Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

BLACK MAGIC WOMAN

καλημέρα φίλοι μου, ένα αερικό φτιάχνει και το Σαββατοκύριακό μας ΜΑΓΙΚΟ

Έχω για σας μια ... εκπληκτική διασκευή του Black Magic Woman από τη μοναδική Lila Downs μαζί με τις ευχές μου για ένα απίθανο Σ/Κ




πάω για μια βουτιά στο απέραντο γαλάζιο !!!

Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

CARLA BLEY / STEVE SWALLOW




γιατί απορείς που δεν έφτασες ακόμη τ' αστέρια!
στα χέρια σου κομμάτια οι λέξεις
μα λείπει η ζωή

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ένα μικρό απόσπασμα από την εξαιρετική ανάρτηση που διάβασα στον λογομνήμων όπου μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το αφιέρωμα αυτό.

κ.κ. σ' ευχαριστώ πολύ, η ανάρτηση με ενθουσίασε



Το όνομά μου είναι Δημήτρης Μητρόπουλος. Είμαι μαέστρος. Αλλά θα σας φανεί απίστευτο αν σας πω ότι κι εγώ ο ίδιος εντυπωσιάζομαι που τελικά έγινα μουσικός. Κανείς από την οικογένειά μου δεν υπήρξε μουσικός. Προέρχομαι από οικογένεια κληρικών. Ο παππούς μου ήταν παπάς σ’ ένα χωριό στην Ελλάδα και ξέχασα να σας πω ότι γεννήθηκα στην Αθήνα. Ο θείος μου ήταν κτηνοτρόφος και δύο από τ’ αδέλφια του πατέρα μου πήγαν από πολύ νωρίς σε μοναστήρι και μάλιστα σ’ ένα θαυμάσιο μοναστήρι στον Άθω όπου υπάρχουν μόνο ορθόδοξα μοναστήρια από πολλές χώρες, όπως από τη Ρωσία, τη Βουλγαρία, τη Σερβία αλλά κυρίως από την Ελλάδα. Και οι δύο μόνασαν εκεί και εκεί πέθαναν.
Κι εγώ όταν ήμουν παιδί και είχα σχολικές διακοπές, πήγαινα εκεί, ήμουν τόσο ενθουσιασμένος από το περιβάλλον και όλη αυτή η ιδέα του ερημίτη άγγιζε πολύ την καρδιά μου. Έτσι εκείνα τα χρόνια ήμουν βέβαιος πως κάποια μέρα θα γινόμουν κι εγώ μοναχός. Ο πατέρας μου ήταν έμπορος, αλλά αποτυχημένος έμπορος, και στο τέλος της ζωής του έγινε κι αυτός μοναχός. Βέβαια δεν ήμουν απολύτως σύμφωνος με την ιδέα αυτή του ασκητή, ουσιαστικά ήθελα να γίνω ιεραπόστολος. Αυτό ήταν πράγματι το ιδανικό μου. Και δεν ξέρω πώς κατάφερε η μοίρα και αντί ιεραπόστολος του Χριστού έγινα ιεραπόστολος της τέχνης της μουσικής.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
από συνέντευξή του στον σταθμό NDR Hamburg
από κείμενο του Π. Ανδριόπουλου στο
http://www.dimitrimitropoulos.gr




Ο Δημήτρης Μητρόπουλος (1896-1960) σε δοκιμές με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης
από το
http://www.dimitrimitropoulos.gr


Ο Δημήτρης Μητρόπουλος τη χρονιά 1916-17 σπούδαζε στο Ωδείο Αθηνών και ήταν μέλος της ορχήστρας του Ωδείου, παίζοντας τα κρουστά. Για τη θητεία του αυτή γράφει ο Τ. Κ. Παπατσώνης στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ:


Ψηλά, διαγώνια, έβλεπες βιολιά, αναλόγια, δοξάρια… και πίσω από τα ξύλα και τις τρόμπες, την ίδια ξανθή εμφάνιση μαινόμενη, σαν την Πυθία όταν χρησμοδοτούσε. Ήταν ο Μητρόπουλος που διαφέντευε τα κρουστά, ταμπούρλα, σείστρα, καμπάνες, καμπανάκια, τρίγωνα, όλα ήταν στην περιοχή του και στην εξουσία του… Πώς κατόρθωνε αυτός ο τυμπανιστής να γίνεται το κέντρο, η μαγική εστία όλης της μουσικής αυτής υποθέσεως; Όλα τα άλλα ήταν παρεπόμενα, ήταν δευτερεύοντα. Η ψυχή είχε στήσει την έδρα της στα τύμπανα. Αεικίνητος, νευρικός, δυνατός, να γυρίζει τη φυλλάδα με την παρτιτούρα, να βαράει τα πετσιά στα φορτίσιμα, να σταματάει ύστερα τον ήχο, να χτυπάει τις καμπάνες και να διαπνέει μουσικότητα, ζωντάνια, χρωματισμό και ψυχή όχι μόνο σε ολόκληρη την ορχήστρα, αλλά να ενεργεί σαν να ήταν ίδια του σύνθεση, ίδια του δημιουργία όλη η συμφωνία…


από το βιβλίο του ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΩΣΤΙΟΥ «Δ. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ»
ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ

MILES DAVIS



πλάθω
περιπλανήσεις
και γύρω από τ' όνειρό μου ζω

τα οράματα τελειώσαν
θρύμματα στο βυθό

Silena 29/6/2012

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

DIONYSIS BOUKOUVALAS


click above to hear!!!

