Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

ΣΚΕΨΕΙΣ

Καλοί μου φίλοι όπως καταλαβαίνετε έχω πολλά ...τρεξίματα ενόψει έκθεσης! Αύριο και μεθαύριο "στήνω" την έκθεση, πράγμα που σημαίνει πολύ δουλειά και την Τετάρτη είναι τα εγκαίνια, δεν σας κρύβω πως παρότι δεν είναι η πρώτη μου έκθεση, λίγη αγωνία την έχω, είναι από τις "αναταράξεις" της ψυχής που δεν μπορούμε και πολύ καλά να ελέγξουμε, δρουν απότομα και μόνες τους!

Γι' αυτό και θα διαλέξω κάτι... χαλαρωτικό γι' απόψε, ώστε κι εγώ να συνεχίσω την προετοιμασία ήρεμα και χαμογελαστά. Μαζί με την όμορφη μουσική έχετε και την καληνύχτα μου

HIBISCUS MOON



Το κόκκινο λουλούδι του ιβίσκου στολίζει τα λαμπερά μαλλιά και με κάθε κίνηση του κεφαλιού κλυδωνίζεται έτοιμο να πέσει κάτω. Εκείνος κάνει ενστικτώδεις κινήσεις να το πιάσει στον αέρα και να της το στερεώσει ξανά στα μαλλιά. Να την αγγίξει έστω και με αυτόν τον τρόπο.  

Εκείνη χαμογελάει ελαφρά και χαμηλώνει τα μάτια. Με μια κοφτή κίνηση σηκώνει το κεφάλι και την ίδια στιγμή το άλικο άνθος αρχίζει να πέφτει. Προσγειώνεται ακριβώς πάνω στα δάχτυλα των ποδιών της μυρωδάτο και κόκκινο.

Για πρώτη φορά νιώθει τη γοητεία να τον παραλύει. Γονατιστός μπροστά της αγγίζει τα δάχτυλα των ποδιών με την ταραχή, την αβεβαιότητα του έρωτα.

Μα κι εκείνη. Δεν απομακρύνεται, το αντίθετο, ξαπλώνει στη νοτισμένη άμμο και τείνει το πόδι. Δάχτυλο το δάχτυλο αρχίζει εκείνος να εξερευνά, να εισχωρεί στα μυστικά της, να ταράζεται και να την παρασέρνει σ’ έναν ξάγρυπνο χορό, τελετουργικό. Κι όπως τα χέρια ανεβοκατεβαίνουν και κυριαρχούν στη συγκαλυμμένη της επιθυμία, το λευκό μετάξι κυλάει κι ανθίζει από κάτω του ένα κορμί που συγκλονίζεται κι αναγαλλιάζει. Η μυρωδιά της ποτίζει κι εκείνον που παραδομένος στη μαγεία διασχίζει τις κορυφές και τις κοιλάδες της, δροσίζεται στον ποταμό της, γλυκαίνεται στα στήθη της. Με δυσκολία συγκρατεί την κραυγή του πόθου του που αναδύεται ορμητική. Η ανυπομονησία τον κυριεύει. Βιάζεται να γευτεί το τρυφερό της μυστήριο. Και με μια φωνή απόκοσμη ακούγεται να λέει: «Η ζωή, να προλάβουμε τη ζωή. Μια στιγμή είναι, μην την αφήσουμε να σβήσει έτσι. Να την αδράξουμε και μ’ έναν αναστεναγμό να τη μεγεθύνουμε, αιωνιότητα να γίνει, αιωνιότητα φυλαγμένη σε μια στιγμή».

Εκείνη ακούει τη φωνή του και φθάνει ακόμη πιο βαθιά. Αγγίζει την ψυχή του.

Ντυμένη με το λευκό της φόρεμα χορεύει.

Κάτω από το φως του φεγγαριού με γυμνά τα πόδια ν’ αφήνουν τα ίχνη της ζωής, αποτυπώματα πρωτόγνωρης ευτυχίας, πάνω στην υγρή άμμο.

Ας διαρκέσει, ας διαρκέσει ετούτη η βραδιά…

©Silena
29/7/2012


Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

ΣΑΝ ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ

4η ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ



θα ήταν μεγάλη τιμή και χαρά για μένα,
να έρθετε στην 4η ατομική μου έκθεση ζωγραφικής

Silena

ΔΥΟ ΣΥΝΝΕΦΑ




στη ζωή μου δυο σύννεφα πεθύμησα
της νύχτας και του ονείρου
δεν ψάχνω να τα βρω
ξέρουν εκείνα
πως μες στην τέχνη πάλι ξεκουράζομαι

και στο πορτοκαλί μου φυλαχτό
τα σύννεφα φυλάω

υπάρχω πάλι
με τους ανέμους αναδιπλώνομαι
στ' αστέρια την ψυχή μου λησμονώ

και αγαπώ
και πεθυμώ
κι αναζητώ


Silena 28/7/2012

 

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΕ ΣΤΟΝ...






 

 

ΤΟ ΚΟΙΤΑΓΜΑ




Κάθεται στην καρέκλα σιωπηλή. Κοιτάζει τα χέρια της που κρατούν το φλυτζάνι και παίζουν με τις καμπύλες του. Δε σκέφτεται τίποτα ή έτσι μοιάζει, χαμένη στις καμπύλες της πορσελάνης. Στο τραπέζι υπάρχουν ψίχουλα από το μεσημεριανό, δε τα διώχνει, τα κοιτάζει κι αυτά.

Το κοίταγμα. Το κοίταγμα δίνει ζωή. Αυτό σκέφτεται και σηκώνεται.

Η επαφή με το δάπεδο δροσίζει λιγάκι τα πόδια της. Η ζέστη είναι ανυπόφορη μα εκείνη την αντιμετωπίζει με ηρεμία.
Περπατάει και μετράει. Βήματα, απουσίες, σιωπές.

Περπατάει με γυμνά τα πόδια και μετράει. Αποτυπώματα. Φτάνει μπροστά στον καθρέφτη. Κοιτάζεται. Ξαπλώνει στο δάπεδο και ακουμπάει τις πατούσες πάνω στον καθρέφτη. Κι έπειτα παρατηρεί τα σημάδια. Το πρόσωπό της ανάμεσα στα ίχνη των πελμάτων.

Το κοίταγμα. Το κοίταγμα δίνει ζωή. Αυτό σκέφτεται και κάθεται ξανά κάτω.

Ένα ελαφρύ αεράκι φτάνει στο λαιμό της κι εξατμίζει τις μικρές σταγόνες που στριμώχτηκαν εκεί για να ...κοιταχτούν κι αυτές, μαζί με τ' αποτυπώματα, τους ήχους και τις σκέψεις.

Το βλέμμα φεύγει και προσγειώνεται στη διάφανη κουρτίνα που λικνίζεται σε κάθε ριπή ανέμου.
Γαληνεύει. Κοιτάζει τα πόδια της ξανά κι αρχίζει να τα φροντίζει τρυφερά.
Εκείνα αναστενάζουν από ευδαιμονία ίσως και λίγη ταραχή, γλυκιά.
Βλέπει ό,τι δεν βλέπουν οι άλλοι, νιώθει αυτή την απρόσιτη θαλπωρή του πιο τρυφερού, του πιο κρυφού μα τόσο φανερού αλλιώτικου χάρτη.

Τα κοιτάζει επίμονα τώρα.

Το κοίταγμα, το κοίταγμα δίνει ζωή. Αυτό σκέφτεται και χαμογελά.

©Silena
27/7/2012

ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ - ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ



Εκεί που τελειώνει η πραγματικότητα
βρίσκεται ένα νησί
το ξέρει εκείνη κι αναμένει

εκείνος δεν το ξέρει κι αγωνιά
μήπως δεν υπάρχει το νησί
μήπως
εκεί που τελειώνει η πραγματικότητα
τελειώνει και τ' όνειρο

"Δε γελιέμαι" του λέει εκείνη, υπάρχει το νησί

"Μόνο μαύρο βλέπω" της λέει εκείνος

"Αν δεν θέλεις να το δεις, δεν θα το δεις ποτέ" απαντά εκείνη


Silena 27/7/2012

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

JUST LIKE A WOMAN



όταν θυμώνει ξεχνάει πως είναι γυναίκα
ξεχνάει πως το κοριτσάκι μεγάλωσε
και κλαίει σπαραχτικά

με τρομάζει

ο τοίχος εδώ μπροστά,
τον βλέπεις?

πώς θα 'θελε τώρα να τον γκρεμίσει με τα χέρια
κι ας ματώσει!

Silena 26/7/2012

PAUL CELAN

Μίλα κ' Εσύ


Μίλα κ' εσύ, μίλησε τελευταίος
το λόγο σου να πης!

Μίλα - όμως μη ξεδιαλύνεις το ΄Οχι από το Ναι.
Και νόημα στο λόγο σου μη δώσης:
δώσε του τη σκιά.

Δώσε του σκιά αρκετή, δώσε του τόση
όση γύρω από σένα να υπάρχει ξέρεις
από μεσάνυχτα ως μεσημέρι κι ως μεσάνυχτα.

