιο Ονείρων» είναι αποτέλεσμα μιας φιλόδοξης παραγωγής που ξεκίνησε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με την συμμετοχή της ορχήστρας Καμεράτα και ολοκληρώθηκε στο Los Angeles με την συμμετοχή των διεθνούς φήμης μουσικών Peter Erskine (τύμπανα) & Lars Danielsson (κοντραμπάσο) και την συμβολή του βραβευμένου με Grammy ηχολήπτη Rich Breen. Αποτελείται από 10 καινούργιες συνθέσεις του Σταύρου Λάντσια και δύο διασκευές του σε μελωδίες του Μάνου Χατζιδάκι.

ΠΗΓΗ: εδώ

PABLO NERUDA - ΣΚΥΦΤΟΣ ΣΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ


 
Από τη συλλογή "20 Poemas de amor y una cancion deseperada"σε μετάφραση Τάκη Βαρβιτσιώτη στο "Πάμπλο Νερούδα - Ποιήματα", έκδοση Νεφέλη 1982

 

Σκυφτός στο δειλινό ρίχνω τα δίχτυα μου θλιμμένα
στα ωκεάνια μάτια σου.

Εκεί αποσύρεται και φλέγεται μέσα στην πιο ψηλή φωτιά
η μοναξιά μου που τινάζει τα χέρια της σα ναυαγός.

Κάνω σινιάλα κόκκινα στα μάτια σου που απουσιάζουν
και κυματίζουν σαν τη θάλασσα στα πόδια ενός φάρου.

Μόνο σκοτάδια κρύβεις μέσα σου, γυναίκα μακρινή, δική μου
κι από το βλέμμα σου αναδύεται καμιά φορά η ακτή του τρόμου.

Σκυφτός στο δειλινό ρίχνω τα δίχτυα μου τα θλιμμένα
σ' αυτή τη θάλασσα που αναταράζει τα ωκεάνεια μάτια σου.

Τα νυχτοπούλια ραμφίζουν τα πρώτα αστέρια
που σπινθηρίζουν όπως η ψυχή μου όταν σ' αγαπώ.

Καλπάζει η νύχτα στη φοράδα της τη σκοτεινή
σκορπίζοντας γαλάζια στάχυα πάνω στους αγρούς.

 

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

Το σώμα και το μηδέν






 










"αγκάθια" του Τάκη Σινόπουλου





'Ονειρο διπλωμένο στ΄ όνειρο
η μέρα στάχτη η νύχτα τίποτα
η πέτρα που σκοντάφτεις και ξυπνάς
σιγά σιγά τα βήματα σε πάνε ως τα βουνά
φεγγάρι ασύγκριτο
περνώντας των δασών τα αινίγματα
τις αίθουσες των δέντρων.

Ναι μοναξιά
κι ένα κορμί
γεμάτο με ησυχία και μηδέν.



ΠΗΓΗ: εδώ

LOOK INTO THE SUN



μη σε τρομάξει το φως
στις δυνατές αχτίνες μη λυγίσεις
τα μάτια να κρατήσεις ανοιχτά

μη σε κρατήσει μακριά ο καιρός
και να τολμήσεις να κοιτάξεις
κι έπειτα
να σωπάσεις

μη σε σκιάσει ο φόβος
η φωτιά δεν καίει στάχτες
μόνο κλαδιά

Silena 28/8/2012

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ




 

Απόρησε πραγματικά που η αλλαγή του καιρού τον είχε κάνει τόσο ευερέθιστο. Από το πρωί που ξυπνούσε μουρμούριζε ακατάπαυστα. Πότε για τη βροχή, πότε για το κρύο, πότε για τους πόνους στα κόκκαλα. Κι αυτό το συνεχές μουρμουρητό καθώς οι μέρες περνούσαν έμοιαζε με κάτι μόνιμο, του σπιτιού. Με τον ήχο από τις κατσαρόλες ή το σφύριγμα της τσαγιέρας, με έναν ήχο που ανήκει στο σπίτι και κάποια στιγμή τον συνηθίζεις τόσο ώστε παύεις να τον ακούς. Μονάχα μια μέρα που εκείνη ένιωθε βαθιά πληγωμένη και αδύναμη, μόνο τότε ύψωσε τη φωνή της και φώναξε: «πάψε πια!» κι αυτό ήταν όλο. Δεν ξαναείπε τίποτε.

 
Τα βράδια καθόταν κοντά στη λάμπα και διάβαζε μέχρι αργά. Κι όταν ένιωθε να την κατακλύζει η ιστορία, όταν ένιωθε να γίνεται κι αυτή πρόσωπο του μύθου, μόνο τότε έκλεινε το βιβλίο αποκαμωμένη μα χαμογελαστή. Γεμάτη εικόνες, συναισθήματα, ικανοποίηση.

 
Ένα βράδυ πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι τρομαγμένη. Είχε δει στον ύπνο της ότι έχασε το δρόμο και μάταια πάσχιζε μες στο σκοτάδι να τον βρει. Ώσπου μια κυρία με μαύρα ρούχα της πρότεινε να την ακολουθήσει. Ακολουθώντας τη όμως χάνονταν ακόμα πιο πολύ, σε σκοτεινά στενά με μεταλλικές ράγες κι έπειτα από λίγο βούλιαζε στην πηχτή λάσπη που κάλυπτε τα πάντα. Και βούλιαζε και βούλιαζε… Μέχρι που η λάσπη την κάλυπτε ολόκληρη σχεδόν και δεν μπορούσε ν'αναπνεύσει και φώναζε ή προσπαθούσε να φωνάξει για βοήθεια.

 
Ξύπνησε ιδρωμένη και χλωμή. Μα δεν είχε σε ποιον να πει τ’ όνειρο. Κι έτσι σηκώθηκε και ξυπόλυτη όπως ήταν κατέβηκε στην κουζίνα. Έβαλε ένα ποτήρι κρύο νερό και το ήπιε μονορούφι. Η δροσιά του κάπως την ηρέμησε. Τα ύπουλα, αόρατα σχεδόν ψήγματα του φόβου όμως, ακόμη φώλιαζαν μέσα της. Έκανε να σηκωθεί και μια σταγόνα νερού έπεσε στο δεξί της πόδι. Αναπήδησε ξαφνιασμένη και το ποτήρι γλίστρησε από τα χέρια της. Μάζεψε τα γυαλιά που σκορπίστηκαν σε όλη την κουζίνα και κατευθύνθηκε προς το σαλόνι. Δεν ήθελε ν’ ανέβει στο δωμάτιό της. Άναψε τη λάμπα, πήρε ξανά το βιβλίο και κουλουριάστηκε στην αγαπημένη της πολυθρόνα. Δεν διάβαζε. Κοίταζε μόνο τα δάχτυλα των ποδιών. Τα ξεχώριζε ένα-ένα, γλιστρούσε τα άλλα δάχτυλα, των χεριών, ανάμεσα και συνέχιζε την παράξενη διαδρομή ώσπου να φτάσει στα μικρά δαχτυλάκια. Ύστερα επέστρεφε. Και πάλι απ' την αρχή.

 
«Σαν βιβλίο μισοτελειωμένο που γνωρίζεις το τέλος, έτσι μοιάζει» ψιθύρισε. Και συνέχισε το μοναχικό της διάλογο «τι σημασία έχει κι αν μείνει μισοτελειωμένο».


Τα δάχτυλα των ποδιών, από την άλλη, φαινόντουσαν ν’ απολαμβάνουν αυτή την μεταχείριση κι ίσως με τον τρόπο τους να επιζητούσαν κι άλλο. Κι όπως μπλέκονταν τα δάχτυλα, των χεριών ανακάλυπταν και των ποδιών επιθυμούσαν. Έτσι την πήρε γλυκά ο ύπνος. Εκεί στην αγαπημένη της πολυθρόνα, δίπλα στη λάμπα με το βιβλίο αγκαλιά και τα πόδια γυμνά κι ευχαριστημένα.
 

Δεν είδε ξανά στ’ όνειρό της τη γυναίκα με τα μαύρα ή κι αν την είδε, είχε πια βρει τον δικό της δρόμο της επιστροφής!

 
©Silena
26/8/2012

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

el baile de la victoria

ένα trailer ακολουθεί, από μια ταινία που είδα χθες βράδυ

μου άρεσε πολύ..


ΜΙΑ ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΑΠΟ ΛΕΞΕΙΣ

Πώς ν' αντισταθώ!