english gardens 

ΤΡΟΧΙΑ











orbit by Silena



ένα φως
αναδεύει τη σιωπή

επιστρέφω ξανά
ακινητοποιώ το χρόνο

παρασύρομαι
από τον ίλιγγο τούτης της ακινησίας

με τα χέρια να χτυπούν τον αέρα
να συγκινούνται
ν' αναδιπλώνονται

δε γνωρίζω τη νύχτα
στους απύθμενους στίχους σου μόνο βουτάω
βαθιά
μπαίνω σε τροχιά 
μαζί τους


Silena 28/6/2012

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

WITOLD GOMBROWICZ - Κόσμος




[...] Τα βουνά, που για ώρα πολλή ολοένα πλησίαζαν, χίμηξαν ξάφνου από όλες τις μεριές, μπήκαμε μέσα σε μια κοιλάδα, τουλάχιστον εδώ μια ευλογημένη σκιά απλώνονταν πάνω απ’ τις πλαγιές, η βλάστηση λαμποκοπούσε από ψηλά ηλιοστόλιστη – και μια σιωπή, ένας Θεός ξέρει από πού, από παντού, και μια δροσιά που έρρε σαν ποταμάκι κελαρυστό, ω, μα ήταν μούρλια! Μια στροφή, κατσάβραχα και βουνοκορφές ορθώνο...νται, αιφνίδια βάραθρα, εξουθενωτικοί λιθώνες, θόλοι πράσινοι, απαλοί, κορυφές ή ακρώρειες, οδοντωτές κορυφογραμμές και επιφάνειες κάθετες απόκρημνα κατηφορικές, πάνω τους κρεμασμένοι θάμνοι, και παραπέρα ογκόλιθοι στα ύψη, λειμώνες χωμένοι σε μια σιωπή αδιαπέραστη, καθολική, σαρωτική, αμετακίνητη, επεκτατική, και τόσο συντριπτική, ώστε μπροστά της τα κροταλίσματα του κάρου μας και το ασήμαντο κατρακύλισμά του φάνταζε ως κάτι ξέχωρο, ως κάτι αλλού. Το πανόραμα αυτό συνεχίστηκε για λίγο αδιάπτωτο, έπειτα κάτι καινούριο ανέκυψε και επιβλήθηκε, ήτανε τόσο γυμνό, περιπλεγμένο ή αστραφτερό, πού και πού ηρωικό, υπήρχαν βάραθρα, σκληρύνσεις, σχισμές, χάσκοντα βράχια σε πολλών ειδών παραλλαγές, και φερ' ειπείν παραπέρα, ποιμενικές σκηνές σε ανυψούμενους, κατερχόμενους ρυθμούς, συντεθειμένες από θάμνους, δέντρα, τραύματα, κακώσεις, καθιζήσεις, πλανώνταν και εισέρχονταν, τη μια γλυκά, δαντελωτά την άλλη. Πολλά και διάφορα πράγματα – πολλά και διάφορα υλικά – αλλόκοτες αποστάσεις, ιλιγγιώδη στριφογυρίσματα, ένας χώρος ερμητικά εγκάθειρκτος, που εφορμούσε ή υποχωρούσε, που περιτυλιγόταν ή συστρεφόταν, που ανυψωνόταν ή καταβυθιζόταν. Κίνηση, τεράστια, αμετακίνητη.
«Πω πω, Λούλα, τι πράμα είν’ αυτό, ε!»
«Λούλο, φοβάμαι... Φοβάμαι να κοιμηθώ μόνη μου» [...]

[Μικρό απόσπασμα από το αριστούργημα του Witold Gombrowicz "Κόσμος", που θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο από τη "Νεφέλη" σε μετάφραση Βασίλη Αμανατίδη]

MADRUGADA

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ


στον Πλανήτη της Μουσικής (click the planet)
by Silena

ή

Η ΛΗΣΜΟΝΙΑ



Σαν ανάμνηση πικρή
τυλίγεται στη μνήμη η σκιά μου.
Κι οι ερωδιοί
με μάτια ορθάνοιχτα
κοιτούν και απορούν.
Γιατί η λήθη ερωδιός είναι
λευκός που στο ένα πόδι στέκει
και προτιμάει να παριστάνει τον κουτσό
παρά να γελαστεί ξανά, νομίζοντας γι' άνθρωπο μια έρημη σκιά.
Η λήθη δυναμώνει, κρατιέται από το βλέμμα
γνωρίζει και καραδοκεί
κι αυτό που κάποτε ονόμαζα όνειρο
μες στο ποτήρι στάζει σαν αγωνία αργή
σαν λησμονιά.
Και πριν το τέλος
με διατάζει να αρνηθώ την ξενιτιά του νου μ' ένα φιλί.

Silena 26/6/2012

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Beggin' - Frankie Valli video re-mix

για καληνύχτα αυτό το ζεστό καλοκαιρινό βράδυ, διάλεξα κάτι χορευτικό κι αγαπημένο..