Κοίταξε γύρω, δες τί ζωντάνια γύρω -
ακόμα και στο θάνατο ζωντάνια!
Αληθινά μιλά όποιος για τη σκιά μιλάει.

Όμως το μέρος όπου στέκεσαι τώρα μικραίνει.
Τώρα για πού, χωρίς τη σκιά σου, εσύ, για πού;
Ανέβα προς τ' απάνω ψάξε.
Αλλιώτικος πιο φίνος γίνεσαι και πιο λεπτός!
Πιο λεπτός - σαν ένα νήμα
που με αυτό να κατεβή το αστέρι θέλει
κάτω στη γη, να πορευτεί εκεί
που το είδωλο του ν' αντιφεγγίζη βλέπει:

Μες στο κυμάτισμα οδοιπορούντων λόγων.


PAUL CELAN

Μτφ. Τασία Σ. Λουκάτου, Αθήνα 1967

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

ΜΙΑ ΕΙΚΑΣΙΑ


Girl under a Japanese Parasol



Μια κίνηση ανεπαίσθητη, αέρινη ενός φορέματος λευκού ή διάφανου.

Ένα πετάρισμα στιγμιαίο, αισθησιακό, των βλεφάρων.

Ο ήλιος μόλις έχει δύσει. Και το φεγγάρι φωτίζει το ενδιάμεσο.

Προμηνύεται ένα ακόμη ζεστό καλοκαιρινό βράδυ.

Η γυναίκα βγάζει το φόρεμα και γυμνή πια, αναζητάει λίγη δροσιά. Ξαπλώνει στη Chaise longue της βεράντας με τα πόδια διπλωμένα και ένα κινέζικο ομπρελίνο στο αριστερό της χέρι.

Δεν κοιτάζει το φεγγάρι. Κοιτάζει τα δάχτυλα του δεξιού της ποδιού.

Ίσως ν' ακούγεται από τη διπλανή βεράντα ένα τραγούδι που την συνταράζει.

Συναισθήματα πολλά, αναστατώνουν τα δάχτυλα και κείνη σκιρτά. Επιθυμεί, αγγίζει κι ονειρεύεται...

Silena 25/7/2012




ΣΑΝ ΞΥΠΟΛΥΤΗ ΘΕΑ



Θα την είχε σίγουρα νικήσει η κούραση και θα παραδινόταν σε ύπνο βαθύ αν εκείνο που της γαργαλούσε τις πατούσες κι έκανε την καρδιά της να φτερουγίζει δεν ήταν πιο δυνατό.

Η φούστα της μακριά και λευκή κυλιόταν στο χώμα, το δέρμα της είχε πάρει χρώμα καλοκαιριού και τα μαλλιά της ελεύθερα προμηνούσαν την καταιγίδα. Ξυπόλυτη με τα δάχτυλα των ποδιών να σκαρφαλώνουν στον απέναντι τοίχο παρατηρούσε δίχως να μιλά.

Την πλησίασε και της ζήτησε να του χαρίσει τον επόμενο χορό μα εκείνη αρνήθηκε.

Χαμήλωσε το κεφάλι και βάλθηκε να κοιτάζει τα πόδια της που ακόμα πάσχιζαν να συγκρατηθούν στη λεία επιφάνεια. Κι όσο ανέβαιναν τόσο η φούστα της γλιστρούσε προς τα κάτω αποκαλύπτοντας όλο και περισσότερα μυστικά. Μα ούτε μια κίνηση δεν έκανε να σκεπάσει τα πόδια. Απολάμβανε τη βραδινή δροσιά και ζούσε το μηδενικό χρόνο, εκείνον που αφήνει τη σκέψη ν' αποδεσμευτεί απ' οτιδήποτε γήινο και απτό. Και οι στιγμές έσπαγαν σαν να ήταν φτιαγμένες από γυαλί, έσπαγαν σε μικρά ασυνάρτητα κομματάκια και σκόρπιζαν από δω κι από κει σαν φως ή σαν ήχος. Ναι, σαν ήχος, που μόλις ακουγόταν, μα στα δικά της αυτιά έφτανε ολοκάθαρα. 

Άξαφνα, σηκώνεται απότομα αφήνοντας τα ίχνη της στο νοτισμένο από τη βραδινή δροσιά χώμα. Κατευθύνεται στο κέντρο της μικρής πλατείας, ακριβώς στο κέντρο. Κοντεύει μεσάνυχτα και οι περισσότεροι καλεσμένοι έχουν φύγει. Και τότε αρχίζει, στο ρυθμό του ήχου που μόνο στα δικά της αυτιά φτάνει, να χορεύει. Μα αυτός δεν ήταν χορός, ήταν ένα παραλήρημα. Τα πόδια να χτυπάνε με ορμή πάνω στο κόκκινο χώμα, το κορμί της να αναδιπλώνεται, να στριφογυρνάει, να καμώνεται το αποκαμωμένο κι αμέσως μετά να ξαναγεννιέται και να πετάγεται με ορμή στον κόσμο, νεογέννητο χωρίς λυγμούς. Κι έμοιαζε στο παραλήρημά της μέσα σαν μια θεά με χωμάτινα πόδια και φτερά στις πλάτες, σαν μια θεά ξυπόλητη, έτοιμη να πετάξει.

©Silena
25/7/2012

ΑΘΟΡΥΒΕΣ ΛΕΞΕΙΣ



ακροπατώντας
στις μύτες των δαχτύλων
αλλάζει εποχές

ακροπατώντας
στις άκρες της αγάπης
αλλάζει τις στιγμές

μην την τρομάζεις
μην της μιλάς

σαν τον αγέρα άγγιξέ τη

μην την τρομάζεις
να της μιλάς
με λέξεις σιωπηλές, αθόρυβες
σαν τις μικρές χαρές


Silena 25/7/2012

ΑΓΡΙΟ ΡΟΔΟ



ίσως τελικά να μην ζούμε στη χώρα του ποτέ
όλα μια αυταπάτη
απαλή σαν τα σύννεφα

ίσως τελικά να ζούμε εκεί που άγρια ρόδα φυτρώνουν
όλα μια πληγή
κόκκινη σαν το αίμα

ίσως...

γιατί τόσες αμφιβολίες, ανασφάλειες, ανησυχίες, άγχη.... ?

όλα από α μικρό αρχίζουν,

βλέπεις?

αλλάζω

Silena 25/7/2012

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Titia Inocencia



καληνύχτα :)

FERNANDO PESSOA

Ο ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ

Ποτέ πια δεν ένιωσα ηρεμία ούτε ευχαρίστηση. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η ζωή μου έγινε κενή και χλωμή. Εγώ που είχα τα πάντα, ένιωθα να μου λείπουν όλα. Δεν επιθυμούσα τίποτα και ταυτόχρονα επιθυμούσα τα πάντα. Όταν στα όνειρά μου προσπαθούσα να φανταστώ μια απόλαυση που θα με ικανοποιούσε, μια που θα με γαλήνευε, δεν τα κατάφερνα. Δεν ήξερα τι να ονειρευτώ για να αισθανθώ ευχαριστημένος έστω και στο όνειρό μου. Τα πράγματα της απλής μου ζωής, αυτά που στο παρελθόν περνούσαν απαρατήρητα, άρχισαν να μ' ενοχλούν, κι αυτά που με ευχαριστούσαν άρχισαν να περνούν απαρατήρητα, ή παράξενα σαν λουλούδια χωρίς άρωμα και χρώμα. Δεν ξέρω να πω αν αυτή η μεταμόρφωση που με έκανε άλλον υπήρξε αργή ή γρήγορη.
Το μόνο που ξέρω είναι ότι άρχισε όταν είδα τον Άντρα με τα Μαύρα να χάνεται στη στροφή του δρόμου.


O peregrino
Εκδ. Νεφέλη, 2010
Μτφ. Μαρία Παπαδήμα
σ. 15


ΜΙΛΑ ΤΗΣ




Νιώθει ανήμπορη, κουρασμένη. Τη βλέπω με το κεφάλι ακουμπισμένο στον τοίχο, το βλέμμα απλανές περιφέρεται στο άδειο σπίτι χωρίς να στέκεται πουθενά. Μόνο για μια στιγμή, ίσως από οίκτο, στάθηκε το βλέμμα πάνω στα πόδια της. Ματωμένα και πληγωμένα απ' τα γυαλιά. Να μπορούσε άραγε να διαστείλει το χρόνο, να ελαφρύνει και μέσα σε διάφανο μπαλόνι κλεισμένη ν' αρχίσει να πετάει!

Χαμογέλασε σαν έκανε τούτη τη σκέψη. Της πέρασε για λίγο ο πόνος, της έφυγε για λίγο ο φόβος του κόκκινου που κυλάει ζεστό και βάφει τη σάρκα, κι όταν στεγνώσει δύσκολο πια να βγει.