Πώς ν' αντισταθώ στα σπάνια,
στα πολύτιμα δώρα,
τόσο όμορφα, τόσο τρυφερά
που κάνουν την ψυχούλα μου να σκιρτάει
να θέλει κι άλλα να διαβάσει
να θέλει κι άλλα ν' ακούσει
κι άλλα να θέλει να γευτεί
Πώς ν' αντισταθώ στη θάλασσα των λέξεων
των ταιριαστών
σαν δυο σταγόνες μοιάζουν
κι όμως
αλλάζουν το ρυθμό,
το νόημα με ένα γράμμα μόνο
κι εγώ κοιτάζω κι απορώ
μα στην καρδιά μου ζεστασιά
κι ελπίδα και χαμόγελο
νομίζω πως θωρώ

Silena 27/8/2012


το παραπάνω προέκυψε αυθόρμητα μόνο του μόλις διάβασα το σχόλιο της κ.κ. το οποίο και ακολουθεί παρακάτω, ως συνέχεια αυτής της ανάρτησης


Μια ερωτική ιστοριούλα με καλό τέλος


Αυτή η ιστοριούλα έγινε Αύγουστο μήνα
-Θα φύγω, είπε ένα πρωινό μια λέξη,
ουφ, βαρέθηκα στη γειτονιά του άλφα
-Τρελάθηκες; τη μάλωσαν οι γείτονες,
για σοβαρέψου λίγο, η θέση είναι εδώ, μαζί μας...
Αυτά κι άλλα πολλά της έλεγαν
Μα εκείνη έκανε πως δεν άκουσε
Φόρεσε τα καλά της και μια και δυο ξεκίνησε
-Γύρνα πίσω, α γ α π ώ έεει... γύρνα πίσω
Ήταν η λέξη ΑΓΑΠΩ.
Μεσάνυχτα και κάτι
Γλίστρησε αθόρυβη στη γειτονιά του βήτα
Βάσανα, βογκητά, βουή εδώ,
Της μαύρισε η καρδιά στη γειτονιά του βήτα
Άνοιξε βήμα και τσουπ...
Να  ’τηνε στη γειτονιά του γάμα
Ούτε κι εδώ της άρεσε
Στη γειτονιά του δέλτα ξάπλωσε αποσταμένη
Στον ίσκιο κάποιου δέντρου
Είπε να ονειρευτεί και ονειρεύτηκε
να σεργιανούνε με πανσέληνο σ' ένα λιβάδι ασημί
Κι ήταν καλό σημάδι
Κολύμπησε στη θάλασσα του θήτα ύστερα
Και μάζεψε μια αγκαλιά λουλούδια στου λάμδα τα λιβάδια
Αύγουστος μήνας κι άνθησαν
Στο πέρασμά της τα λουλούδια
Κι ήταν κι αυτό καλό σημάδι
Μια αγκαλιά λουλούδια...
"Σε ποιον να τα χαρίσω;" συλλογίστηκε, "μια αγκαλιά
λουλούδια και δεν έχω κανέναν"
Τότε κατάλαβε, πρώτη φορά, πως ήταν μόνη,
Πως μοναξιά, ίσως, πήγαινε να πει
Να τριγυρνάς δίχως σκοπό
Με μια αγκαλιά λουλούδια
Μπαινόβγαινε ανόρεχτα
Στις γειτονιές τώρα
Απ' όπου πέρναγε "μείνε μαζί μας, αγαπώ",
της έλεγαν
Μια λέξη της ψιθύρισε "α γ α π ώ σε θέλω"
"κοίταξέ με, αγαπώ" της λέει η μια άλλη
Μα το α γ α π ώ ήταν αλλού,
Μόνο σκεφτότανε πώς θα τη βρει
Τη λέξη που της ταίριαζε,
Κι όταν την έβρισκε, αν την έβρισκε,
αλήθεια πώς θα καταλάβαινε πώς ήταν αυτή και όχι άλλη;
Έπρεπε να τα συναντήσει πριν μαραθούνε τα λουλούδια
Έτσι έπρεπε να γίνει κι έτσι έγινε
Μια νύχτα που έσταζε φεγγαρόφωτο
Ξεστράτισε στη γειτονία του σίγμα
Κάτι της έλεγε: εδώ, εδώ...
Και ξαφνικά άρχισε η καρδιά της να ΧΟΡΕΥΕΙ
μ' ένα γλυκό ρυθμό κάτι σαν θρόισμα μαζί και φλοίσβος
Ήταν μια λέξη τόση δα, και το 'νιωσε αμέσως πως αυτή ζητούσε
μόνο αυτή
-Πώς σε λένε;
-Σε.
-Σκέτο Σ ε;
-Ναι, σκέτο. Και σένα;
-Α Γ Α Π Ω.
Με μια υπόκλιση της γέμισε την αγκαλιά λουλούδια…
Κι εκείνη, με φωνή που λίγο έλειψε να σβήσει,
τη ρώτησε
-Και γιατί διάλεξες εμένα; -Γιατί είσαι συ, γιατί 'μαι εγώ, γι' αυτό
Γι' αυτό, λοιπόν τη μια νύχτα ήρθανε κοντά
την άλλη ακόμη πιο κοντά την Τρίτη γίναν ένα και μείναν έτσι
Μοιράζονταν στα δύο ένα πορτοκάλι ένα κρουασάν,
κι ένα φαρφουρένιο γέλιο μοιράζονταν στα δύο,
φορούσανε το ίδιο κόκκινο πουλόβερ
Κι ένα σωρό άλλα πράγματα
Κι ένα πρωί, χαράματα,
τρυπώσανε στη γειτονιά του δέλτα
να σβήσουνε το δεν
Περνώντας απ' το λάμδα
μουτζούρωσαν στα γρήγορα το λίγο
και πήρανε μαζί τους
το πολύ, το πάντα
Ύστερα, ζωγράφισαν ένα μεγάλο θαύμα θαυμαστικό,
το φούσκωσαν σαν αερόστατο και ταξιδεύουν από τότε
σ' ερωτικές ιστοριούλες
Με… καλό τέλος!


ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΥΛΩΤΗΣ


PULP - MONDAY MORNING

Μια "δυνατή" καλημέρα

για να προσγειωθούμε Δευτέρα πρωί στη ...σκληρή καθημερινότητα,

τουλάχιστον μελωδικά :)


Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΥΛΩΤΗΣ

ένα ακόμη υπέροχο, τρυφερό, ονειρεμένο δώρο της κ.κ.

κ.κ. σ' ευχαριστώ πολύ, λατρεύω άλλωστε τα παραμύθια και τα γραπτά του Μπουλώτη




Να έρχεσαι στον ύπνο μου...


Τώρα που μας χωρίζουνε βουνά από λόγια αλόγιστα και θάλασσες
να έρχεσαι συχνά στον ύπνο μου...
Να 'ρχεσαι πιο συχνά με αερόστατο, με ξύλινο τρενάκι,
με τρεχαντήρι υπερωκεάνιο, με τα πόδια...
να 'ρχεσαι πάντως...
Εξάπαντος να 'ρχεσαι κάθε νύχτα με ρούχα ή χωρίς
"Σουσάμι άνοιξε" θα λέω τρις και θα σε μπάζω στ' όνειρο
Στο ίδιο όνειρο, πολύχρωμα μπαλόνια
που τα πήρε ο αέρας να τα ταξιδέψει μακριά
μια πάνω και μια κάτω μεθυσμένα..

Έλα στον ύπνο μου, σε περιμένω...
Ανάμεσα σε ερωτιδείς αγγέλους να πετάς εσύ,
μαζί κι εγώ...

Στο ίδιο όνειρο εμείς οι δυο να παίζουμε τρίλιζα
στο κατώφλι του καλοκαιριού...
Σε πύργους από φίλντισι κι ακριβό βελούδο
να κυνηγιόμαστε στο μυρωμένο λιβάδι των αισθήσεων,
να σε φτάνω, να σ' αγγίζω, να σε πιάνω...

Μόνο να έρχεσαι στον ύπνο μου κάθε νύχτα
Τ' άλλα θα στα πω στ' αυτί...
Γιατί τα όνειρα σαν τα θαύματα είναι...
Βγαίνουν αληθινά αν τα πιστεύεις...


ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΥΛΩΤΗΣ

PETER HANDKE




[...]