JORGE LUIS BORGES




Ο λαβύρινθος

Δεν θα μπορέσει ο Δίας να μου λύσει
τα πέτρινα δίχτυα που με ζώνουν. Έχω ξεχάσει
τις μορφές των ανθρώπων που κάποτε ήμουν
σέρνω τη μοίρα μου στους μονότονους τοίχους ανάμεσα
που μισώ. Ολόισιοι δρόμοι που στρίβουν
και σχηματίζουν μυστικούς κύκλους
στων αιώνων τα βάθη. Πεζούλια
χαρακωμένα από το πέρασμα του χρόνου.
Πάνω στην αχνή σκόνη βρήκα σημάδια
που με φοβίζουν. Στα άδεια βράδια μου
φέρνει ένα μουγκρητό ο αγέρας
ή ένα απελπισμένο αντίλαλο που μουγκρίζει.
Ξέρω πως μέσα στα σκοτάδια είναι ο Άλλος,
που ‘ναι ταγμένος να εξαντλεί την ατέλειωτη μοναξιά
που πλέκει και ξεπλέκει αυτόν τον Άδη,
να λαχταρά ο αίμα μου, να τρέφεται απ’ το θάνατό μου.
Ψάχνουμε ο ένας τον άλλο. Ας ήτανε απόψε
η τελευταία μέρα της αναμονής.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Το εγκώμιο της σκιάς»
(μετάφραση Δημήτρης Καλοκύρης)

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Ὁ ἐπίλογος



Κι ἂν ἔφτασα τόσο μακριά, ἦταν γιὰ νὰ μὴν ἀκούσω ποὺ δὲ μοῦ ἀποκρίθηκαν
κι ἄχ, πλανήθηκα πολὺ σὲ δρόμους, ἀκολουθώντας τοῦτο ἡ ἐκεῖνο, κληρονόμος μιᾶς ἀνεξήγητης ὥρας: τότε ποὺ ὅλα θὰ ἐξηγηθοῦν,
……χωρὶς λόγια ἢ καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχουμε καν — ὅταν, τέλος, ξαναγύρισα ἡ πόλη εἶχε λεηλατηθεῖ, τὰ βαγόνια ἀναποδογυρισμένα,
……ἡ ἐξέγερση ἦταν πιὰ παρελθὸν κι ὅσοι ἀπομεναν ὄρθιοι πυροβολοῦσαν ἀκόμα
γιὰ ἕνα φτωχὸ ἔπαθλο στὰ ὑπαίθρια σκοπευτήρια
……καὶ τὸ βράδυ «τί ὥρα εἶναι;» ρωτᾷς, «ὀχτώ» σου ἀπαντᾶνε, μὲ τέτοιες ἄθλιες βεβαιότητες ζοῦμε
καὶ κανεὶς δὲν εἶδε τὸ ἔγκλημα — ἀφοῦ τὸ τέλειο ἔγκλημα ἔγινε
……ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ πιὰ τίποτα νὰ συμβεῖ. Ὅμως ἐγὼ ὑπῆρξα ἀνυπόμονος
σὰν κάποιον ποὺ ἀνοίγει τὴν ὀμπρέλα του σὲ καιροὺς ξηρασίας (ἴσως γιατί δὲ θέλει νὰ ξεχάσει),
……ἢ κάποιον ποὺ ντύνεται γυναῖκα γιὰ νὰ πεῖ ἕνα ψέμα ἀκόμα παιδικὸ —
μὴ μ᾿ ἀδικεῖτε, λοιπόν, ἂν ἔκλεισα τὰ μάτια, ἦταν γιὰ νὰ ὑπερασπίσω τὸν κόσμο
……ἢ θυμόμουν τὰ χέρια τῆς μητέρας καθὼς ἔβαζαν τὴ σκοῦπα πίσω ἀπ᾿ τὴ χαλαρωμένη πόρτα
……— στερεώνοντας ἴσως κάτι πιὸ μακρινό,
……ἐνῷ τὸ κοιμητῆρι, ἀντίκρυ, θρόιζε ἁπαλά, σὰν τὸ σύντομο ἐπίλογο ἑνὸς μυστηρίου.



Τάσος Λειβαδίτης, Ὁ ἐπίλογος, ἀπὸ τὴ συλλογὴ Ἀνακάλυψη, ἑνότητα, Ἐκκρεμότητες, Τόμος 2 τῆς τρίτομης ἔκδοσης τοῦ Κέδρου, σελίδα 362
Πηγή: εδώ

VANESSA MAE

μ' ένα tango θα πω την καλημέρα μου

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

ΜΙΑ ΚΑΛΗΝΎΧΤΑ

αγαπημένοι μου φίλοι, οδοιπόροι του ονείρου κι εσείς όπως κι εγώ, μαζί ταξιδεύουμε μέσα στις λέξεις, μέσα από τις λέξεις, από τις εικόνες, τους ήχους, ανασαίνουμε τέχνη, ανασταίνουμε όνειρα, αγγίζουμε βυθούς ανεξερεύνητους  μαγικά μεταμορφωνόμαστε και μεταμορφώνουμε τις αέρινες σκέψεις σε μελωδία από μελάνι ή από νότες ή από χρώματα

με μια τέτοια μελωδία θα σας καληνυχτίσω απόψε



να είστε καλά

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Ἔρημος σὰν τὴ βροχή



Διαβαίνω ἀγιάτρευτος μέσ᾿ στ᾿ ὄνειρό μου
σὲ δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπῆς
ἔδειξα τὰ πτηνὰ διχάζεται ὁ δρόμος
ἡ ἀλήθεια φαρδαίνει πάντα τὴν ὁρμή.
Κ᾿ ἡ μοῖρα τῶν ἄστρων
θὰ εἶναι τέφρα θὰ εἶναι μία μεγάλη πυρικὴ
τώρα μαθαίνω τὸ αἷμα μου
δίχως τοὺς δροσεροὺς ὑάκινθους
τώρα σὲ βλέπω δρόμε τοῦ καλoῦ σὰν εἰδοποίηση
μὲ κρίνους
ἔχοντας τὸ σακούλι τ᾿ ἀναστεναγμοῦ
κι ὅλο πηγαίνω
πηγαίνω
στὶς
πηγές.