Άφησε το κορμί της να γλιστρήσει σιγά σιγά πάνω στον τοίχο και κάθισε στο πάτωμα. Αγκάλιασε τα πόδια της. Για πολύ ώρα έμεινε έτσι κοιτάζοντας τα ματωμένα δάχτυλα. Ούτε που κουνιόταν, συνήθιζε μονάχα, την ιδέα της πληγής.

Δεν γνωρίζει πόση ώρα πέρασε μα κάποια στιγμή έτσι ξαφνικά απέκτησε ξανά την ενέργειά της και με πολύ προσοχή και τρυφεράδα άγγιζε απαλά τα δάχτυλα και έβγαζε με δεξιοτεχνία τα μικρά κομμάτια γυαλιού που είχαν χωθεί στο δέρμα.

Δεμένα τα δάχτυλα με άσπρους επιδέσμους. Τα μάτια δεμένα κι αυτά. Η καρδιά σκοτεινή μέσα στη σιωπή να ξηλώνει τα νήματα αργά, βασανιστικά.

©Silena
24/7/2012

ΕΚΕΙ ΝΑ ΜΕ ΠΑΣ



Εκεί σου είπα, να με πας.

Ν’ αγγίξω τα φύλλα με τα πόδια,
να οσφρανθώ τους ήχους με την ψυχή, ν’ αντέξω.
Εκεί σου είπα, να με πας.

Με τα πόδια γυμνά, τα μάτια ορθάνοιχτα, την αγκαλιά ζεστή.

«Θα κουραστείς», ψίθυρος που ‘φερε τ’ αγέρι.

Εκεί σου είπα, να με πας.

Κι αν κουραστώ θα γείρω στο δροσερό χορτάρι και θ’ αρχίσω γύρω απ’ το σώμα μου να γυρνάω, να μετράω φωνές, να γελάω δυνατά απ’ την καρδιά, να φέγγω πιότερο κι απ’ τον ήλιο.

Εκεί να με πας.

Στους λόφους με τα χάρτινα δέντρα που αντί για φύλλα, λέξεις έχουν και αναστεναγμούς γλυκούς...


© Silena
24/7/2012

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ

 

 

 

 

 

 

 

 

Ἄς...


Σὲ τοῦτο τὸ μεταξύ,
ἂς παίζουμε μὲ τὶς λέξεις,
ἂς παίζουμε τῆς ὁμιλίας τὸ θεῖο παιγνίδι
ἀνύποπτοι ποιητὲς
ποὺ κλέψανε τὸ μυστικὸ
νὰ βλέπουνε καὶ ν᾿ ἀκοῦνε,
ν᾿ ἀγγίζουνε καὶ νὰ γνωρίζουνε τὰ πράγματα,
τὴν εἰκόνα τοῦ Κόσμου ξαναπλάθοντας
μ᾿ ἀστραφτερὲς λέξεις ἂς παίζουμε
καθὼς παιδιὰ μ᾿ ἀθώα χοχλάδια
ποῦ ξεβράστηκαν στ᾿ ἀκροθαλάσσι
μόλις ἀγγίζοντας τὴ μυστικὴ φωτιὰ
μόλις μαντεύοντας
τὸν κρύφιο κεραυνό,
μὲ χῶμα ἂς σκεπάζουμε καὶ στάχτη
τὴ φλόγα ποὺ οἱ θνητοὶ ν᾿ ἀγγίσουν δὲν τολμοῦν
δέσμιοι στὸ θάνατο
ἂς ξανοίγουμε τὶς χάρτινες βαρκοῦλες μας
μὲς στὸν ἀστραποβόλο ὠκεανό...


Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

ENRICO PIERANUNZI - Les amants



όμορφα μουσικά κύματα, αύρα θαλασσινή στ' αυτιά...

ΜΑΘΑΙΝΩ



μαθαίνω
το πρώτο μου χάδι
σε λέξεις τρισδιάστατες
κι αναστατώνομαι

μαθαίνω
το πρώτο φιλί
σε διάτρητα νοήματα
και γεύομαι

μαθαίνω
μαθαίνω

το φόβο...
τον συλλαβίζω
ακόμα
σε άσαρκες λέξεις

silena 23/7/2012

Ο ΧΟΡΟΣ

ΘΥΜΑΜΑΙ



Θα 'ναι μια μέρα, με ολόκληρο ασημένιο φεγγάρι. Ναι είμαι σίγουρη, μέρα θα είναι. Η μουσική απαλή ίσα ίσα να μην χάνουν τα πόδια το ρυθμό τους, γυμνά πάνω στο μάρμαρο.
Θα 'ναι μια μέρα, που θα σου ζητήσω να μ' ακολουθήσεις μέχρι το άπειρο κι έπειτα γυρνάμε, θα πω. Και θα μ' εμπιστευτείς, θα σκύψεις, θα βγάλεις τα σανδάλια σου και σαν ένδειξη πίστης θα μου δώσεις τα πόδια σου να πατήσω.

Θα' ναι μια μέρα, που θα ευωδιάζει η φύση αρώματα κι εσύ θα μου ζητήσεις να χορέψουμε

η μουσική απαλή ίσα ίσα να μην χάνουν τα πόδια το ρυθμό τους
θα σου ζητήσω να μ' ακολουθήσεις, μέχρι το άπειρο κι έπειτα γυρνάμε, θα πω
θα μου δώσεις τα πόδια σου να πατήσω

η μουσική απαλή
μ' ακολουθείς μέχρι το άπειρο
πάνω στα πόδια σου, τα πόδια μου

θυμάμαι...

Silena 23/7/2012

THE LIGHT



Σε μια ανύποπτη στιγμή εσωτερικής καθαρότητας, συνειδητοποιεί έντρομη πως όλα όσα συμβαίνουν γύρω της δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αυταπάτη.

Το λάθος ξεκινάει από την επιμονή όλων αυτών που την αγαπούν ειλικρινά, να της περιγράφουν ξανά και ξανά πώς είναι το ένα και πώς είναι το άλλο και τι θα γίνει αν κάνει αυτό ή εκείνο.

Κι έτσι τα μάτια της χάνουν την ικανότητα της θέασης της πραγματικότητας. Δημιουργούν αυτά μιαν άλλη πραγματικότητα πλασματική σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες και τις διηγήσεις εκείνων που την αγαπούν ειλικρινά.

Η στιγμή της αντίδρασης ήρθε και πέρασε και κείνη δεν είχε την απαιτούμενη διαύγεια μα ούτε την εκπαίδευση να σπάσει τη γυάλα και να δει. Οργισμένη νιώθει, απογοητευμένη νιώθει, αδύναμη νιώθει.

Θέλει να γυρίσει το χρόνο και να του δώσει αυτή το ρυθμό.
Ίσως και να τα καταφέρει...

Silena 23/7/2012

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

MARIA CALLAS

Enrico Pieranunzi

ΜΙΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΜΕΡΑ


*(η υπέροχη μουσική, πολύτιμο δώρο από την αγαπημένη μου κ.κ.)

Μια συνηθισμένη καλοκαιρινή μέρα.

Με τα μέλη να βαραίνουν κάτω απ’ τον ανελέητο ήλιο, το μέτωπο να γεμίζει σταγόνες αλμυρές που πληθαίνουν και πληθαίνουν. Μικρά ρυάκια τώρα κατεβαίνουν από το αυτί μπροστά και στο λαιμό κυλάνε γαργαλιστικά.

Μια συνηθισμένη καλοκαιρινή μέρα.

Με την ανάσα λαχανιασμένη και το στήθος φουσκωμένο προσπάθεια σκληρή να μην χάσει τη μια ριπή του ανέμου που ξαφνικά θα εμφανιστεί!

Τη φούστα της σηκώνει και την ανεμίζει με ρυθμό, δροσιά γυρεύουν τα πόδια της. Αισθάνεται καλύτερα.

Μια τρελή ιδέα περνάει απ’ το μυαλό της. Τρέχει στην αυλή, κάτω από την καταπράσινη κληματαριά σταφύλια ζουμερά, κοσμήματα της φύσης. Το πέτρινο πηγάδι της αυλής μοιάζει να την περιμένει. Χωρίς δισταγμό ρίχνει στο «στόμα» του τον μεταλλικό κουβά άδειο. Κι εκείνος σε λίγο ανεβαίνει γεμάτος δροσερό νερό. Σκύβει το κεφάλι πάνω στο κρυστάλλινο νερό, καθρεφτίζεται, πίνει λιγάκι και με μια ακαριαία κίνηση ρίχνει το υπόλοιπο νερό στο πρόσωπο και το κορμί της.

Κι αν της ζητούσαν να ονοματίσει κείνη την ώρα τη μεγαλύτερη απόλαυση του κόσμου, σίγουρα εκείνο το κατάβρεγμα θα διάλεγε.