Όταν δοκιμάζω να εξηγήσω στον εαυτό μου πώς έγιναν τα πράγματα, όλες αυτές οι εμπειρίες διαλύονται, γίνονται φαντάσματα κι αδύναμες ενδείξεις. Και μετά μου φαίνεται πως την έχω αδικήσει την Τζούντιθ: παίζοντας αυτό το πανάρχαιο παιχνίδι, όπου όλα είναι κανονισμένα εκ των προτέρων, η κάθε εμπειρία έχει σημασιοδοτηθεί απ' την αρχή, χάνοντας έτσι την αλήθεια και την πραγματικότητά της. Τα συναισθήματα του μίσους μας αντίθετα ήταν τόσο πραγματικά, που όσο κι αν στην αρχή προσπαθούσαμε, όλες αυτές οι εξηγήσεις μας φαίνονταν γελοίες, νιώθαμε οτι μας ταπείνωναν, μας εξευτέλιζαν και ειρωνεύονταν τη δυστυχία μας. Κάποτε έκανα το λάθος και είπα στην Τζούντιθ ότι αυτή η μανία της να μαζεύει με πάθος κάθε μικρή πληροφορία, να διαβάζει με δέος καθετί τυπωμένο και να το δέχεται σαν αξίωμα, βάσει του οποίου μπορεί να ρυθμίζει τη ζωή της - π.χ. η τρέλα που είχε με τη μόλυνση της ατμόσφαιρας ή με την υγιεινή διατροφή - , θα μπορούσε ίσως να ερμηνευτεί από το γεγονός ότι σαν παιδί δεν δέχτηκε ποτέ κανενός είδους πληροφόρηση, με αποτέλεσμα να θεοποιεί το παραμικρό, τώρα που είχε μεγαλώσει. Δεν πρόλαβα να τελειώσω και δάγκωσα τη γλώσσα μου. Η Τζούντιθ μου απάντησε ότι η δική μου μανία να ερμηνεύω και να αιτιολογώ τα πάντα άγγιζε επίσης τα όρια της ειδωλολατρίας, κι ότι μ' αυτή μου τη συνήθεια σκοπό είχα απλώς να τραβήξω την προσοχή του άλλου σε κάτι διαφορετικό κι όχι σε μένα τον ίδιο. Στην αρχή δεν πρόσεχα και πολύ τις αλλαγές της Τζούντιθ, αλλά κι όταν ακόμα τις έπαιρνα είδηση, δεν τις έπαιρνα στα σοβαρά, για το λόγο αυτό μου ήταν εύκολο να ξεφουρνίζω τις εξηγήσεις μου. Ήμουν μάλιστα υπερήφανος για τον εαυτό μου που την καταλάβαινα τόσο καλά. Η Τζούντιθ καταλάβαινε επίσης αυτά που της έλεγα, απορούσα όμως επειδή καθόλου δεν τα λογάριαζε. Στη συνέχεια παρατήρησα πώς άρχισε να μισεί τις εξηγήσεις μου, όχι επειδή της φαίνονταν λαθεμένες, αλλά επειδή ήταν εξηγήσεις. Και μαζί μ' αυτές άρχισε να μισεί κι εμένα, που καθόμουνα κι όταν άρχιζα να εξηγώδεν έλεγα να τελειώσω. "Είσαι βλάκας!", μου έλεγε η Τζούντιθ και ξάφνου ένιωθα πράγματι σαν ανόητος. Αυτό το συναίσθημα της βλακείας με κυρίευε, μου άρεσε μάλιστα, ήμουν μια χαρά. Έτσι γίναμε οριστικά εχθροί, δεν εξηγούσα πια τίποτα, έβριζα μόνο, κι ήταν αυτονόητο ότι σύντομα δεν θα μπορούσαμε ν' αντέξουμε άλλο αυτήν την κατάσταση και θα φτάναμε στο σημείο να θέλουμε να πληγώσουμε και σωματικά ο ένας τον άλλον. Στο μεταξύ, παρ' όλο το σφίξιμο στο λαρύγγι μου, χαιρόμουν στη σκέψη ότι είχα καταφέρει επιτέλους να φερθώ με κακία, όπως και οι άλλοι. Γιατί μέχρι τότε τρόμαζ στην ιδέα και μόνο ότι άνθρωποι που αγαπιούνταν, μπορούσαν ξαφνικά ν' αλλάξουν συμπεριφορά και να γίνουν εχθροί. "Μα πώς είναι δυνατόν!", έλεγα πάντα. Τώρα λοιπόν μου είχε συμβεί κι εμένα το ίδιο, δεν μπορούσα να το αποφύγω, είχαμε και οι δυο μας μεταμορφωθεί σε τέρατα.
Δεν χωρίζαμε ωστόσο, γιατί κανένας απ' τους δύο δεν ήθελε να παραδεχτεί την ήττα του.

[.....]

ήταν ένα απόσπασμα από το βιβλίο "Σύντομο γράμμα για έναν μεγάλο αποχαιρετισμό" του Peter Handke, σελ. 132-134

Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις: Άγρα

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ - E.E. CUMMINGS


Η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στην κ.κ., ....καλή ακρόαση :)




συνειρμός....



και αυτό

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=73393.0

για επίλογο....





Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ - ο ουρανός

Πουλιὰ μαῦρες σαΐτες τῆς δύσκολης πίκρας
δὲν εἶν᾿ εὔκολο πράμα ν᾿ ἀγαπήσετε τὸν οὐρανὸ

πολὺ μάθατε νὰ λέτε πὼς εἶναι γαλάζιος
ξέρετε τὶς σπηλιές του τὸ δάσος τοὺς βράχους του;
ἔτσι καθὼς περνᾶτε φτερωτὲς σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τὴ σάρκα σας πάνω στὰ τζάμια του
κολλοῦν τὰ πούπουλά σας στὴν καρδιά του


Καὶ σὰν ἔρχεται ἡ νύχτα μὲ φόβο ἀπ᾿ τὰ δέντρα
κοιτᾶτε τ᾿ ἄσπρο μαντίλι τὸ φεγγάρι του
τὴ γυμνὴ παρθένα ποὺ οὐρλιάζει στὴν ἀγκαλιά του
τὸ στόμα τῆς γριᾶς μὲ τὰ σάπια τὰ δόντια του
τ᾿ ἄστρα μὲ τὰ σπαθιὰ καὶ μὲ τοὺς χρυσοὺς σπάγγους
τὴν ἀστραπὴ τὸν κεραυνὸ τὴ βροχή του
τὴ μακριὰ ἡδονὴ τοῦ γαλαξία του

ΠΗΓΗ: εδώ


ευχαριστώ την κ.κ. γι' αυτό το πολύτιμο δώρο, αυτό για σας


ΧΩΡΙΣ ΟΥΡΑΝΟ




Σ' ένα τόπο χωρίς ουρανό την οδηγούν τα βήματά της. Δεν τρομάζει. Μόνο μια μικρή κραυγή ξαφνιάσματος. Αυτή είναι η μόνη αντίδρασή της.

Κάθεται τώρα ήρεμη στη σειρά να περιμένει το λεωφορείο ή όπως αλλιώς θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει εκείνη την ιπτάμενη λευκή "κάψουλα" που τώρα φτάνει μπροστά της. Μπαίνει μέσα λιγάκι απρόθυμα και κρατιέται από την φανταχτερή αλουμινένια λαβή. Η "κάψουλα" είναι σχεδόν άδεια. Μόνο αυτή και δυο παράξενα πλάσματα, κάτοικοι αυτού του τόπου. Σε λίγα λεπτά φθάνουν στο τέλος της διαδρομής. Κάνει να πλησιάσει έναν από τους δύο συνεπιβάτες της αλλά εκείνοι μόλις νιώθουν την παρουσία της, εξαφανίζονται. Δεν γνωρίζει πώς έγινε αυτό αλλά εξαφανίστηκαν.

Κατεβαίνει και κατευθύνεται προς ένα τούνελ απ' όπου έρχεται το φως. Α, ξέχασε να αναφέρει το φως. Είναι το πρώτο σημαντικό στοιχείο που της έκανε εντύπωση μόλις έφτασε σε κείνο τον άγνωστο τόπο. Είναι ένα σκληρό μεταλλικό φως, από σελήνη και νύχτα μαζί. Και κάθε πρόσωπο ξένο ή γνωστό φαντάζει τρομακτικό κάτω από εκείνη την ψυχρή φωτοδίνη. Το φως σχεδόν ρέει, ένα ποτάμι από μικρά ασημένια κομματάκια στο μέγεθος που έχουν τα ψίχουλα του ψωμιού. Θυμάται καθαρά πως κράτησε ένα κομματάκι στα χέρια της και πήγε να το δοκιμάσει μα ο δισταγμός αποδείχθηκε πιο δυνατός από την επιθυμία και την περιέργεια. Όσο πλησιάζει στο τούνελ μαζί με το φως δυναμώνουν και οι φωνές. Οι φωνές, είναι το δεύτερο σημαντικό που πρέπει εδώ να αναφέρω.

Βρίσκεται σχεδόν στην είσοδο όταν την κατακλύζει μια απροσδιόριστη θλίψη. Αρχίζει να κλαίει με αναφιλητά, στην αρχή σιγά μα όσο τα δάκρυα πληθαίνουν τόσο η ένταση δυναμώνει.