ΠΗΓΗ: εδώ

JOHN STEINBECK

Τα σταφύλια της οργής



Μια οικογένεια υποχρεώθηκε να φύγει από τη γης. Ο πατέρας δανείστηκε από την Τράπεζα, και τώρα η Τράπεζα τη θέλει τη γης. Η Κτηματική Εταιρία-η Τράπεζα, δηλαδή, αν τύχει κι έχει κτήματα δικά της-θέλει τρακτόρια στη γης, όχι οικογένειες. Είναι κακό ένα τρακτόρι; Βρίσκεται σε άδικο η μηχανική δύναμη που ανασκαλεύει τα μακριά αυλάκια; Αν το τρακτόρι αυτό ήταν δικό μας, θα' ταν καλό-όχι δικό μου, δικό μας. Αν το τρακτόρι ανασκάλευε τα μακριά αυλάκια της δικής μας γης, θα' ταν καλό. 'Οχι της δικής μου γης, της δικής μας. Τότε θ' αγαπούσαμε το τρακτόρι, όπως αγαπήσαμε και τη γης αυτή τον καιρό που ήταν δική μας. Μα το τρακτόρι αυτό κάνει δυο δουλειές-ανασκαλεύει τη γης και μας διώχνει από τη γης. Δεν έχει μεγάλη διαφορά ένα τρακτόρι από ένα τανκ πολεμικό. Και τα δύο τρομοκρατούν τον άνθρωπο, τον διώχνουν, τον χτυπούν. Πρέπει να σκεφτούμε πάνω σ'αυτό το ζήτημα.
Ένας άνθρωπος, μια οικογένεια διώχτηκε απ' τη γης, αυτό το σκουριασμένο αυτοκίνητο που τρίζει πάνω στη δημοσιά τραβώντας δυτικά. Έχασα τη γης μου, ένα τρακτόρι μου πήρε τη γης μου. Είμαι ολομόναχος και σαστισμένος. Και μες τη νύχτα, μια οικογένεια κατασκηνώνει σε μια λακούβα, κι έρχεται ακόμα μια οικογένεια και στήνουν τα τσαντήρια τους. Οι δυο άντρες ανακαθίζουν πάνω στα μεριά τους και οι γυναίκες αφουγκράζονται μαζί με τα παιδιά. Εδώ βρίσκεται ο κόμπος-όλοι εσείς που εχθρεύεστε τις μεταβολές και φοβόσαστε την επανάσταση. Θέλετε να χωρίσετε αυτούς τους δυο ανακαθισμένους άντρες, να τους κάνετε να μισούν, να φοβούνται, να υποψιάζονται ο ένας τον άλλον. Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας εκείνου που φοβόσαστε. Αυτός είναι ο άξονας. Γιατί εδώ, το "έχασα τη γης μου" παθαίνει μία μεταβολή, ένα κύτταρο χωρίζεται, κι από το κύτταρο αυτό ξεφυτρώνει εκείνο που φοβόσαστε: "Χάσαμε τη γης μας". Εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος, γιατί δυο άνθρωποι μαζί δεν είναι πια τόσο μονάχοι και τόσο σκοτισμένοι όσο ο ένας άνθρωπος. Και από το πρώτο αυτό "εμείς" γεννιέται κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο: "το φαΐ μου είναι λίγο" συν "δεν έχω να φάω". Αν το πηλίκον σ'αυτό το πρόβλημα είναι : "Το φαΐ μας είναι λίγο", το ζήτημα προχώρησε, η κίνηση έχει μια κατεύθυνση. Τώρα, ένας μικρός πολλαπλασιασμός, και η γης αυτή, το τρακτόρι αυτό, είναι δικά μας. Δυο ανακαθισμένοι άντρες μέσα σε μια λακκούβα, η μικρή φωτιά, το λαρδί που βράζει σε μια μοναδική χύτρα, σιωπηλές γυναίκες με πετρωμένη ματιά, πίσω τους, παιδιά που αφουγκράζονται με όλη τους την ψυχή λόγια που δεν καταλαβαίνει το μυαλό τους. Νυχτώνει. Το μωρό κρυολόγησε. Νά, πάρε τούτη την κουβέρτα. Είναι μάλλινη. Ήταν της μητέρας μου-παρ'την για το μωρό. Αυτό να χτυπηθεί. Αυτό είναι η αρχή-από το "εγώ" στο "εμείς".

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

HABLE CON ELLA



βαθύς αναστεναγμός ακούγεται απόψε η σκέψη μου
θα ρίξω βότσαλα στο μαύρο νερό
και θα μιλήσω με την ψυχή μου

ARRIVAL



ψιθυρίζω χρώματα στη νύχτα
στα σύννεφα σκορπάω λευκό

στο στήθος η χαρά
στα χέρια μου φτερά

ΣΗΜΕΡΑ, ΑΥΡΙΟ


Σταθερά
προχωράς

στέκεσαι λίγο

 με τα μάτια κλειστά προχωράς

απέναντι
σαν να είχαμε δυο κόσμους

δίπλα
σαν να είχαμε ένα φως

σκιρτάς
σαν να είχαμε...