Με τα ρούχα βρεγμένα να κολλάνε πάνω της, τα πόδια δροσισμένα να πλατσουρίζουν πάνω στην βρεγμένη πέτρα περπατάει αγέρωχη και δεν τη νοιάζει αν μικρά πετραδάκια τρυπώνουν στα δάχτυλά της ανάμεσα, δεν τη νοιάζει αν ο ήλιος πυρακτώνει την πέτρα. Είναι δροσερή και λέφτερη. Το χρόνο καταργεί με τα πουλιά μιλάει και ρώγες ζουμερές με λαιμαργία απολαμβάνει.

Στεγνώνει το ρούχο πάνω της κι η ευωδιά που αναδύεται απ’ το κορμί είναι θερμή και γήινη, σαν τη ζωή.

Ακουμπάει το χέρι στην καρδιά και χαμογελάει.

Δεν είναι παρά… μια συνηθισμένη καλοκαιρινή μέρα.

© Silena
22/7/2012



Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

MORE DREAMS...

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ




Καθισμένη κάτω από μια ανθισμένη λεμονιά, περιμένει.

Έχει το πρόσωπο ανάμεσα στα γόνατα και τα πόδια γυμνά.

Τα μάτια λάμπουν κι η ψυχή μεθάει από τ’ άρωμα και την ερωτική αναμονή.

Τραγουδάει απαλά την ευτυχία κι από το τραγούδι αυτό χρωματιστές κορδέλες γεννιούνται κι αρχίζουν να στροβιλίζονται ψηλά στον ουρανό. Σε λίγο επιστρέφουν στη μυρωμένη πηγή, να ξυπνήσουν τις αισθήσεις. Κλείνει τα μάτια κι όνειρο βλέπει. Πως είναι λέει αυτή το πουλί και κείνος, ο άνεμος.

Η υπόσχεση γλυκιά, βροχή αστεριών το χάδι, ταξίδι το φιλί.

© Silena
21/7/2012

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

LE REVE



για σας αγαπημένοι μου συνταξιδευτές του ονείρου

ORANGE JAZZZZZZ



με τέτοιους ήχους, προετοιμάζομαι απόψε για μια jazz βραδιά!!!

ORANGE WAS THE COLOR....

ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ




Ακουμπάει λιγάκι στην κουπαστή του καραβιού και λυγίζει το πόδι της σαν για να το ξεκουράσει. Το λευκό πεδιλάκι που φοράει πέφτει κι αφήνει το πέλμα έκθετο στα βλέμματα όσων κάθονται στις ξύλινες  θέσεις του καταστρώματος. Δεν δίνει καμία σημασία, παρά τεντώνει το πόδι της κι έπειτα αρχίζει να κάνει μικρούς κύκλους γύρω από το ίδιο σημείο,  σαν να χορεύει. Κάποια στιγμή μάλιστα έχει τόσο απορροφηθεί από τον μοναχικό της "χορό" που αρχίζει να τραγουδάει σιγανά ένα ρυθμό για να συνοδεύσει αρμονικά την κίνηση του ποδιού. Σαν  να βαρέθηκε έπειτα από λίγο. Γυρνάει προς τις θέσεις που βρίσκονται πίσω της και ψάχνει με το βλέμμα για κάποια κενή. Όλες είναι γεμάτες από μεγάλους, μικρούς, ορεξάτους και ζωηρούς ή ζαλισμένους και κουρασμένους. Στο βλέμμα της δεν υπάρχει απογοήτευση. Σκύβει φυσικά και φοράει πρόχειρα το πέδιλό της χωρίς να το δέσει. Με αργά βήματα αρχίζει να πηγαίνει προς την άλλη πλευρά. Και να μπροστά της μια ελεύθερη θέση. Πάει να καθίσει μα την τελευταία στιγμή αλλάζει γνώμη και νάτη τώρα, πάνω σε ένα ...μπαουλάκι που τη χωράει ίσα ίσα. Νάτη, ν' απλώνει τα πόδια της και να τεντώνεται νωχελικά. Ξαπλωμένη, με τα πόδια απαλλαγμένα από τα ενοχλητικά λουράκια και με το καπέλο στο πρόσωπο, κοιμάται. Κοιμάται κι ονειρεύεται πως είναι σ' ένα έρημο νησί και εξερευνά κι ανακαλύπτει και δυσκολεύεται μα σαν τα καταφέρει χαίρεται. Και στο νησί αυτό, δεν πετάνε πουλιά μα λέξεις τρυφερές. Στο νησί αυτό, δεν κολυμπάνε ψάρια στα νερά του μα μικρές γλυκές ιστορίες. Στο νησί αυτό δεν είναι μόνη και νιώθει να φουντώνει από ευτυχία. Κι όταν το σούρουπο ξυπνάει ξεκούραστη και ξανανιωμένη γνωρίζει πως το νησί της υπάρχει, υπάρχει μόνο γι' αυτήν και κανείς δεν μπορεί να το βρει!
Χαμογελάει, αγγίζει τα ξεκούραστα και φρεσκοξυπνημένα της πόδια, κουνάει λιγάκι τα δάχτυλα για να ξυπνήσουν κι αυτά και φοράει ξανά τα πεδιλάκια της.
Με μια απροσδόκητη κίνηση σκύβει κι ανοίγει το μπαούλο. Μέσα στα χέρια της ένας χάρτης, μέσα στην ψυχή της η νιότη ολόκληρη.  

©Silena
20/7/2012

TURGENEV IVAN SERGEEVIC

Η ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ

(περιγραφή)




Την διασκέδαζε να ξυπνά στους άνδρες πότε ελπίδες και πότε φόβους, να τους σέρνει από τη μύτη κατά τα κέφια της -αυτό το έλεγε να κοπανάς τους ανθρώπους τον έναν με τον άλλον- εκείνοι όμως ούτε καν σκέφτονταν να της αντισταθούν και υποτάσσονταν πρόθυμα.

Σε όλη της την ύπαρξη, την ζωηρή και ωραία, υπήρχε ένα ιδιαίτερα γοητευτικό μείγμα πονηριάς και ξεγνοιασιάς, προσποίησης και αφέλειας, ηρεμίας και σβελτάδας· σε όλα όσα έκανε, σε όλα όσα έλεγε, σε κάθε της κίνηση διακρινόταν μια λεπτή, ανάλαφρη χάρη, όλα πρόδιδαν μια ιδιόμορφη, παιχνιδιάρικη δύναμη.

Και το πρόσωπο της άλλαζε αδιάκοπα, έπαιζε και αυτό. Εξέφραζε σχεδόν ταυτόχρονα κοροϊδία, περίσκεψη και περιπάθεια. Τα πιο διαφορετικά συναισθήματα, ανάλαφρα και γρήγορα, όπως οι σκιές από τα σύννεφα σε μια ηλιόλουστη μέρα με πολύ αέρα, περνούσαν κάθε τόσο απ' τα μάτια και τα χείλη της.

Μετάφραση: Σταυρούλα Αργυροπούλου
Εκδόσεις: Ερατώ

Bedřich Smetana: VLTAVA



Στο ταξίδι
μη μετράς επιστροφές
μόνο πηγαιμούς..


Με το Vltava του B. Smetana θα σας πω σήμερα την καλημέρα μου :)

κι έτσι σαν το ποτάμι που κυλάει και φέρνει,
να φέρνει κι ο καιρός όμορφα πράγματα

κι έτσι σαν το ποτάμι που κυλάει και παίρνει,
να παίρνει κι ο καιρός τ' άσχημα

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΜΕ ΤΙΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ

                                                                                                                                                                      

Άφησε τα πουλιά να την οδηγήσουν κι ήταν τόσο αέρινη με τα μαλλιά λυμένα να τα παίρνει ο άνεμος. Ακόμη και η καταιγίδα που ερχόταν από μακριά δεν μπόρεσε να τη συγκρατήσει. Σαν είδε το χρυσαφένιο χωράφι που θαρρείς άκρη δεν είχε, ένιωσε μια επιθυμία, άγρια και γλυκιά μαζί, μια επιθυμία να κυλιστεί στο χωράφι με τις μαργαρίτες, να γεμίσει τα μαλλιά της μ’ αυτά τα μικρά ντροπαλά λουλουδάκια που της έφερναν κρυστάλλινες μνήμες, διάφανες.

Και κυλίστηκε στο χωράφι σαν παιδί, σήκωνε τα γυμνά της πόδια στον αέρα και με τα δάχτυλα προσεκτικά  έκοβε και μια μαργαρίτα. Την τοποθετούσε με προσοχή ανάμεσα από τα δάχτυλα κι αυτά, αχ αυτά πόσο χαρούμενα και γελαστά της φαίνονταν έτσι όμορφα που τα είχε στολίσει.

Κι η χαρά της ήταν τόση που νόμιζε πως αγγίζει το άπιαστο, νόμιζε πως ζει μέσα σ’ ένα θαύμα. Κι ίσως να ζούσε, μέσα σ’ ένα θαύμα.

Αφού γέμισαν μαργαρίτες τ’ ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα πήρε να στολίζει τα μαλλιά της κι ήταν ίδια η άνοιξη έτσι όπως οι μαργαρίτες στεφάνωναν τ’ ανοιχτόχρωμα μαλλιά. 