Είναι μόνη, μπροστά στην είσοδο ενός φωτεινού τούνελ που γεννάει φωνές, κλαίει με αναφιλητά και ψάχνει για ουρανό. Ξεχνάει. Ξεχνάει πως βρέθηκε χωρίς να γνωρίζει πώς, σ’ ένα τόπο όπου  ουρανός δεν υπάρχει. Ξεχνάει. Μα δε τη νοιάζει αν βρει ποτέ το δρόμο ή τον τρόπο της επιστροφής. Κοιτάζει τον εαυτό της να περιφέρεται άσκοπα να μπαίνει ή να βγαίνει από το τούνελ, να φωτίζεται από το φως, να ψάχνει για κάτι που βρίσκεται πάνω της, ψηλά πολύ πιο πάνω από το κεφάλι της. Και κάποιες φορές την ακούω που γελάει έτσι όπως παρατηρεί σαν θεατής τον ίδιο της τον εαυτό. Τις δύσκολες στιγμές παρασύρεται και πάει να τον βοηθήσει. Την ακούω που φωνάζει: «στρίψε δεξιά τώρα, πρόσεχε, έχει σκάλες μπροστά…» και άλλα τέτοια. Μα ποτέ μέχρι τώρα δεν έχει πάρει κάποια απάντηση ή έστω ένα νεύμα πως ο …εαυτός της την άκουσε. Ξεχνάει. Να σήμερα ένας παράξενος κάτοικος τη ρώτησε πώς τη λένε. Δεν μπόρεσε να του απαντήσει. Ξεχνάει κι εγώ ξέχασα ν’ αναφέρω πως οι κάτοικοι έχουν συνηθίσει την παρουσία της, δεν τρομάζουν, ούτε απομακρύνονται, ούτε εξαφανίζονται πια. Απλώς μοιάζει για κείνους, αόρατη. Κάποιες φορές μάλιστα, πέφτουν πάνω της μουρμουρίζοντας κάτι που μοιάζει με συγγνώμη.

Είναι ανάμεσα σε πολλούς, σχεδόν σε όλους τους κατοίκους του άγνωστου τόπου. Έχουν συγκεντρωθεί στην είσοδο του τούνελ. Σήμερα είναι η μεγάλη μέρα που ο αρχηγός θα γκρεμίσει την πηγή. Εκείνη δεν δείχνει ιδιαίτερη ταραχή, απλώς κοιτάζει προς το φως. Στον τόπο αυτό η μόνη πηγή φωτός είναι εκείνο το άνοιγμα. Η είσοδος του τούνελ. Όλη η υπόλοιπη πόλη είναι βυθισμένη στο σκοτάδι και σε ορισμένες αποχρώσεις του γκρι. Λίγο φως προσθέτουν οι κάτασπρες στολές των κατοίκων της. Όλοι φορούν άσπρα ρούχα. Εκτός από κείνη που φοράει κόκκινα. Της έδωσαν και όνομα. Είναι η κόκκινη ξένη. Έτσι τη φωνάζουν.

Ο αρχηγός είναι εδώ. Κρατάει στα χέρια του το μοχλό ενός πελώριου μηχανήματος. Και η στιγμή έφτασε. Ένας εκκωφαντικός θόρυβος και ….άπλετο φως. Όλοι κλείνουν τα μάτια. Δεν μπορούν  ν’ αντέξουν τόσο φως. Εκπλήσσονται, ενοχλούνται, φωνάζουν. Θέλουμε το σκοτάδι μας, θέλουμε το σκοτάδι μας. Εκείνη βλέπει. Θυμάται. Τον ήλιο. Σιγά σιγά θυμάται. Το όνομά της αρχίζει από S ή L δεν είναι ακόμη σίγουρη μα ελπίζει. Βλέπει το δρόμο. Τα βήματά της μακραίνουν από τους άσπρους ξένους, οι ήχοι σωπαίνουν, το φως γίνεται φυσικό. Βρίσκεται ξανά στο δωμάτιό της. Φοράει κόκκινα ρούχα και τα μάτια της είναι γεμάτα δάκρυα. Η πόρτα ανοίγει, είναι ο εαυτός της όπως τον έβλεπε σαν θεατής στον τόπο χωρίς ουρανό. Την αγκαλιάζει και της χαϊδεύει τα μάτια.

Ησυχάζει… θυμάται.


Το όνομά της αρχίζει από ....S.
Όπως Silence.

©Silena
24/8/2012



ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Ο κόσμος κι η ποίηση


Απλά πράγματα όλα. Η τάξη τους είναι
φροντισμένη απ' το χέρι σου. Μια δέσμη από χρώματα
στο βάζο του χρόνου.
Άλλωστε, τι
θαρρείς πως στο βάθος είναι η ποίηση; Είναι η γύρη
των πραγμάτων του σύμπαντος. Η γύρη σε πράξεις,
η γύρη σε οδύνη, σε φως, σε χαρά, σε αλλαγές,
σε πορεία, σε κίνηση.
Η ζωή κι η ψυχή
σ' ένα αιώνιο καθρέφτισμα μέσα στο χρόνο.

Τι νομίζεις λοιπόν· κατά βάθος η ποίηση
είναι μι' ανθρώπινη καρδιά φορτωμένη όλον τον κόσμο.


 

Από τη συλλογή Το βάθος του κόσμου (1961) του Νικηφόρου Βρεττάκου


 

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

ΕΝΑ ΠΕΡΑΣΜΑ



κρατούσε ένα τριαντάφυλλο στα χέρια
κι ένα λευκό χτενάκι στόλιζε τα μαλλιά της
η αθωότητα ενός παιδιού
στο σώμα γυναίκας
πρώτη φορά τόσο καλά ταιριασμένη

κι αν δεν άκουγε τη φωνή της
θα 'λεγε πως όλα ήταν της φαντασίας του
πως σίγουρα η γυναίκα αυτή ήταν παιδί
πως σίγουρα η γυναίκα αυτή δεν θα μεγάλωνε ποτέ

κρατούσε ένα τριαντάφυλλο στα χείλη
κι ένα λευκό χτενάκι στόλιζε τα μαλλιά της
κι αν δεν άκουγε τη φωνή της
ακόμα θα ζούσε μέσα στη γαλήνη της ανυπαρξίας
ένα ακόμα πέρασμα δίχως σημασία

Silena 23/8/2012

ΑΛΛΟΤΡΙΑ



Με κορδέλες πολύχρωμες μοιάζουν οι ενοχές.  

Στην αρχή είναι πάντα μεταμφιεσμένες σε κάτι άλλο.

Σε ελκύουν ντυμένες στο χρώμα και την στιλπνότητα.

Σιγά σιγά σφίγουν ολοένα και στο τέλος.... τα χρώματα στραγγαλίζουν τη θαλπωρή του ωραίου και η μεταξένια υφή χαράζει τη μνήμη.

Silena 23/8/2012

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Julio Cortázar

Δύο διηγήματα του Χούλιο Κορτάσαρ


Preámbulo a las instrucciones para dar cuerda al reloj

Piensa en esto: cuando te regalan un reloj te regalan un pequeño infierno florido, una cadena de rosas, un calabozo de aire. No te dan solamente un reloj, que los cumplas muy felices, y esperamos que te dure porque es de buena marca, suizo con áncora de rubíes; no te regalan solamente ese menudo picapedrero que te ataras a la muñeca y pasearas contigo. Te regalan -no lo saben, lo terrible es que no lo saben-, te regalan un nuevo pedazo frágil y precario de ti mismo, algo que es tuyo, pero no es tu cuerpo, que hay que atar a tu cuerpo con su correa como un bracito desesperado colgándose de tu muñeca. Te regalan la necesidad de darle cuerda para que siga siendo un reloj; te regalan la obsesión de atender a la hora exacta en las vitrinas de las joyerías, en el anuncio por la radio, en el servicio telefónico. Te regalan el miedo de perderlo, de que te lo roben, de que se caiga al suelo y se rompa. Te regalan su marca, y la seguridad de que es una marca mejor que las otras, te regalan la tendencia a comparar tu reloj con los demás relojes. No te regalan un reloj, tu eres el regalado, a ti te ofrecen para el cumpleaños del reloj.

Προοίμιο στις οδηγίες για το πώς κουρδίζουμε ένα ρολόι

Σκέψου αυτό: όταν σου χαρίζουν ένα ρολόι, σου χαρίζουν μια μικρή ανθισμένη κόλαση, μια αλυσίδα από τριαντάφυλλα, ένα μπουντρούμι από αέρα. Δεν σου δίνουν μόνο το ρολόι, τα χρόνια πολλά, και τα ελπίζουμε να ζήσεις να το χαίρεσαι γιατί είναι καλή μάρκα, ελβετικό με μηχανισμό από ρουμπίνια· δεν σου χαρίζουν μόνο αυτόν τον μικροσκοπικό τεχνίτη που θα τον δένεις στον καρπό σου και θα τον βγάζεις βόλτα μαζί σου. Σου χαρίζουν –δεν το ξέρουν, το χειρότερο είναι ότι δεν το ξέρουν-, σου χαρίζουν ένα καινούριο κομμάτι από σένα τον ίδιο, εύθραυστο και επισφαλές, κάτι που είναι δικό σου, αλλά δεν είναι το σώμα σου, που πρέπει να το δέσεις στο σώμα σου με το λουράκι του σαν ένα απελπισμένο χεράκι που κρέμεται απ’ τον καρπό σου. Σου χαρίζουν την ανάγκη να το κουρδίζεις για να συνεχίζει να είναι ρολόι· σου χαρίζουν την εμμονή να συμβουλεύεσαι την ακριβή ώρα στις βιτρίνες των κοσμηματοπωλείων, από το ραδιόφωνο, από την τηλεφωνική υπηρεσία. Σου χαρίζουν το φόβο να το χάσεις, να στο κλέψουν, να σου πέσει κάτω και να σπάσει. Σου χαρίζουν τη μάρκα του, και τη σιγουριά ότι είναι μια μάρκα καλύτερη απ’ τις άλλες, σου χαρίζουν την τάση να συγκρίνεις το ρολόι σου με τα υπόλοιπα ρολόγια. Δε σου χαρίζουν το ρολόι, εσύ είσαι το δώρο, εσένα σε προσφέρουν για τα γενέθλια του ρολογιού.