Τρεκλίζοντας
προχωράς

δε σταματάς

με τα μάτια ανοιχτά προχωράς

κατακλύζεις τη γη
δυο πουλιά ελευθερώνεις και γελάς
δυνατά

σήμερα

αύριο

θυμάσαι και ξεχνάς

Silena 21/6/2012



Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

ΑΙΩΡΗΣΗ



άγραφες λέξεις
πάνω από λευκό χαρτί

αιωρούνται


λευκές σκέψεις
πάνω από λευκό χαρτί

αιωρούνται


κόκκινες στιγμές
στάζουν φόβο

χλωμά όνειρα
στάζουν λήθη

αιωρούνται

ανόητη επιμονή
σαν λέξη πάνω από λευκό χαρτί

συλλέγει σιωπές και σωπαίνει
στο τέλος
σωπαίνει ή αιωρείται ξανά

Silena 20/6/2012

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ - ΠΛΩΡΙΤΗΣ

Ο Μάριος Πλωρίτης, σε άρθρο του στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (1/11/1957), γράφει για τις τρεις συναντήσεις του με τον Καζαντζάκη στην Αντίμπ της Γαλλίας:

Αποχαιρετισμός:
Τελευταία συνάντηση με τον Καζαντζάκη
του Μάριου Πλωρίτη

(…)
Τις τρεις τέσσερις φορές, που ιδωθήκαμε κείνο το καιρό, τις ώρες που καθήσαμε κουβεντιάζοντας μέσα στο σκιερό δωμάτιο, αγάπη κι αγανάχτηση μαζί με πλημμύριζαν. Αγάπη για κείνον, αγανάχτηση για τους διώχτες του. Ο προδότης των “ελληνικών θεσμών” λαχταρούσε αδιάκοπα για την Ελλάδα – ο “άθεος” μιλούσε κάθε τόσο για την αγωνία του να βρει και να σώσει το Θεό του – ο “ανήθικος” ήταν η φλεγόμενη βάτος της Αρετής - ο πουλημένος “κουκουές” ήταν ο ακατάβλητος εραστής της Ελευθερίας… Φυσικά για να τ’ ανακαλύψεις όλα αυτά, δε χρειαζότανε να γνωρίσεις από κοντά τον Καζαντζάκη. Ολόκληρο το έργο του 50 χρόνων, τα διαλαλεί. Χρειαζόταν όμως καλή πίστη και τίμιος νους για να τα παραδεχτείς. Κι αυτά λείπανε από τους “σταυρωτές” του.
Άμα γνώριζες όμως από κοντά τον Καζαντζάκη – πόσο επικίνδυνη και τις περισσότερες φορές, απογοητευτική, είναι η προσέγγιση των ανθρώπων που τιμάς και θαυμάζεις! – άμα τον γνώριζες από κοντά, έβλεπες πως ο καθημερινός Άνθρωπος ήταν ολότελα συνεπής με τον Πνευματικό. Πως δεν ήταν λόγια για κατανάλωση, όσα είχε χαράξει στο χαρτί, αλλά η κραυγή του αίματος και του νου του. Ο ένσαρκος Καζαντζάκης δεν πρόδινε ούτε κατά ιώτα εν το πνεύμα του.

Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957)
σκίτσο του Τ. Καλμούχου
από τον Πανδέκτη

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό – και το πιο ελκυστικό του- γνώρισμα, ήταν η απλότητά του. Ούτε ο πολύχρονος στοχασμός, ούτε η ακατάπαυστη μάχη του με τον εαυτό του, ούτε η παγκόσμια δόξα που είχε (τόσο αργά) κερδίσει, τον αποξένωσαν απ’ τους ανθρώπους ή τούδωσαν την ελάχιστη έπαρση. Κάποια στιγμή που μούφερε μια ωραιότατη γερμανική έκδοση του “Τελευταίου Πειρασμού” (μόλις τότε είχε κυκλοφορήσει) τα κουρασμένα μάτια του πήραν μια φωτερή λάμψη. Μα, περισσότερο απ’ την ικανοποίηση για την επιβράβευση του “καλού αγώνα” του, μου φάνηκε πως χαιρόταν ο εραστής του ωραίου. Τα μακριά του δάχτυλα χάιδευαν το βαθυπράσινο δέσιμο του βιβλίου με την απόλαυση ενός φλωρεντινού “ντιλεντάντε”.


Ν. Καζαντζάκης
(ελαιογραφία του Π. Ζωγράφου)
από τον Πανδέκτη

Η Ελλάδα ήταν αδιάκοπα μέσα στις κουβέντες μας. Οι μακρινοί φίλοι και, καμιά φορά, οι ξέφρενοι εχθροί. Ο Καζαντζάκης δεν αγαναχτούσε. Δεχόταν μακρόθυμα τους λιθοβολισμούς. Μόνο, μια στιγμή, είπε λυπημένα:
-Γιατί φωνάζουν; Εγώ δε ζήτησα τίποτα, δε θέλησα να πάρω τίποτα από κανέναν. Ο καθένας κάνει το έργο του, όπως νομίζει κι όπως μπορεί. Ο καθένας προσπαθεί να υποτάξει την τίγρη που τον καβαλάει στη ράχη. Όλη μου τη ζωή πάλαιψα κι εγώ, όπως όλοι. Έκανα αυτό που πίστευα, ας κάνουν κι οι άλλοι αυτό που πιστεύουν…
Βυθισμένος στην πολυθρόνα του μ’ ενωμένα τα δάχτυλα των χεριών του, κοιτούσε ίσια μπρος, σα νάβλεπε -ατέλειωτο μονοπάτι- αυτή τη ζωή, τη γεμάτη αγωνία, δάκρυα, αίμα, πίστεις κερδισμένες και πίστεις απαρνημένες, ακόρεστη δίψα να εισχωρήσει στο μυστήριο της ζωής, που όλο και το πλησίαζε, κι όλο του ξέφευγε απ’ τα χέρια…