Εκεί είναι ακόμα, ξαπλωμένη, με τα πόδια γυμνά κι ολοστόλιστα.

Να κοιτάζει τα σύννεφα που κυνηγιούνται.

Κι όσο κι αν νιώθει μικρή κι αδύναμη η καρδιά της γεμίζει γλύκα και θάμπος τόσο τυχερή που είναι εκεί ανάμεσα στα χρυσά στάχυα και τις μαργαρίτες ν’ ανασαίνει της φύσης το κάλεσμα με τα πόδια γυμνά, ολοστόλιστα.

Οι πρώτες σταγόνες κυλάνε πάνω στο μάγουλό της. Η ευτυχία αντηχεί στο κορμί της με την κάθε σταγόνα βροχής και το κορμί τότε, ανθίζει.


© Silena
19/7/2012

ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΣΤΟ ΦΩΣ




Χάνονταν τα λόγια της με κάθε του ταρακούνημα. Πέφτανε, φύλλα φθινοπωρινά, στο πάτωμα. Σώπαινε, ολοένα και πιο πολύ. Ούτε λέξη, ούτε αναστεναγμός από το στόμα της. Τα χείλη σφιγμένα, τα μάτια ορθάνοιχτα.
Την κρατούσε δυνατά από τα μπράτσα και την πηγαινόφερνε. Μπρος, πίσω με βλέμμα τρελού. Μπρος, πίσω, με λύσσα κι ούρλιαζε πάνω στο πρόσωπό της. Εκείνη με τον τρόμο στα μάτια προσπαθούσε να ξεφύγει μα οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν. Όταν εκείνος από κούραση χαλάρωσε λίγο τα χέρια του, εκείνη σωριάστηκε κάτω σαν κουρελάκι που το τίναξαν δυνατά και τ’ άφησαν να πέσει στη γωνιά.
Εκεί την άφησε, στη γωνιά, τρομαγμένη. Κι έφυγε. Έτσι απλά, έφυγε.
Άρχισε τότε εκείνη να κλαίει. Μ’ ένα κλάμα βουβό, βαθύ που ξεκινάει χρόνια πριν και βγαίνει χείμαρρος ζεστός και κυλάει στο στήθος, στα πόδια, στα δάχτυλα. Χείμαρρος ζεστός κι αφανίζει τα σημάδια ή τα κάνει βαθύτερα. Όπως το τίποτα που γλιστράει ανάμεσα στα δάχτυλα και στερεί στην αγάπη το δάκρυ και στις λέξεις το λυγμό.
Μέσα στο μαύρο της φόρεμα βυθίζει με απόγνωση ή λυτρωμό σκιρτήματα νεανικά, όνειρα θερινά, φιλιά φλογερά και με το χέρι πάνω στο πόδι της ανθρώπους και στιγμές σχεδιάζει. Ανθρώπους που πέρασαν και δεν κοίταξαν, αγάπες που άνθισαν κι έπειτα μαράθηκαν, χειμώνες και καλοκαίρια χαμογελαστά, φθινόπωρα λυπημένα.
Πάνω στο πόδι της χαραγμένη όλη της η ζωή χωρίς λόγια. Με γραμμές ακατάληπτες, με σύμβολα έκπληκτα που ζωντανεύουν χωρίς δισταγμό.
Στη σκιά του πόνου κρατάει γερά το μαύρο φόρεμα. Με κοφτές κινήσεις αρχίζει να το σκίζει με μανία, να ξορκίσει λες τους αποχαιρετισμούς, να φωτίσει το σκοτάδι ανάμεσα στις μακρόστενες λωρίδες του μαύρου και να φτιάξει ξανά… μέλλον.

© Silena
19/7/2012


THE BUTTERFLY

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

ΞΥΠΟΛΥΤΗ

"Ξυπόλητη. Χορεύει ξυπόλυτη."
Η φωνή ανατριχιαστικά στριγκή.
"Ντροπή, ντροπή!"
Σκοτώστε την...

ΡΩΓΜΕΣ



ανείπωτα ύψη
ακούς στο διάβα σου
κι η ψυχή λυγίζει
στο κενό

χιλιάδες ρωγμές
να γεμίζουν τις σιωπές
κι ο καιρός ν' αναρωτιέται
γιατί!

γιατί! να υπάρχουν γέφυρες
δεμένες καρδιές
και χέρια πληγωμένα

να κρατούν τις αναμνήσεις
πάνω τους
βαριές

κι οι λέξεις
άηχες
κενές
να μοιάζουν με φωνές
σ' ένα μπουκάλι
ριγμένο στον ωκεανό

ανείπωτα ύψη
άκου την ψυχή σου
άκου την ψυχή μου
κι αφουγκράσου

Silena 18/7/2012

Voice of Chunk



για τον Βασίλη

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΝΑΜΠΟΚΟΦ




Ο Γητευτής

....................

Έτσι λίγο ως πολύ, στριφογύριζαν οι σκέψεις του. Είχε την εξαιρετική τύχη να έχει ένα καλό , συγκεκριμένο και αρκετά επικερδές επάγγελμα, ένα επάγγελμα που αναζωογονούσε το μυαλό του, ικανοποιούσε την αίσθηση της αφής, καλλιεργούσε την όρασή του με μια αστραφτερή κουκκίδα πάνω σε μαύρο βελούδο. Υπήρχαν αριθμοί, χρώματα και ολόκληρα κρυστάλλινα συστήματα. Μερικές φορές η φαντασία του έμενε αλυσοδεμένη επί μήνες και ακουγόταν μόνο αραιά και που το κουδούνισμα της αλυσίδας. Άλλωστε, έχοντας ως τα σαράντα βασανίσει αρκετά τον εαυτό του με την άγονη αυτοθυσία του, έμαθε να ρυθμίζει τον πόθο του και είχε υποκριτικά αποδεχτεί την ιδέα ότι μόνο μια εξαιρετικά ευτυχής συγκυρία, ένα καλό χαρτί που από μεγάλη απροσεξία θα του μοίραζε η μοίρα, θα μπορούσε να καταλήξει σε μια φευγαλέα εικόνα του αδύνατου.
................
Μτφ. Τασία Χατζή

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΥΛΙ




Η πόρτα είναι μικρή, ξύλινη και παλιά όπως και η αποθήκη. Το χρώμα της έχει ξεφτίσει και φλούδες μπογιάς ξεσκεπάζουν ένα άλλο παλιότερο χρώμα. Το πόμολο σιδερένιο με ένα λεπτό ορθογώνιο σίδερο που ανεβοκατεβαίνει για ν’ ανοίξει ή να κλείσει η πόρτα. Ακριβώς δίπλα στη μικρή πόρτα ένα παράθυρο με τέσσερα μικρά τετράγωνα τζάμια. Το πάνω αριστερά είναι σπασμένο και τα υπόλοιπα τόσο βρώμικα που δεν διακρίνεις τίποτα μέσα στην παλιά αποθήκη. Πάνω στο πόμολο της πόρτας κάθεται ένα πουλί. Κουνάει το κεφαλάκι του πότε αριστερά και πότε δεξιά σαν να περιμένει κάποιον. Έχει βυσσινιά φτερά και όλη του η κοιλιά είναι κίτρινη με του ηλιοτρόπιου το χρώμα. Μέσα στην πρωινή ησυχία ακούγονται βήματα βιαστικά που αναστατώνουν τα ψηλά ξερόχορτα. Τα βήματα καταλήγουν στην παλιά αποθήκη.
Είναι ένα κορίτσι, ένα τρομαγμένο ξυπόλυτο κορίτσι. Κοιτάζει ανήσυχο γύρω του μήπως την ακολουθεί κανείς. Δεν βλέπει κανέναν και με το βλέμμα στραμμένο στα ξερά χόρτα αγγίζει το πόμολο. Δε βλέπει το πουλί. Κι αυτό δεν πετάει μακριά παρά κάθεται ήσυχα στο μπράτσο της και την κοιτάζει με οικειότητα. Το κορίτσι ξαφνιάζεται αλλά δεν έχει χρόνο να το σκεφτεί, ανοίγει την πόρτα μπαίνει μέσα και την κλείνει με ορμή. Το πουλί είναι ακόμη στο μπράτσο της. Μέσα στην αποθήκη ένα στρώμα διπλωμένο, ένα σπασμένο τραπέζι, παλιά λάστιχα ποδηλάτων, όλα σκορπισμένα στο δάπεδο. Βουτηγμένα στη σκόνη και την εγκατάλειψη. Το κορίτσι είναι αποκαμωμένο. Ξεδιπλώνει το στρώμα και ξαπλώνει. Τα γυμνά της πόδια γεμάτα γρατσουνιές και σχισίματα από το ανελέητο κυνηγητό μέσα στα αγριόχορτα. Κι ο χρόνος κυλάει…
Ένα γαργαλιστικό άγγιγμα στο μικρό δάχτυλο του δεξιού ποδιού την αναγκάζει ν’ ανοίξει τα μάτια της. Κοιτάζει απορημένη και βλέπει το πουλί να κάθεται στην καμπύλη του ποδιού σαν να κάθεται στη φωλιά του! Σηκώνεται απαλά, παραμερίζει το μακρύ κόκκινο φόρεμα και παίρνει το πουλί στα χέρια της. Αρχίζει να του χαϊδεύει τρυφερά το κεφαλάκι και να του μιλά. Εκείνο κάθεται ήσυχο απολαμβάνοντας το χάδι. Και τότε, το πουλί αρχίζει να κελαηδάει, να κελαηδάει μόνο για κείνη. Κι ύστερα από τούτο το κελάδημα του δίνει υπόσχεση πως αυτή θα ‘ναι πια η φωλίτσα του και πως από δω και πέρα τα δάχτυλά της και πιο πολύ απ’ όλα το μεγάλο που είναι και το δυνατότερο θα το προσέχει και θα το φροντίζει. Κι άλλα όμορφα και γλυκά λόγια του ψιθυρίζει μα η καρδούλα της τρέμει και σκιρτάει καθώς σκέφτεται το τρέξιμό της το τρομαγμένο και θέλει να του πει πως πρέπει να φύγουν, να κρυφτούν μακριά από των ανθρώπων τ’ αγριεμένα μάτια. Το πουλί συμφωνεί και με το κελάηδημά του της λέει πως ξέρει εκείνο κρυψώνα σίγουρη και καλή ώσπου να περάσει ο κίνδυνος.