Instrucciones para dar cuerda al reloj

Allá al fondo está la muerte, pero no tenga miedo. Sujete el reloj con una mano, tome con dos dedos la llave de la cuerda, remóntela suavemente. Ahora se abre otro plazo, los árboles despliegan sus hojas, las barcas corren regatas, el tiempo como un abanico se va llenando de sí mismo y de él brotan el aire, las brisas de la tierra, la sombra de una mujer, el perfume del pan.
¿Qué más quiere, qué más quiere? Átelo pronto a su muñeca, déjelo latir en libertad, imítelo anhelante. El miedo herrumbra las áncoras, cada cosa que pudo alcanzarse y fue olvidada va corroyendo las venas del reloj, gangrenando la fría sangre de sus rubíes. Y allá en el fondo está la muerte si no corremos y llegamos antes y comprendemos que ya no importa.

Οδηγίες για το πώς κουρδίζουμε ένα ρολόι

Εκεί στο βάθος είναι ο θάνατος, αλλά μη φοβάστε, κύριε. Κρατήστε το ρολόι με το ένα χέρι, πιάστε με δύο δάχτυλα το κουμπάκι για το κούρδισμα, γυρίστε το απαλά. Έτσι ανοίγεται μια νέα περίοδος, τα δέντρα ξεδιπλώνουν τα φύλλα τους, οι βάρκες κάνουν κωπηλατικούς αγώνες, ο χρόνος σα βεντάλια γεμίζει από μόνος του και απ’ αυτόν γεννιέται ο άνεμος, το αεράκι της γης, ο ίσκιος μιας γυναίκας, το άρωμα του ψωμιού.
Τι άλλο θέλετε λοιπόν, τι άλλο θέλετε; Δέστε το γρήγορα στον καρπό σας, αφήστε το να πάλλεται ελεύθερα, μιμηθείτε το με λαχτάρα. Ο φόβος σκουριάζει τους μηχανισμούς, ό,τι έχει κατακτηθεί και ξεχάστηκε τρώει σιγά σιγά τις φλέβες του ρολογιού, προκαλώντας γάγγραινα στο κρύο αίμα των ρουμπινιών του. Και εκεί στο βάθος είναι ο θάνατος αν τυχόν δεν τρέξουμε και φτάσουμε νωρίτερα και καταλάβουμε ότι πια δεν έχει σημασία.




Πηγή: εδώ

ΨΙΘΥΡΟΙ



Δεν μπορεί καθόλου να συγκεντρωθεί σήμερα. Είναι ακόμη χαμένη στους χθεσινούς ψίθυρους που απειλούν να γκρεμίσουν κάθε καλή ανάμνηση αυτού του ταξιδιού.

Οι μυρωδιές από την άκρη της πόλης ταράζουν το τρυφερό άγγιγμα του χεριού
κι ο αέρας δεν είναι αρκετά δυνατός για ν' αντισταθεί.

Η απόγνωση οδηγεί στη μοναξιά.

Τα βήματα που μακραίνουν οδηγούν στην απόγνωση.

Κλείνει το βιβλίο. Κόβει την ευτυχία μικρά κομμάτια και τα φυλάει στο μικρό τσεπάκι της μπλούζας της, ακριβώς πάνω στο αριστερό στήθος.

Κλείνει και τον ήχο.

Μαζεύει τη βροχή σταγόνα σταγόνα, αφουγκράζεται τη διαδρομή της, δακρύζει τόσο που θέλει να μοιραστεί τις σταγόνες της με το σύννεφο. Μα η βροχή... δεν μοιράζεται μόνο διαποτίζει τη σκέψη, τη γη, τη ζωή μας.

Silena 22/8/2012

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τὸ Πρωτοβρόχι


Σκυμμένοι ἀπὸ τὸ παραθύρι...
Καὶ τοῦ προσώπου μας οἱ γύροι
ἡ ἴδια μας ἤτανε ψυχή.
Ἡ συννεφιά, χλωμὴ σὰ θειάφι,
θάμπωνε ἀμπέλι καὶ χωράφι·
ὁ ἀγέρας μέσ᾿ ἀπὸ τὰ δέντρα
μὲ κρύφια βούιζε ταραχή·
ἡ χελιδόνα, μὲ τὰ στήθη,
γοργή, στὴ χλόη μπρὸς-πίσω ἐχύθη·
κι ἄξαφνα βρόντησε, καὶ λύθη
κρουνός, χορεύοντα ἡ βροχή!
Ἡ σκόνη πῆρ᾿ ἀνάερο δρόμο...
K᾿ ἐμεῖς, στῶν ρουθουνιῶν τὸν τρόμο,
στὴ χωματίλα τὴ βαριὰ
τὰ χείλα ἀνοίξαμε, σὰ βρύση
τὰ σπλάχνα νὰ μπεῖ νὰ ποτίσει
(ὅλη εἶχεν ἡ βροχὴ ραντίσει
τὴ διψασμένη μας θωριά,
σὰν τὴν ἐλιὰ καὶ σὰν τὸ φλόμο).
κι ὁ ἕνας στ᾿ ἀλλουνοῦ τὸν ὦμο
ρωτάμε: «T᾿ εἶναι πὄχει σκίσει
τὸν ἀέρα μύρο, ὅμοιο μελίσσι;
Ἀπ᾿ τὸν πευκιὰ τὸ κουκουνάρι,
ὁ βάρσαμος ἢ τὸ θυμάρι,
ἡ ἀφάνα ἢ ἡ ἀλυγαριά;»
Κι ἄχνισα - τόσα ἦταν τὰ μύρα -
ἄχνισα κ᾿ ἔγινα ὅμοια λύρα,
ποὺ χάϊδευ᾿ ἡ ἄσωτη πνοή...
Μοῦ γιόμισ᾿ ὁ οὐρανίσκος γλύκα·
κι ὡς τὴ ματιά σου ξαναβρῆκα,
ὅλο μου τὸ αἷμα ἦταν βοή!...
K᾿ ἔσκυψ᾿ ἀπάνω ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλι
ποὺ ἐσειόνταν σύφυλλο, τὸ μέλι
καὶ τ᾿ ἄνθι ἀκέριο νὰ τοῦ πιῶ·
- βαριὰ τσαμπιὰ καὶ οἱ λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοὶ οἱ ἀνασασμοί μου -
κι ὅπως ἀνάσαινα, ἀπ᾿ τὰ μύρα
δὲ μπόρεια νὰ διαλέξω ποιό!
Μὰ ὅλα τὰ μάζεψα, τὰ πῆρα,
καὶ τά ῾πια, ὡσὰν ἀπὸ τὴ μοίρα
λύπη ἀπροσδόκητη ἢ χαρά.
Τά ῾πια· κι ὡς σ᾿ ἄγγιξα τὴ ζώνη,
τὸ αἷμα μου γίνηκεν ἀηδόνι,
κι ὡς τὰ πολύτρεχα νερά!


(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, Β´, Ἴκαρος 1968)

Πηγή: εδώ

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ



Ο τυφλός και ο αναλφάβητος
(το σπάσιμο του κοινού τραγουδιού)

[Από την ενότητα Μερικές αναστάσεις]

«Τι μου δείχνεις φωτογραφίες σου;»
μου είπες, «αφού οι τυφλοί είναι αναλφάβητοι στο φως. Μα θέλω
να ξέρω πώς ήσουν μικρός. Για να τραγουδούμε μαζί...
Βρες τρόπο! Κάνε μου δώρο αυτή τη γνώση».

Πήγα στους γονείς μου.
Ζήτησα τον εαυτό μου παιδί, σου τον
τύλιξα
πακέτο για δώρο.

Φέρνω το πακέτο,
βγάζεις ένα σπίρτο,
το άναψες κι έβαλες
στο δώρο μου φωτιά.

Ύστερα ακουμπούσες
με τις άκρες των δακτύλων σου τις στάχτες.
Διάβαζες τα αποκαΐδια σε
σύστημα Μπράιγ.

«Ωραία. Σε ξέρω τώρα», είπες, «μα τώρα με
ξέρεις κι εσύ: έκαψα τον εαυτό σου παιδί,
για να μην είσαι πια αναλφάβητος στο σκοτάδι:
για να τραγουδούμε μαζί πάντα το ίδιο τραγούδι...»  1


1 «Ναι. Μα σαν να ξεχνάω τώρα πώς με λένε», είπα, «ποιο
είναι εμένα τ’ όνομά μου;
Τι κάνω εδώ;
Ποιος είσαι;» είπα
εξαίσια μόνος μου,
τραγουδιστά.