Ο Ν. Καζαντζάκης και η Ελένη Καζαντζάκη Σαμίου
από τον Πανδέκτη

Τώρα δεν του απόμενε παρα η κουρασμένη σάρκα του -που την υπονόμευε, από μέσα, το ίδιο του το αίμα- και το ακούραστο πνεύμα του. Μ’ αυτό αντιμετώπιζε θαρραλέα τη σκιά του θανάτου, που γινόταν όλο και πιο βαριά, όλο και πιο κοντινή. Τελευταίες του, τώρα, χαρές, το άσπρο χαρτί και τα ταξίδια. Αυτός ο γιος του Ομήρου ονειρευόταν τις στερνές περιπλανήσεις του.
-Θέλω να πάω στη Νότιο Αμερική, μου έλεγε. Είν’ ένας κόσμος που δεν τόνε γνώρισα και που μου ξυπνάει πάντα το νου… Θέλω να ξαναπάω στην Κίνα και την Ιαπωνία. Τεράστιες αλλαγές έγιναν από τότε που ξαναήμουνα εκεί.
Το πρώτο ταξίδι δεν μπόρεσε να το πραγματοποιήσει ποτέ. Το δεύτερο, που το κατόρθωσε, τον έστειλε στον τάφο…
-Κι η Ελλάδα; τον ρώτησα.
-Η Ελλάδα είναι η μεγάλη Μάνα, έκανε ζωηρά. Δεν έχει σημασία κι αν βρίσκομαι μακριά της. Την Ελλάδα την έχω μέσα μου. Και πιο πολύ την Κρήτη… Έπειτα, κι εδώ που βρισκόμαστε είναι Ελλάδα. Την Αντίπολη δεν τη χτίσανε Έλληνες, Ίωνες; Μα είτε εδώ, είτε αλλού, η Ελλάδα μ’ ακολουθεί παντού και πάντα…
Έπειτα, πρόστεσε πιο χαμηλόφωνα:
-Όμως θέλω να πεθάνω στην Κρήτη. Είναι η γη μου. Εκεί στο Κάστρο (Ηράκλειο). Κι αν δεν προφτάσω να πεθάνω εκεί, εκεί θέλω να με θάψουνε. Το χώμα της Κρήτης έφτιασε το αίμα μου – αυτό θέλω να το πιει…
Η Μοίρα δεν τον άφησε να ξαναδεί τον ήλιο της Κρήτης. Μόνο η γης της θα του δώσει τη στερνή χαρά…
Λίγο αργότερα με ξεπροβόδισε ως την πόρτα του κήπου του. Για τελευταία φορά, τούσφιξα το μακρύ, λιγνό χέρι του.
- Ο Θεός μαζί σας, μούπε όπως έλεγε πάντα. Και πρόστεσε:
-Νάσαστε ευτυχισμένος που γεννηθήκατε Έλληνας.
Στη στροφή του δρόμου γύρισα τα μάτια μου πίσω. Η αλύγιστη σιλουέτα του Ψηλορείτη είχε μείνει ασάλευτη, βιβλική στο κατώφλι. Δεν την ξαναείδα πια…

ΜΑΡΙΟΣ ΠΛΩΡΙΤΗΣ

εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (1/11/1957)

Ενδιαφέρουσα σύνδεση:
Ο Καζαντζάκης μιλάει στη γαλλική τηλεόραση
22/5/1957 (μόνο για γαλλομαθείς)

ΠΗΓΗ: ΕΔΩ

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ

Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

Το φως που καίει στο δωμάτιο μου
Είναι μια λάμπα σαράντα κηρίων.
Στο χλομό της κύκλο αιχμάλωτος
Τα βράδια μου περνάω: γραφή
Κι ανάγνωση, μελάνες και μουτζούρες,
Ένα ολόκληρο βιβλίο οι σχισμένες μου
Σελίδες. Κι η Χαριλάου Τρικούπη
Ησυχάζει, κατά τις δυο-κατά τις τρεις
Αραιά και που ένας βόμβος μηχανής
Τη διασχίζει. Μετρώ, ξαναμετρώ
Τα Φώτα των πολυκατοικιών που παρα-
Μένουν αναμμένα, βέβαιος πως κάποιος
Άλλος βρίσκει παρηγοριά μετρώντας
Το δικό μου. Πρέπει ωστόσο να βιαστώ,
Να γράψω ό,τι γράψω, όσα προλάβω δηλαδή,
Πριν σβήσει και το τελευταίο φως
Που με κρατάει ξενύχτη.

Σωτήρης Παστάκας, Ύποπτος Φυγής/Suspect of Escape
selected poems 1980-2010, εκδ. Σαιξπηρικόν, 2010

το διάβασα εδώ

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

inspiration by Silena


Ο κόσμος κι η ποίηση



Απλά πράγματα όλα. Η τάξη τους είναι
φροντισμένη απ' το χέρι σου. Μια δέσμη από χρώματα
στο βάζο του χρόνου.
Άλλωστε, τι
θαρρείς πως στο βάθος είναι η ποίηση; Είναι η γύρη
των πραγμάτων του σύμπαντος. Η γύρη σε πράξεις,
η γύρη σε οδύνη, σε φως, σε χαρά, σε αλλαγές,
σε πορεία, σε κίνηση.
Η ζωή κι η ψυχή
σ' ένα αιώνιο καθρέφτισμα μέσα στο χρόνο.

Τι νομίζεις λοιπόν· κατά βάθος η ποίηση
είναι μι' ανθρώπινη καρδιά φορτωμένη όλον τον κόσμο.