Το κορίτσι και το πουλί δεν χώρισαν ποτέ ξανά, και ζούνε εκεί μέσα στο δάσος, ανάμεσα στα πυκνά φυλώματα. Εκείνο της κελαηδάει κάθε μέρα και έχει τη φωλίτσα του στην καμπύλη που κάνει το γυμνό της πόδι, στην λευκή απαλή της καμπύλη, όπως του υποσχέθηκε.

© Silena
18/7/2012


Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

José Angel Buesa

ΜΑΚΡΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ


blue nude, Pablo Picasso



"Αυτή δεν ήταν, ανάμεσα σ' όλες, η πιο όμορφη αλλά μου έδωσε τον πιο βαθύ και παράφορο έρωτα.

Άλλες με αγάπησαν περισσότερο· και, χωρίς αμφιβολία, καμιά δεν αγάπησα όπως αυτήν.

Ίσως ήταν επειδή την αγάπησα από μακριά, σαν ένα αστέρι απ' το παράθυρό μου... Και το αστέρι που λάμπει πιο μακριά μας φαίνεται πως έχει περισσότερες λάμψεις.

Είχα τον έρωτα της σαν ένα πράγμα αλλουνού σαν μια παραλία κάθε φορά πιο μόνη, που κρατούσε απ' το κύμα αποκλειστικά ένα νότισμα του αλατιού πάνω στην άμμο.

Βρισκόταν στην αγκαλιά μου χωρίς να είναι δική μου, σαν το νερό σε μια διψασμένη κανάτα, σαν ένα άρωμα που 'φευγε με τον άνεμο και που επέστρεφε με τον άνεμο πάλι.

Με διατρυπούσε η ανικανοποίητη δίψα της σαν ένα αλέτρι στο λιβάδι, ανοίγοντας στη φευγαλέα σχισμή της την ευτυχισμένη ελπίδα της συγκομιδής.

Αυτή ήταν το προσιτό στο απρόσιτο, αλλά γέμιζε όλο το κενό όπως ο άνεμος στα πανιά του καραβιού, όπως το φως στο σπασμένο καθρέφτη.

Γι αυτό σκέφτομαι ακόμη εκείνη τη γυναίκα, αυτή που μου έδωσε τον πιο βαθύ και παράφορο έρωτα...Ποτέ δεν ήταν δική μου. Δεν ήταν η πιο όμορφη.

Άλλες με αγάπησαν περισσότερο...  Και, χωρίς αμφιβολία, καμιά δεν αγάπησα όπως εκείνη."


Μετάφραση: Μαριάννα Τζανάκη
ΠΗΓΗ: εδώ

ΟΜΟΡΦΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Χριστινάκι σ' ευχαριστώ πολύ

ΕΝΑ ΑΚΟΜΗ ΥΠΕΡΟΧΟ ΔΩΡΟ



κ.κ. σ' ευχαριστώ πολύ

FIREDANCE

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


ΕΡΩΤΙΚΟ


Ναι αγαπημένη μου, πολύ πριν να σε συναντήσω εγώ σε περίμενα… πάντοτε σε περίμενα. Σαν ήμουνα παιδί και με έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου, έσκυβε και με ρωτούσε, τι έχεις αγόρι μου; Δεν μίλαγα… μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της έναν κόσμο άδειο από σένα… και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κονδύλι ήταν για να μάθω να σου γράφω τραγούδια… Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής ήταν που αργούσες ακόμα, όταν τη νύχτα κοίταζα τα αστέρια ήταν γιατί μου λείπανε τα μάτια σου, και όταν χτύπαγε η πόρτα μου και άνοιγα δεν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μες στον κόσμο, ήταν η καρδιά σου που χτυπούσε. Έτσι έζησα πάντοτε…Και όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά θυμάσαι; Μου άπλωσες τα χέρια τόσο τρυφερά, σαν να με γνώριζες από χρόνια… μα και βέβαια με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρα μου… αγαπημένη…
Θυμάσαι αλήθεια την πρώτη μεγάλη μέρα μας; Σου πήγαινε αυτό το κίτρινο φόρεμα, ένα απλό φτηνό φόρεμα μα ήταν τόσο όμορφα κίτρινο… οι τσέπες του κεντημένες με μεγάλα καφετιά λουλούδια… σου πήγαινε στο πρόσωπο σου ο ήλιος, σου πήγαινε στην άκρη του δρόμου αυτό το τριανταφυλλένιο σύννεφο, και αυτή η φωνή μακριά ενός πλανόδιου ακονιστή σου πήγαινε… Έβαζα τα χέρια μου στις τσέπες, τα ξανάβγαζα, βαδίζαμε δίχως λέξη… μα και την να πει κανείς όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου, τόσο μεγάλα. Ένα παιδί στη γωνιά τραγούδαγε τις λεμονάδες του, ήπιαμε μια στα δυο, και αυτό το χελιδόνι που πέρασε ξαφνικά πλάι στα μαλλιά σου, τι σου είπε λοιπόν ; Είναι τόσο όμορφα τα μαλλιά σου… δεν μπορεί κάτι θα σου’πε. Το ξενοδοχείο ήταν μικρό σε μια παλιά συνοικία πλάι στο σταθμό. Μα μες την αντηλιά κοιτάζαμε να μανουβράρουμε τα τρένα. Αλήθεια εκείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή κάμαρα της ευτυχίας, αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό, αυτά τα δάκρυα που δεν μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω, πόσο σου πήγαιναν…
Κι ύστερα ξαφνικά εκείνο το βράδυ, έβρεχε, ανέβηκα τέσσερα-τέσσερα τα σκαλιά, κανείς στην κάμαρα. Έτρεμε στο ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα. "Φεύγω, μην ζητήσεις να με βρεις", έγραφε. Η χτένα της ξεχασμένη πάνω στο τραπέζι ανάμεσα στις χυμένες πούδρες, σαν ένα μικρό, παιδικό φέρετρο, μέσα στη σκόνη. Που είσαι λοιπόν πες μου? Που είσαι, σ’ αναζητάω, σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο τις πόρτας σε ένα σπίτι που πιάσε φωτιά…
Τις νύχτες σηκώνομαι αλαφιασμένος, ντύνομαι και σε περιμένω. Δεν θα χτυπούσες καν την πόρτα. Θα πέταγες με βιάση το παλτό σου στην καρέκλα. Η κάμαρα όλη θα λιποθυμούσε όπως θα’ λυνες ξαφνικά, εκείνα τα ασύγκριτα τυραννικά μαλλιά σου. Η παλιά ντουλάπα, θα’ τρέχε και σαν μια ταπεινή υπηρέτρια θα σου βγάζε τα παπούτσια. Θα γελούσαν οι καθρέφτες , θα ξυπνούσαν οι γείτονες… Όλα έχουν μείνει όπως τα αφίσες θα σου’ λεγα… Και η χτένα σου, να τη εκεί. Η μαύρη μεγάλη χτένα σου , σαν ένας έρημος κατασκότεινος δρόμος που τον περνάω κάθε νύχτα…

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΓΟΝΕΣ



Θέλει να μείνει ακίνητη, ξαπλωμένη στην υγρή άμμο ν' αδειάσει το μυαλό της να ελαφρύνει. Και μετά να γεμίσει το κορμί της μ' αγγίγματα κρυφά και κάθε τόσο εκείνη να πετάγεται να δει ποιος την αγγίζει μα να μην βλέπει κανέναν. Και πάλι τ' αγγίγματα να έρχονται μυστικά να ζαλίζουν τη σάρκα της μα να μην της φανερώνονται.