Από το βιβλίο 4 - D, Ποιήματα Τεσσάρων Διαστάσεων (2006)

Πηγή: εδώ

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

SUMMERTIME IN PRAGUE



όταν ήταν ο ήλιος του
τίποτε άλλο δεν μετρούσε

το λίγο ήταν όλα
και όλα ήταν εκείνος..

AND ALSO THE TREES - Dialogue

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ



Θα είναι μια μέρα σαν όλες τις άλλες.
Θα ξεκινάς να γράψεις και χείμαρρος οι λέξεις θα γεμίζουν τις σελίδες. Δεν θα προσπαθείς να θυμηθείς, να διαλέξεις, να βάλεις σε σειρά. Οι λέξεις θα πάρουν την πρωτοβουλία.

Θα 'ναι μια μέρα σαν όλες τις άλλες.
Μόνο που δεν θα βασανίζεις τη σιωπή να γεννήσει ήχους.
Οι σκόρπιες σελίδες θα ζωντανεύουν μέσα απ' τις λέξεις σου
κι εσύ, αναστατωμένος θα τις κοιτάζεις, θα μονολογείς ίσως, σίγουρα θα λάμπεις.

Κι όμως, δεν θα 'ναι μια μέρα σαν όλες τις άλλες!

Silena 20/8/2012

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

ΠΕΡΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ


"Η δουλειά του κριτικού είναι εύκολη. Ρισκάρουμε πολύ λίγα και είμαστε σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με αυτούς που θέτουν τη δουλειά τους και τον ίδιο τους τον εαυτό στην κρίση μας. Κάνουμε αρνητικές κριτικές γιατί έχει πλάκα να τις γράφεις όσο και να τις διαβάζεις. Όμως κάποια στιγμή αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας οφείλουμε να παραδεχτούμε την αλήθεια, πως ακόμη και το πιο μέτριο φαγητό (έργο τέχνης) είναι σημαντικότερο από την κριτική μας.
Υπάρχουν φορές όμως που ένας κριτικός ρισκάρει πραγματικά για να ανακαλύψει και να υπερασπιστεί κάτι καινούργιο ο κόσμος είναι συχνά σκληρός απέναντι σ’ ένα νέο ταλέντο σε νέες δημιουργίες το καινούργιο χρειάζεται φίλους.
Χτες το βράδυ γεύτηκα (απόλαυσα) κάτι νέο. Ένα θεσπέσιο γεύμα (έργο τέχνης) από μια απροσδόκητη και ασυνήθιστη πηγή.
Το να ισχυριστώ πως το γεύμα (έργο) και ο δημιουργός του κατέρριψαν τις προκαταλήψεις μου για το τι είναι υψηλή μαγειρική (υψηλή τέχνη) θα ήταν το ελάχιστο. Με συγκλόνισε. Στο παρελθόν δε δίστασα να εκφράσω την περιφρόνησή μου για το μότο του Gusteau «όλοι μπορούν να μαγειρέψουν (κάνουν τέχνη)» αλλά μόνο τώρα συνειδητοποίησα πραγματικά τι εννοούσε.
Δε μπορεί να γίνει ο καθένας μεγάλος καλλιτέχνης. Αλλά ο μεγάλος καλλιτέχνης μπορεί να προέρχεται από οπουδήποτε."


Ότι διαβάσατε παραπάνω δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια κριτική υψηλής μαγειρικής που "δανείστηκα" από την ταινία Ratatouille και με τα πορτοκαλί γράμματα δίνω μια άλλη πιθανή της διάσταση. Θεωρώ πως θα ήταν ενδιαφέρον να τη διαβάσουν οι κριτικοί τέχνης, λογοτεχνίας, ποίησης ... ίσως βρούνε αρκετές αλήθειες!

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

Hermann Hesse - Ravi Shankar - Philip Glass

μια απροσδόκητη εικόνα σήμερα, μου 'δωσε την αφορμή να ανασύρω μια παλιότερη ανάρτησή μου και να την δημοσιεύσω ξανά... εμπλουτισμένη με μουσικές που λατρεύω!!



«Σιντάρτα: Ένα ινδικό παραμύθι» (επαναδημοσίευση)















© inspiration by Silena

[...]

«Γιατί θά ’πρεπε να φοβηθώ ένα σαμάνο, έναν ανόητο σαμάνο από το δάσος που έρχεται από τα τσακάλια, και δεν ξέρει τι είναι οι γυναίκες;»

«Ω, είναι δυνατός ο σαμάνος και δεν φοβάται τίποτα. Θα μπορούσε να σε βιάσει, όμορφο κορίτσι. Θα μπορούσε να σε ληστέψει. Θα μπορούσε να σου κάνει κακό!»

«Όχι σαμάνε, δε φοβάμαι γι’ αυτό. Φοβήθηκε ποτέ ένας σαμάνος ή ένας βραχμάνος πως θα μπορούσε νά ’ρθει κάποιος και να του κλέψει την σοφία, την ευσέβεια και τη σοβαρότητά του; Όχι, αφού του ανήκουν, και δίνει απ’ αυτά μόνον ό,τι θέλει να δώσει και όταν θέλει. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την Καμάλα και τις χάρες της αγάπης. Το στόμα της Καμάλα είναι κόκκινο και όμορφο, αλλά δοκίμασε να το φιλήσεις χωρίς τη θέλησή της και δε θά ’χεις ούτε σταγόνα! Είσαι διψασμένος για μάθηση, Σιντάρτα. Μάθε λοιπόν αυτό: την αγάπη μπορεί κανείς να τη ζητιανέψει, να την αγοράσει, να την πάρει δώρο, να τη βρεί στο δρόμο, αλλά να την κλέψει δεν μπορεί. Σκέφτηκες λάθος δρόμο. Όχι, θά ’ταν κρίμα ν’ αρχίσει έτσι ένας τόσο όμορφος νέος σαν κι εσένα».

[...]

Του μάθαινε ότι οι εραστές δεν πρέπει να χωρίζονται μετά τη φωτιά της αγάπης χωρίς να θαυμάσουν ο ένας τον άλλο, χωρίς να νιώσουν τόσο νικημένοι όσο και νικητές, για να μη νιώσει κανείς από του δυό χορτασμένος ή ανικανοποίητος, και να μη γεννηθεί σε κανέναν το άσχημο αίσθημα πως χρησιμοποιήθηκε ή χρησιμοποίησε τον άλλο.

[...]

Ο Σιντάρτα είπε: «Τί μπορώ να σου πω εγώ, σεβάσμιε; Μήπως πως αναζητάς υπερβολικά; Πως η αναζήτηση σ’ εμποδίζει να βρεις;»

«Μα πώς;» ρώτησε ο Γκοβίντα.

«Όταν κάποιος ζητάει», είπε ο Σιντάρτα, «συμβαίνει να συχνά να μη βλέπουν τα μάτια του παρά μόνο το πράγμα που ζητάει, συμβαίνει να μην είναι ικανός να βρει τίποτα, επειδή σκέφτεται πάντα μόνο αυτό που ζητάει, επειδή έχει ένα σκοπό, επειδή κατέχεται από τον σκοπό. Ζητάω θα πει: έχω ένα σκοπό. Βρίσκω όμως σημαίνει: είμαι ελεύθερος, στέκομαι ανοιχτός, δεν έχω κανένα σκοπό. Εσύ, σεβάσμιε, είσαι κατά πάσα πιθανότητα πραγματικά ένας αναζητητής, αφού, επιδιώκοντας το σκοπό σου, δεν βλέπεις μερικά πράγματα που είναι εμπρός στα μάτια σου».

[...]

ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο "Σιντάρτα" του Hermann Hesse

ILLUSIONS




Κλείνει τα μάτια. Μπροστά του, εκείνη.

Ακινητοποιεί τη μορφή της.

Δυο τρεις βαθιές ανάσες κι η μυρωδιά της διαποτίζει το φιλί του.

Με απόγνωση θωπεύει τους ήχους, παράκληση συγκινητική, ν' ακουστούν.

o mio babbino caro

Χωράνε σ' ένα δωμάτιο οι λέξεις κι η ευτυχία χωράει σ' ένα τραγούδι.

Τα χέρια της είναι τώρα απλωμένα, σβήνουν τη λύπη του, θριαμβεύουν στο χρόνο.

Κι εκείνος ελπίζει, ξανά.

Η φωνή της καθαρή. Χωρίς στίγματα νοσταλγίας.

Τραγουδάει.

o mio babbino caro

Στην άκρη από τα δάχτυλά της, η επιθυμία του.
Τα θέλω του μεγεθύνονται, τον κατακλύζουν. Γίνεται παιδί, ζητάει. Διψάει, πονάει, θυμάται...

o mio babbino caro

Ανοίγει τα μάτια.

Silena 18/8/2012

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012

Esbjörn Svensson Trio

Ένα εκπληκτικό jazz piano trio από τη Σουηδία, οι μουσικοί του?