Από τη συλλογή Το βάθος του κόσμου (1961) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

Οι Κερασιές Θα Ανθίσουν Και Φέτος


Η αγάπη είναι σαν το νερό που τρέχει... τρέχει... ασυλλόγιστα στους γκρεμούς, που δε διαλέγει αυλάκι, δε ρωτά τα λουλούδια που ποτίζει, ούτε και τα χαλίκια που κατρακυλά. Δε ρωτά τίποτα, μόνο τρέχει. Να πεις "όχι" στην αγάπη είναι σαν να κατσουφιάζεις μπροστά σ' ένα λουλούδι που ετοιμάζεται ν' ανοίξει. Σαν να βρίζεις το φως που σου έδειξε τον κόσμο"."
"Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν την χάνουμε. Οταν την έχουμε μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθηση της. Και την ξαναποκτούμε μόνο ότν την χάσουμε. Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες. Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις. Καν'την τραγούδια,ξενύχτια. Καν'την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην την μοιρολογάς.Είναι σαν να την βρίζεις.Σαν να τη κλεινεις τον δρόμο να ξανάρθει."

Και τα δύο από το Τοτε Που Κυνηγούσα τους Ανέμους του Μενέλαου Λουντέμη

"-Έχουμε την ανάγκη της, γι' αυτό δεν έρχεται. Σ' αυτόν τον παραστρατημένο κόσμο μας λείπει ακριβώς εκείνο που θέλουμε.
-Μας λείπει, γι'αυτό το θέλουμε! Αν είχαμε όσα θέλαμε τι θα μας έλειπε; Κι αν δεν μας έλειπε τίποτα, τι θα επιθυμούσαμε; Και τι αξία θα είχε η ζωή χωρίς πεθυμιές; Όχι, να μου απαντήσεις!"

"Αγαπητέ μου φίλε, αλλοίμονο στον άνθρωπο που δεν απότυχε ποτέ. Κλάψ' τον! Πάρε όλα τα έργα. Δίπλα στα πολύ μεγάλα υπάρχουν τα πολύ μικρά. Και να το ξέρετε: Τα μεγάλα υπάρχουν χάρη στα μικρά. Μια μεγάλη αποτυχία φέρνει μια μεγαλύτερη επιτυχία. Ποτέ όμως η μεγάλη επιτυχία δε φέρνει μια μεγαλύτερη. Άμα πετύχαινε ο άνθρωπος στην πρώτη εξόρμηση, δε θα 'κανε δεύτερη. Η δόξα είναι μια κορυφή που για να την ανέβεις πρέπει πρώτα να κατέβεις."

"Η πρώτη κραυγή του ανθρώπου είναι κλάμα. Από εκεί και πέρα οι άνθρωποι ή παραμένουν άνθρωποι και κλαίνε ή γίνονται τέρατα και κάνουν τους άλλους να κλαίνε."

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

ΝΕΡΑ



εδώ βρίσκομαι
δίπλα σου
σε κοιτώ στα μάτια
πιάνομαι γερά απ' το χρώμα
βυθίζομαι με τον τρόπο μου
χωρίς κινήσεις και θόρυβο

γιασεμιά θα φυτέψω  στον κήπο
να ζαλίζονται τα πουλιά

αγάλματα λευκά θα προβλέπουν το μέλλον
λαμπερές αντανακλάσεις θα κυλούν θαυμάζοντας

υδροροές θα καρφώσω στους τοίχους
να μη λιμνάζουν τα όνειρα


Silena 15/6/2012

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

ΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΓΥΜΝΑ



Το αριστερό της πόδι γυμνό κι αναποφάσιστο πλανιέται λίγο στον αέρα πριν προσγειωθεί στο πρώτο σκαλί. Δείχνει μια ανημποριά τούτη η κίνηση. Ένα δισταγμό. Είναι που το ανέβασμα μοιάζει απότομο κι η κάμαρα άδεια. Θέλει όμως να προσπαθήσει να φτάσει ως εκεί. Ν’ αποκοιμίσει το φόβο, να κουράσει γλυκά τα πέλματα που καίνε και μαρτυρούν χωρίς καμία συστολή, την επιθυμία.

Όλα ξεκίνησαν πριν από καιρό. Στην αρχή απέφευγε να περπατάει ξυπόλυτη και σχεδόν ποτέ δεν ανέβαινε μόνη τη σκάλα. Σαν να ένιωθε την απειλή. Ήρθε το καλοκαίρι, οι φόβοι ζεστάθηκαν κι έλιωσαν, η συστολή πέταξε και τα γυμνά πόδια βήμα-βήμα ανακάλυψαν μια νέα ελευθερία τόσο θελκτική που ήταν αδύνατο ν’ αντισταθεί κανείς. Οι λεπτομέρειες γλίστρησαν ανάμεσα στις χαραμάδες κι εξαφανίστηκαν, τα ίχνη όμως, έμειναν λιγάκι σκονισμένα μα ανεξίτηλα.

Δύο γυμνά πόδια.
Πάνε κι έρχονται, επιθυμούν κι εξάπτονται, νοσταλγούν και τιμωρούνται γι’αυτή τους τη νοσταλγία.
Η τιμωρία τους;
Μια μυστηριώδης σκάλα και μια άδεια κάμαρα.

Δεν μπορεί να διακρίνει το τελευταίο σκαλί κι αυτό την αγχώνει.
Δεν αντέχει το σκοτάδι, τη σιωπή κι αυτό την κάνει να μοιάζει με φάντασμα.
Τραβάει τις κουρτίνες εκδικητικά.
Το δωμάτιο μεταμορφώνεται, τα σκαλιά ζωντανεύουν και της επιτρέπουν να δει, ν’ αγγίξει, να θέλει και να μπορεί.