Θέλει να μείνει ακίνητη, ξαπλωμένη στην υγρή άμμο, να αναστήσει τ' αγγίγματα με φιλιά και μετά να γείρει στης θάλασσας τα κύματα ν' αποκοιμηθεί. Θα διώξει την νύχτα με μικρές σταγόνες αλμυρού νερού, κρύσταλλοι πάνω στα πόδια της, στα δαχτυλάκια της, στα πέλματά της. Μικρές ντροπαλές σταγονίτσες, δροσερές μα πυρωμένες στο μέσα τους. 


Silena 16/7/2012

ΓΙΑ ΤΗΝ κ.κ.



θα 'θελα κ.κ. να σου το χαρίσω, το άκουσα πριν λίγο και εσύ μου ήρθες στο νου, ίσως
γιατί μου έλειψαν τα σχόλιά σου, δεν ξέρω

χρωματιστή κι ανέμελη να είναι η μέρα σου

ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΕΡΩΤΕΣ



Κάπως έτσι τελειώνουν οι δύσκολοι έρωτες σκέφτεται.
Με μια γυναίκα που περπατάει ξυπόλυτη στην έρημη παραλία. Ίσως να κυλάνε και δυο δάκρυα από τα σκοτεινά της μάτια. Είναι σκεφτική, περπατάει με το κεφάλι χαμηλωμένο και κοιτάζει τα πόδια της. Μικρά μικρά ψηφιδωτά σχηματίζει η άμμος πάνω τους. Τα δάκρυα εξατμίζονται από το θαλασσινό αεράκι, η αναστάτωση μετατοπίζεται κάτω χαμηλά στα δάχτυλα των ποδιών. Είναι η Χαλιμά, ο σκύλος της, που δεν αντέχει να βλέπει την αγαπημένη του να δακρύζει και προσπαθεί με κάθε τρόπο να την κάνει να χαμογελάσει. Της γλείφει τα δάχτυλα των ποδιών, τη γαργαλάει με την ουρά της, της δείχνει την αγάπη της με τον ένα τρόπο που υπάρχει. Χωρίς λόγια, μονάχα με αγάπη.

Εξουσιάζει τις αισθήσεις και το νου η αγάπη, ελαφραίνει ο πόνος, εξατμίζεται κι αυτός σαν τα δάκρυα. Περνάει, κυλάει σαν την άμμο που γλιστράει μέσα από τα μισάνοιχτα δάχτυλα της γυναίκας κι ενώνεται με τα εκατομμύρια άλλους κόκκους της άμμου για να χαθεί στη λήθη.

Κάθεται στην άκρη της θάλασσας με τα πόδια της μέσα στο νερό. Της φαίνεται πως η θάλασσα αναστενάζει και μαζί παρασέρνει και το δικό της μικρό αναστεναγμό να βγει από το στήθος της βαθύς, λυτρωτικός και να πετάξει μακριά.

Κάπως έτσι τελειώνουν οι δύσκολοι έρωτες σκέφτεται.


© Silena
16/7/2012


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ



Ὢ σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ γυμνὸ καμένο
Φαγωμένο ἀπὸ τὸ λάδι κι ἀπὸ τὸ ἀλάτι
Σῶμα τοῦ βράχου καὶ ῥῖγος τῆς καρδιᾶς
Μεγάλο ἀνέμισμα τῆς κόμης λυγαριᾶς
Ἄχνα βασιλικοῦ πάνω ἀπὸ τὸ σγουρὸ ἐφηβαῖο
Γεμᾶτο ἀστράκια καὶ πευκοβελόνες
Σῶμα βαθὺ πλεούμενο τῆς μέρας!

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

DALIDA

ΑΘΑΝΑΣΙΑ



Πάνω σε τούτη τη χωμάτινη φλούδα βαδίζει ξυπόλητη.

Πληγώνεται η τρυφερή της σάρκα, ματώνει.

Σταματάει κάποτε και παρατηρεί.

Πότε τη γη, πότε τα πληγωμένα της πόδια.

Κατάξερη η γη, αυλακωμένη, διψασμένη, απελπισμένη. Τ’ αυλάκια της μοιάζουν σωστές χαράδρες για τα δάχτυλα των ποδιών της. Τα πόδια τρομάζουν, μαζεύονται κοντά το ένα στο άλλο. Σφιχταγκαλιάζονται από το φόβο τους μη γλιστρήσουν και χαθούν στα βάθη της γης.

Η ανάγκη γίνεται σοφία κι η σοφία γίνεται πίστη.

Σε τούτη την ξερή γη ανακαλύπτει για πρώτη φορά πώς είναι ν’ αγαπάς κάθε μόριο του κορμιού σου, της ύλης σου, αυτής που σου έλαχε σαν είδες για πρώτη φορά το φως του ήλιου κι έκλαψες δυνατά.


Πώς είναι να χορταίνεις σαν βλέπεις τα δάχτυλά σου αγκαλιασμένα να σμίγουν, να στηρίζονται, να μοιράζονται, να φοβούνται κι έπειτα να ξεπλένουν το φόβο τους με το  αίμα τους και να εξορίζουν για πάντα το φόβο.

Δε βαδίζει πάνω σ’ ένα κομμάτι κατάξερης γης.

Στη φλούδα της αθανασίας βαδίζει.


Εκεί όπου ο θάνατος κι η ζωή πηγαίνουν όπως τους αρμόζει, αγκαλιά, σαν εραστές που έζησαν την υπέρτατη ηδονή και δοξάζουν αυτό που τους δόθηκε. Το εφήμερο που ‘χει το πέρασμά μας από τούτο τον κόσμο, τον μικρό και τον μεγάλο.

Και μαθαίνει κοιτάζοντας τα πληγωμένα της πόδια, και μαθαίνει πώς το άγγιγμα μετουσιώνεται σε ανάσα, σε μελωδία, σε αναστεναγμό που φτάνει στ’ αυτιά εκείνου που ακούει.

Αγγίζει τα δάχτυλα με τα δάχτυλα λατρεύοντας ό,τι παραμελούσε, ό,τι προσπερνούσε, ό,τι ξεχνούσε.

Αγγίζει.

Κι ο αγέρας ευωδιάζει βροχή.

© Silena
14/7/2012


Σάββατο, 14 Ιουλίου 2012

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ

ΜΙΚΡΕΣ ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ





Ήρθε η ανυπόφορη ζέστη του μεσημεριού, το ρούχο να κολλάει στο δέρμα και οι σταγονίτσες του ιδρώτα να ξεκινούν νωχελικά από τη βάση του λαιμού και να κατεβαίνουν σαδιστικά αργά προς τα κάτω μέχρι που αγγίζουν τη μέση και το κορμί αντιδράει νευρικά, πεισματώνει θέλει ν' απαλλαγεί από αυτό το μαρτύριο μιας άλλης σταγόνας.
Βγάζει το καπέλο και το κουνάει μπροστά στο πρόσωπό της. Οι πυρωμένες αχτίνες του ήλιου λιώνουν κάθε αισιόδοξη σκέψη. Μαζεύει όσες δυνάμεις της έχουν απομείνει και τρέχει, όπως μπορεί, τρέχει. Μπαίνει ορμητικά στο σπίτι κι αρχίζει να βγάζει τα ιδρωμένα ρούχα, τα παπούτσια της είναι ήδη πεταμένα στη αυλή. Μένει για λίγο ακίνητη. Ανασαίνει και σωπαίνει, ακούει και σωπαίνει. Στα χέρια της ένα ποτήρι. Το κρύο υγρό πιτσιλάει προκλητικά τα πόδια της όπως το ταρακουνάει. Το φέρνει στα χείλη και πίνει λαίμαργα. Μια διάφανη ευτυχία κυλάει μέσα της. Μοιάζει με την απλότητα, με την καθαρότητα του έρωτα. Κρυστάλλινη χωρίς περίπλοκες εκφάνσεις και δαιδαλώδεις διαδρομές. Μόνο η έκσταση απροκάλυπτη να θριαμβεύει, να γκρεμίζει τα τείχη που υψώνονται ανάμεσα στο νου, την ψυχή και το κορμί. Την αναστατώνει γλυκά τούτη η σκέψη. Ξαπλώνει στο πάτωμα με τα πέλματα των ποδιών κολλημένα στον τοίχο. Το βλέμμα πλανιέται αφηρημένο από τη μια γωνιά στην άλλη και καταλήγει τα δάχτυλα των ποδιών που χαίρονται για τούτη την προσοχή και κάνουν ό,τι μπορούν για να μαγνητίσουν τη ματιά, το αντικείμενο του πόθου τους. Μικρά βηματάκια συνθέτουν το παραμύθι των δαχτύλων που τώρα σκαρφαλώνουν στον τοίχο. Ανεβαίνουν ψηλά, αιωρούνται αβέβαια κάποιες στιγμές μα συνεχίζουν ν' ανεβαίνουν. Υπερνικούν το φόβο και τις αναστολές. Τη στιγμή που κοντεύουν να σταματήσουν αφαιρούνται, κοιτάζουν τις μακριές γάμπες και αποσυγκεντρώνονται. Κλυδωνίζονται, κοντεύουν να πέσουν, μιαν ανάσα θέλουν για να γκρεμιστούν όταν κάτι αόριστο τα συγκρατεί με χάρη και ηρεμία. Είναι το βλέμμα του που έχει συνεπαρθεί από την ανάβαση αυτή και συγκεντρώνεται για να τα σώσει. Τα σώζει για να συνεχίσουν να τον συνεπαίρνουν. Ακούει την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Τα δάχτυλα των ποδιών συνωμοτούν ρυθμικά και λικνίζονται στους παλμούς. Ένα φούντωμα που ξεκινάει από τα μικρά δάχτυλα των ποδιών απλώνεται σε κάθε πόρο του δέρματος αφήνοντας ένα ελαφρό ερυθρίασμα σε κάθε σημείο που περνάει. Μια οδύνη ανεκπλήρωτου ακόμη πόθου που ξεπερνάει την ντροπή που κατακρημνίζει κάθε συστολή. Έχει φθάσει στο μικρό λακάκι του αφαλού. Κάνει μικρούς κύκλους γύρω του, τον παιδεύει λιγάκι κι έπειτα ανθίζει. Ένα κατακόκκινο ζωηρό άνθος στο κέντρο της γης.