ο Esbjörn Svensson - πιάνο

ο Dan Berglund - double bass

και ο Magnus Öström - drums.

Κι αν θέλετε να μάθετε πιο πολλά, δεν έχετε παρά να κάνετε ένα κλικ στο ...Esbjörn Svensson Trio

Σας το χαρίζω..

ΟΙ ΦΙΛΕΣ



Οι καλεσμένες της ήταν κιόλας έξω από την πόρτα. Την ώρα που στερέωνε το χτενάκι στα μαλλιά της, χτυπούσαν το κουδούνι. Έτρεξε χαρούμενη να τις υποδεχτεί. Είχε πάνω από χρόνο να τις δει και της είχαν λείψει.

Αγκαλιές, φιλιά, μέχρι και λίγα δάκρυα είχε η συνάντηση αυτή. Μπαίνοντας κάθε μια στο σπίτι, έβγαζε τα παπούτσια της και τ' άφηνε δίπλα στην πόρτα.

Πέντε αγαπημένες φίλες, όσα και τα δάχτυλα κάθε ποδιού. Κάθισαν στο πάτωμα, ξυπόλητες, χαμογελαστές σχεδόν ευτυχισμένες και μιλούσαν ή δεν μιλούσαν. Δεν είχαν σημασία τα λόγια αλλά η αγάπη που γέμιζε το δωμάτιο.

Κάποια στιγμή, εκείνη, χάθηκε στο άλλο δωμάτιο και επέστρεψε κρατώντας στα χέρια της ένα μεγάλο πολυκαιρισμένο βιβλίο. Τις κάλεσε να έρθουν κοντά της και με αργές μυστηριώδεις κινήσεις άνοιξε το μεγάλο βιβλίο.

Μια δυνατή κραυγή έκπληξης βγήκε από το στόμα των τεσσάρων κοριτσιών.
- Αυτό το βιβλίο είναι η ζωή μας, φώναξε ενθουσιασμένη η πρώτη.
- Μα πώς, πότε? Δεν μας είπες ποτέ τίποτε! είπε η δεύτερη παριστάνοντας τη θυμωμένη.
Η τρίτη δεν μίλησε, μόνο την πλησίασε και την πήρε αγκαλιά.
Η Άννα, η τέταρτη φίλη, πήρε το βιβλίο στα χέρια της κι άρχισε να διαβάζει...

Πρέπει να πέρασαν πολλές ώρες, το βιβλίο πήγαινε από τα χέρια της μιας στα χέρια της άλλης, μια διήγηση από πέντε διαφορετικές ψυχές, από πέντε διαφορετικές φωνές.

Τελικά κατέληξε στα χέρια της. Όταν διάβασε την τελευταία σελίδα, ξημέρωνε. Και οι πέντε φίλες ξάπλωσαν στο πάτωμα, ξυπόλητες κι ευτυχισμένες. Ένιωθαν σαν να είχαν ξαναζήσει όλα εκείνα τα όμορφα χρόνια που τις ένωσαν και τις ενώνουν μέχρι σήμερα. Ένιωσαν δυνατές κι αληθινές κι αυτό κανείς τους δεν μπορούσε να τους το πάρει!

Ο καιρός φέρνει βροχή. Ακόμη ένα καλοκαίρι πλησιάζει στο τέλος του. Οι ψυχές όμως λάμπουν και τα μάτια... θυμούνται. Ο χρόνος για τις πέντε αγαπημένες φίλες είναι πάλι εδώ. Μάτια αγγελικά, εικόνες μαγικές μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου.

©Silena
17/8/2012

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

BB KING - ERIC CLAPTON

JAZZ ΣΤΗ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ

Το ταξίδι συνεχίζεται στο Φεστιβάλ Μεγάρου Γκύζη στη Σαντορίνη με το Takis Barberis Group και μια ξεχωριστή και συγχρόνως ιδιόρρυθμη συνύπαρξη Ανατολής και Δύσης, όπου η jazz συναντά μαγικά τη funk, το rock αλλά και την ινδική, βαλκανική και ελληνική μουσική.

Στις 20/8 ο Τάκης Μπαρμπέρης στην κιθάρα, ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες τζαζίστες, ερμηνεύει παλαιότερες αλλά και νέες ακυκλοφόρητες συνθέσεις του με τον Μάνο Σαριδάκη στο πιάνο, τον Γιώργο Γεωργιάδη στο μπάσο και τον Μιχάλη Καπηλίδη στα τύμπανα

Τάκης Μπαρμπέρης, κιθάρα
Μάνος Σαριδάκης, πιάνο
Γιώργος Γεωργιάδης, μπάσο
Μιχάλης Καπηλίδης, τύμπανα

Τάκης Μπαρμπέρης, σύνθεση - κιθάρα



Πηγή και  περισσότερες πληροφορίες...    εδώ

ΞΩΤΙΚΟ



Μοιάζει με ξωτικό. 
Με τον αέρα μοιάζει, που γλιστράει ανάμεσα στα φύλλα και τα κάνει να ριγούν.
Μιλάει με τα πουλιά, γελάει με τα σύννεφα, στροβιλίζεται με τα κύματα.

Μοιάζει με ξωτικό.
Μοιράζει σταγόνες βροχής, σκορπίζει ευωδιές από γιασεμί και νυχτολούλουδο. Είναι διάφανη.

Είναι το κορίτσι με τον ήλιο στα μαλλιά...

Silena 16/8/2012

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

ΜΙΑ ΕΥΧΗ




Μελωδική η ευχή μου για όλους όσους γιορτάζουν αύριο...

τη Δέσποινα, τη Μαρία, τον Μάριο, την Παναγιώτα και τον Παναγιώτη

Καλές μου φίλες και φίλοι να είστε καλά, να έχετε ζεστασιά στην καρδιά σας, χαμόγελο στα χείλη και φαντασία στην ψυχή ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

ΤΟ ΔΑΣΟΣ




Η ίδια της η φωνή την κάνει να πεταχτεί απ’ το κρεβάτι. Φοράει βιαστικά το αγαπημένο της τζην που φτάνει λίγο πιο πάνω απ’ τον αστράγαλο και το λευκό φανελάκι της. Βάζει τα σανδάλια της, παίρνει την ψάθινη τσάντα και φεύγει βιαστική. Προορισμός το μικρό δασάκι που μοιάζει με κείνο των ονείρων της και είναι τόσο κοντά της! Νιώθει τυχερή.

Σε λίγο φτάνει κι αρχίζει αμέσως να μαζεύει φυλλαράκια όλων των μεγεθών, των χρωμάτων από διάφορα δέντρα. Μαζεύει ξερά χορταράκια και καρπούς που βρίσκει πεταμένους από δω κι από κει. Η ψάθινη τσάντα κοντεύει να γεμίσει και κείνη ευχαριστημένη παίρνει το δρόμο της επιστροφής.


Έχει απλώσει τώρα στο τραπέζι όλους τους «θησαυρούς» που μάζεψε και μαζί κομμάτια χρωματιστά από υφάσματα. Τα κόβει σε διάφορα σχήματα, προσεκτικά, κολλάει κάποια μικρότερα πάνω σε άλλα και συνεχίζει…


Ο ήλιος δύει όταν αρχίζει να τα τοποθετεί πάνω της. Ξεκινάει από τα δάχτυλα των ποδιών. Δένει μικρές λευκές κλωστίστες κι άλλες μεγαλύτερες κι όταν τελειώνει, οι κλωστές μοιάζουν με ρίζες αληθινές. Ξαπλώνει, παίρνει προσεκτικά σταγόνες μελιού και κολλάει πάνω της τα μικρά κομμάτια ύφασμα. Ανεβαίνει σιγά σιγά και τότε η παράξενη κατασκευή της αρχίζει να παίρνει μορφή. Κοντεύει να νυχτώσει όταν πια τελειώνει. Γέρνει κουρασμένη μα ευχαριστημένη κι αφήνεται στη γλύκα του ύπνου. Βυθίζεται στον κόσμο των ονείρων, πετάει τα συνειδητά, υπερβαίνει τον αληθινό κόσμο, ξεστρατίζει στα υπέροχα μονοπάτια του φανταστικού.

Μια ανατριχίλα τη διαπερνά κι ανοίγει τα μάτια. Έξω σκοτάδι.

Στέκεται μπροστά της άφωνος. Την κοιτάζει. Πηγαίνει να την αγγίξει μα τραβάει το χέρι του μόλις βλέπει πως εκείνη έχει τα μάτια της ανοιχτά.

Δε θέλει να περιπλανηθεί στο δάσος που «γεννήθηκε» πάνω στο κορμί της, δίχως το κάλεσμά της. Κοιτάζει τα πράσινα φυλλαράκια, τα κομμάτια από το καφέ απαλό ύφασμα κολλημένα πάνω της μοιάζουν με κορμούς και κλαδιά δέντρων. Ένας ήλιος κι ένα φεγγάρι. Ο ήλιος στο αριστερό και το φεγγάρι στο δεξί στήθος. Τόσα πολλά πάνω σ’ ένα κορμί!