Κάπως έτσι θ' αλλάζουν  οι εποχές, σκέφτεται και χαμογελά.

© Silena
14/7/2012

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΑΓΕΙΑ



Αναρωτιέσαι τι είναι μαγεία!

Είναι αυτή η θλίψη στα μάτια μου που ανθίζει σαν με κοιτάς και κυλάει στο μάγουλο σαν δάκρυ.

Είναι το παιχνίδι που παίζουμε με δεμένα μάτια, απλώνω τα χέρια να σε πιάσω μα ξεγλιστράς και γελάω δυνατά και ξανά και ξανά απλώνω τα χέρια..

Είναι η μελωδία που έχει η λέξη σου σαν κλυδωνίζεται στις άκρες απ' τα χείλη και αιωρείται για ώρα πολύ βασανίζοντας τη λαχτάρα μου να την ακούσω.

Αναρωτιέσαι τι είναι μαγεία!

Κοίταξε τα χέρια μου, άγγιξε τα βλέφαρα προσεκτικά, φτάσε στα χείλη με ντροπαλοσύνη ... μάγεψέ με, απλά

© Silena
13/7/2012

ΒΡΑΧΙΟΛΙΑ ΑΣΤΡΑΓΑΛΟΥ




Λικνίζεται κι ένα ελαφρύ κλινγκ κλινγκ κάθε που κουνάει τα πόδια της στο ρυθμό, δημιουργεί παραισθήσεις στους συνδαιτημόνες. Η κοιλιά γυμνή, τραβάει τα βλέμματα. Τα χέρια σαν φίδια τυλίγουν παθητικά τον αέρα ψάχνοντας για σχήματα στο ύψος της ή λίγο πιο ψηλά. Τα μάτια, κλειστά, φαντασιώνονται. Τα πόδια γυμνά κι αυτά, σαν την κοιλιά. Μόνο δυο ασημένια βραχιόλια με κουδουνάκια στους λεπτούς αστραγάλους προκαλούν ή προσκαλούν.


Λικνίζεται κι ένα ελαφρύ κλινγκ κλινγκ κάθε που κουνάει τα πόδια της στο ρυθμό, δημιουργεί παραισθήσεις στους συνδαιτημόνες.

© Silena
13/7/2012



ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ + ΣΑΒΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΩΝ ΔΑΧΤΥΛΩΝ




Αναμονή. Ανυπόφορη αναμονή. Η αίθουσα ασφυκτικά γεμάτη. Το πρόσωπο συσπάται. Γκριμάτσες ανυπομονησίας, εκνευρισμού, αηδίας κάποιες στιγμές. Τα δάχτυλα των ποδιών ξεκομμένα θαρρείς απ’ το υπόλοιπο σώμα, αναστατωμένα, κινούνται συνεχώς εκνευρίζοντας ακόμη περισσότερο το σώμα που αποζητά μια λύτρωση από τούτο το μαρτύριο. Σκαρφαλώνει το ένα πάνω στο άλλο, σπρώχνει το ένα το άλλο, επιτίθεται το ένα στο άλλο… Και το σώμα αγανακτισμένο κάνει μια απότομη κίνηση. Τα πόδια συγκρούονται μεταξύ τους ή μήπως αλληλοβοηθιούνται; Και ναι. Μια γαλήνια αταραξία καταλαμβάνει γλυκά τα ταλαιπωρημένα δάχτυλα. Αρχίζουν να δροσίζονται, ν’ απλώνονται, να τεντώνονται, να απολαμβάνουν την ελευθερία που τόσες ώρες στερήθηκαν υπομένοντας καρτερικά μέσα στη δερμάτινή τους φυλακή.

Το σώμα χαλαρώνει κι αυτό. Γλυκαίνει και η γλύκα απλώνεται στο πρόσωπο, στα χέρια και στα δάχτυλα των χεριών. Δεν είναι πια ιδρωμένα από την αγωνία. Έφτασε άλλωστε η μεγάλη στιγμή. Η αναμονή τελειώνει εδώ. Τα χέρια κρατούν με τρυφεράδα το «κλειδί» της μαγείας!

Χειροκροτήματα δυνατά, κάποιες φωνές ενθουσιασμού, σιωπή.

Τα πόδια γυμνά κι ευτυχισμένα ακολουθούν τη διαδρομή που οδηγεί στην σκηνή. Το δάπεδο της σκηνής, ξύλινο, ζεστό, αποπλανά τα κουρασμένα δάχτυλα. Η μελωδία ξεχύνεται σαν δροσερό ρυάκι. Τα δάχτυλα των χεριών συνωμοτούν με τα δάχτυλα των ποδιών και απελευθερώνουν τα μυστικά πουλιά που έχω στο στήθος μου τόσα χρόνια. Το βιολί συνταράσσεται. Το πλήθος στην αίθουσα, συνταράσσεται κι αυτό. Νιώθω ευτυχισμένη…

© Silena
12/7/2012

Η ΠΕΤΡΑ



Κάθε μέρα, την ίδια ώρα
ήχοι επαναλαμβανόμενοι
ρυθμικοί
ορθή επανάληψη του βασικού μοτίβου
μινιμαλισμός
άρνηση σχημάτων
ορθή επανάληψη του βασικού μοτίβου
αναδιπλώνεται
μπροστά μου

τακ τακ τακ

ήχος ενός τροπικού ράμφους πάνω στο τζάμι
γιατί τροπικού!
δεν το γνωρίζω
νάτο πάλι

τακ τακ τακ

δεν κινούμαι
δεν αναλύω

εγκλωβίζομαι
ορίζω
και ορίζομαι

τακ τακ τακ

δυναμώνει
κραυγάζει εντός μου
μοιάζει με δέντρο που φύτρωσε ανάμεσα σε δυο ουρανοξύστες
πανικοβάλλεται σαν νιώθει πως χάνει ουρανό

τακ τακ τακ

υπέρβαση
έχω μια πέτρα στο χέρι μου

τακ τακ τακ

σιωπή
να την πετάξω, σκέφτομαι
ν' ακούσω τον ήχο, σκέφτομαι

τακ τακ τακ
την πετάω
δεν σκέφτομαι

το τζάμι
έσπασε

Silena 12/7/2012

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

ΘΩΠΕΙΕΣ


Ο ήλιος γέρνει. Χαμηλώνω το κεφάλι. Το βλέμμα καρφώνεται στα κουρασμένα μου πόδια. Σκονισμένα, γδαρμένα μεριές μεριές απαιτούν λίγη προσοχή, ίσως και λίγη στοργή. Κάθομαι κάτω, μαζεύω τα γόνατα στο στήθος κι αγκαλιάζω τα πόδια μου. Τα χέρια σταυρωτά τεντώνονται να φθάσουν τα δάχτυλα των ποδιών. Με την πρώτη επαφή τα πόδια τινάζονται, αντιδρούν. Μετά από λίγο ηρεμούν, χαλαρώνουν, πιστεύουν. Τα δάχτυλα των χεριών με τρυφεράδα μητρική χαϊδεύουν τα κάτω άκρα, διώχνουν τις σκόνες και τον πόνο, χαρίζουν χαμογελαστά ένα μικρό κυνήγι θησαυρού χωρίς δρόμο και προορισμό. Ο θησαυρός είναι εδώ! Δεν σταματάω ν’ αγγίζω, να μεταφέρω σκέψεις, να μετράω πληγές και να τις γιατρεύω. Εκεί στις άκρες του σώματός μου, στο πιο ίσως παραγκωνισμένο σημείο, στα δάχτυλα των ποδιών που μεταμορφώνονται λεπτό το λεπτό σε πηγή έμπνευσης. Το ταξίδι μόλις αρχίζει…

© Silena
11/7/2012