Δε θέλει να περιπλανηθεί στο δάσος που «γεννήθηκε» πάνω στο κορμί της, δίχως το κάλεσμά της. Κοιτάζει τώρα μια φωλιά από ξερά χορταράκια στερεωμένη στη μια της μασχάλη. Έχει ολοστρόγγυλους καρπούς μέσα της, μοιάζουν με αυγά. Μικρές κόκκινες πασχαλίτσες με ζωηρές μαύρες βούλες περιδιαβαίνουν τα πόδια της βιαστικές. Στα δάχτυλα των χεριών της πεταλούδες χρωματιστές. Στα μαλλιά ασημένια αστέρια.

Δε θέλει να περιπλανηθεί στο δάσος που «γεννήθηκε» πάνω στο κορμί της, δίχως το κάλεσμά της. Εξερευνά με το βλέμμα και κάθε στιγμή ανακαλύπτει χρώματα κι αγάπη.


Δε θέλει να περιπλανηθεί στο δάσος που «γεννήθηκε» πάνω στο κορμί της, δίχως το κάλεσμά της.

Εκείνη απλώνει τα «κλαδιά της», μια αγκαλιά και τον καλεί.
Η γη είναι γυναίκα, του ψιθυρίζει τρυφερά στο αυτί…

©Silena
14/8/2012

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

ΜΕΤΡΟΥΣΕ ΑΣΤΕΡΙΑ ΘΥΜΑΤΑΙ




Μια νύχτα ονειρεύτηκε πως ταξίδευε μ' ένα πελώριο καράβι. Η θάλασσα γαλήνια, σκοτεινή κι απέραντη. Το καράβι, κάτασπρο.

Μια νύχτα ονειρεύτηκε πως ταξίδευε μ' ένα πελώριο καράβι. Ξαπλωμένη στην πλώρη. Το βλέμμα να χορεύει με το φεγγάρι και το χαμογέλο να διώχνει τις γκρίζες σκέψεις μακριά.

Μια νύχτα ονειρεύτηκε πως ταξίδευε μ' ένα πελώριο καράβι. "Ταξίδι στις επτά θάλασσες", είπε.

Ξαφνικά όλα αλλάζουν. Αναποδογυρίζει η γη κι αρχίζει και κείνη να πέφτει. Μια πτώση με ακαθόριστη διάρκεια. Μια πτώση τρομακτική.

Μια νύχτα
προσγειώθηκε
κατευθείαν
στο φεγγάρι.

Μια πτώση
τρομακτική.

Μετρούσε αστέρια, θυμάται.
Τώρα τα σκορπίζει στο μαύρο.

Φωσφορίζει και κείνη.
Αστέρι χλωμό.

Μετρούσε αστέρια, θυμάται.
Τώρα είναι ένα απ' αυτά.

Silena 13/8/2012

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ



Δυστυχώς πριν λίγο "έχασα" κυριολεκτικά την προηγούμενή μου ανάρτηση που είχε τον τίτλο "Παραχωρήσεις", τα σχόλια τα διάβασα και τα απάντησα όμως δεν μπορώ να επαναφέρω την ανάρτηση και δεν γνωρίζω το γιατί. Τα παιχνίδια του blogger πολύ με ενοχλούν.

Τ' αφήνω όλα αυτά τα αρνητικά πίσω και σας εύχομαι καληνύχτα με μια θεσπέσια μελωδία




2046


Το έτος 2046 ένα τεράστιο σιδηροδρομικό δίκτυο εκτείνεται στην υφήλιο. Κάθε τόσο ένα μυστηριώδες τρένο αναχωρεί για το 2046. Κάθε επιβάτης που πάει στο 2046 έχει την ίδια πρόθεση. Θέλει να ξαναβρεί τις χαμένες του μνήμες.

Επειδή ποτέ δεν αλλάζει τίποτα στο 2046, κανείς δεν ξέρει αν αυτό είναι αλήθεια επειδή κανείς δεν πάει πίσω... εκτός από μένα.

998, 997,...


Aν κάποιος θέλει να φύγει από το 2046 πόσο καιρό θα χρειαστεί; Κάποιοι φεύγουν αρκετά εύκολα. Άλλοι ανακαλύπτουν ότι χρειάζεται πολύς χρόνος. Ξεχνώ πόσο καιρό βρίσκομαι σ' αυτό το τρένο. Αρχίζω να νιώθω πολύ μόνος.

- Απ' ότι θυμάμαι πολλοί έφυγαν για το 2046. Κανείς δε γύρισε πίσω. Είσαι ο πρώτος που γυρνάει. Μπορώ να μάθω γιατί έφυγες από το 2046;

Όποτε με ρωτούσε κάποιoς γιατί έφυγα από το 2046 του έδινα μια αόριστη απάντηση.

Ξέρεις τι έκαναν οι άνθρωποι τον παλιό καιρό όταν είχαν μυστικά που δεν ήθελαν να μοιραστούν; Αναρριχούνταν σ' ένα βουνό, έβρισκαν ένα δέντρο, σκάλιζαν μια τρύπα στον κορμό του, ψιθύριζαν το μυστικό μέσα στην τρύπα και μετά τη σφράγιζαν με λάσπη. Έτσι κανείς άλλος δεν μάθαινε το μυστικό. Κάποτε ερωτεύτηκα μια γυναίκα. Μετά από λίγο εκείνη με άφησε. Πήγα στο 2046. Πίστευα πως ίσως εκείνη με περίμενε εκεί. Αλλά δεν μπόρεσα να τη βρω. Δεν μπορώ να πάψω ν' αναρωτιέμαι αν με αγαπούσε ή όχι... όμως δεν έμαθα ποτέ. Ίσως η απάντησή της ήταν σαν μυστικό... που κανείς άλλος δεν έπρεπε να μάθει.

Όλες οι μνήμες είναι ίχνη δακρύων.

(Από την εξαιρετική ταινία του Wong Kar Wai "2046")

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

ΤΟ ΘΑΥΜΑ




Το παράθυρο είναι ανοιχτό και μια αραχνοΰφαντη κουρτίνα θροΐζει σε κάθε φύσημα του αγέρα. Εκείνη είναι στον κήπο. Περιεργάζεται τα λουλούδια. Τα χαϊδεύει, τα παρατηρεί τρυφερά. Σε κάθε ανακάλυψη ενός νέου άνθους, χαμογελά. Κάθε φρέσκο ολοπράσινο φυλλαράκι τραβάει το βλέμμα της που στέκεται πάνω του, λίγο παραπάνω από τα άλλα. Κι εκείνο, το τυχερό, ανασηκώνεται ψηλότερα, περήφανο που επιλέχτηκε από κείνη. Δυο αηδόνια σωπαίνουν σε τούτη την κίνηση του ευτυχισμένου φύλλου. Σέβονται τη στιγμή.


Τα βήματά της μουρμουρίζουν τραγούδι μαγευτικό. Με χάδι μοιάζει το φρέσκο χορτάρι καθώς περνάει ανάμεσα από τα γυμνά δάχτυλα των ποδιών. Κάποια μικρά χορταράκια, γλυκαίνονται απ’ αυτή την επαφή και μένουν εκεί, κατάπληκτα.


Από την άλλη άκρη του κήπου έρχεται μια απαλή ευωδιά. Δεν αναστατώνει την ψυχή αυτό το άρωμα. Την καλεί να πάει κοντά του. Και κείνη εκστασιάζεται από τούτη την απλότητα, γοητεύεται και ενδίδει.


Τα βήματά της την οδηγούν στην πηγή της ευωδιάς.


Είναι ένας ολάνθιστος τριανταφυλλένιος κύκλος από τριανταφυλλιές στο χρώμα του βύσσινου. Κόκκινο βαθύ, απρόσμενο.


Τα πλησιάζει ένα-ένα. Ρουφάει με την ψυχή της το μεθυστικό άρωμα κι έτσι ζαλισμένη από την τόση ευωδιά ξαπλώνει στο χορτάρι.


Το σώμα της γεμάτο αρώματα, τα χείλη της κόκκινα στο χρώμα των ρόδων.


Όταν σ’ αγγίζει το θαύμα, πώς ν’ αντισταθείς!


Ανοίγει τα μάτια έτσι ξαπλωμένη στο χορτάρι ανάμεσα από τα ολάνθιστα τριαντάφυλλα κι αντικρίζει σύννεφα περαστικά κι ανέμελα πουλιά. Κατεβάζει τα μάτια στα δάχτυλα που στολίζονται από τα μικρά πράσινα χορταράκια.


Μέσα στην ηρεμία αυτού του κήπου με τα σαγηνευτικά αρώματα, τα σκιρτήματα της φύσης φέρνουν κοντά της τις γλυκές υποσχέσεις του έρωτα. Λυτρώνεται το σώμα από τα δεσμά, νικάει το πεπερασμένο, ανυψώνεται.


Ζει το θαύμα.


©Silena
11/8/2012