Ανεβαίνει διστακτικά. Τα πόδια στηρίζουν τις αμφιβολίες, το βλέμμα σαρώνει τους φόβους, τα χέρια κρατούν γερά τις μνήμες. Βρίσκεται έξω από την κάμαρα.
Η πόρτα κλειστή. Την αγγίζει με τα δάχτυλα των ποδιών και την σπρώχνει ελαφρά. Μ’ ένα τρίξιμο η πόρτα ανοίγει διάπλατα. Διστάζει ξανά, διαψεύδει το θάρρος των ποδιών. Τελικά προχωράει.
Βρίσκεται στο κέντρο του δωματίου.  Γύρω της καθρέφτες, κινούνται σταθερά, την περικυκλώνουν.
Το δωμάτιο γεμίζει είδωλα ή μάλλον ένα είδωλο που προβάλλεται από πολλές γωνίες σε πολλές αγωνιώδεις διαδρομές.
Σωπαίνει, ανοιγοκλείνει τα μάτια να σιγουρευτεί.
Είναι το είδωλό της σε άλλο χρόνο, σε άλλο χώρο.

Είναι αυτή παιδί. Χαμογελάει με πόδια γυμνά,  λίγη άμμο ξεχασμένη στα χέρια να κυλάει σαν τις αναμνήσεις και τη λάμψη της χαράς στο βλέμμα. Είναι αυτή παιδί.
Θυμάται, γαληνεύει, αγαπάει.  Ξανά.

© Silena
14/6/2012

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

θα ήθελα την παρακάτω ανάρτηση να την αφιερώσω στους πολύτιμους συνοδοιπόρους μου που εκπέμπουν στο ίδιο μήκος κύματος με μένα, που συνεχίζουν να παλεύουν για μια πιο ανθρώπινη ζωή, που διαβάζουν κι αυτοί ανάποδα τον κόσμο που κοινωνούν την αγάπη και την ζεστασιά της ψυχής τους και ποτέ δεν δειλιάζουν να μοιραστούν. Στην AnD, στην Έφη, στο Γιάννη, στο Σίμο, στο Γιώργο, στον Αντώνη, στη Σοφία, στην Άντα, στη Βασιλική, στην Καίτη, στη Μελίνα, στον Άγη, στη Margo, στην Ευαγγελία, στον Σπύρο, στον Τόλη, στη Χριστίνα, στο Βασίλη, στην Πηνελόπη, στη Μαργαρίτα, στην Ελευθερία, στον Κώστα, στον Πέτρο, στην Μαριέλα, στον Άγγελο, στην Έλενα, .... σε όλους σας.
Κι αν ξεχνάω πολλούς μην μου κρατάτε κακία, γνωρίζετε πως είστε μέσα στο νου και την καρδιά μου.



«Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή»

Τι φταις αλήθεια.
Κανείς δε σου 'μαθε το δρόμο για το "εμείς".
Και το χειρότερο, κανένας δε σε εκπαίδευσε
να επενδύεις στο "εγώ".
Σαν επαίτης εκλιπαρείς μπροστά στην πόρτα του "εσείς".
Έσπασες αμέτρητες φορές τα μούτρα σου, προσπαθώντας
ανάμεσα σε σκοτάδια ν' ανακαλύψεις το "εσύ".
Σ' έπιανε πάντα πανικός στη θέα και στη σκέψη του "αυτοί".
Και στην απελπισία, στο χαμό σου, φώναξες
"Αυτός! Αυτός!"
Κι έπιασες ένα πιστόλι, να πολεμάς.
Τι φταις! Αν κάποτε καθίσεις λίγο να ξαποστάσεις από τη μάχη σου,
θυμήσου μια λεξούλα που σου ξέφυγε.
Θα θελα να στην κρύψω ανάμεσα στις χούφτες σου
(θυμάσαι το "δαχτυλιδάκι" που παίζαμε παιδιά; )
"Μαζί". "Μαζί". Τη λένε τη λεξούλα μου τη μαγική.
Και μη βιαστείς να την πετάξεις. Μπορεί μια μέρα
να σου χρειαστεί. Πολλά φιλιά. Συχνά όταν βρίσκομαι σε πανηγύρια, σε γλέντια,
σε πολύβουες χαρές, αισθάνομαι σα να μην έχω "εισιτήριο".
Σαν να 'χω βρεθεί εκεί λαθραία.
Μέχρι που μου 'ρχεται να το βάλω στα πόδια.
Είν αυτή η κατάρα που με δέρνει, να διαβάζω ανάποδα τον κόσμο.
Να επικεντρώνω την προσοχή μου στα υστερόγραφα.
Να μην βάζω τίτλους στα κεφάλαια. Πού βρίσκομαι; Ρωτάς;
Σε μια έρημο και περιφέρομαι άσκοπα.
Σε λίγο θα νυχτώσει και φοβάμαι.
Μου λείπει η σιγουριά της πάχνης στο τζάμι του δωματίου μου.
Μου λείπει το κόκκινο σάλι μου.
Οι πικροδάφνες στους μεγάλους δρόμους
Οι μενεξέδες στα παρτέρια των πάρκων.
Μου λείπει η φλυαρία της μοναξιάς μου.
Ο ζεστός καφές παρέα με το φίλο μου. Τα σοκολατάκια στην παλιά φοντανιέρα της μαμάς μου.
Η μαρμελάδα από βατόμουρα.
Μου λείπει η τζανεριά στην άκρη του ακάλυπτου.
Το κλουβί με τα καναρίνια στο αντικρινό μπαλκόνι.
Η γάτα μου, η Μάργκω.
Τα χαρτιά και τα μολύβια μου
(κι ας μην κατάφεραν ποτέ να δώσουν άσυλο στην ψυχή μου).
Σε μια έρημο βρίσκομαι. Και σε παρακαλώ μη με ρωτάς γιατί.
Ξέρεις πως είμαι ανίκανη να δώσω εξηγήσεις.
Όμως. Απ' όλα περισσότερο, θέλεις να μάθεις τι μου λείπει;
Το παραμύθι.
Το παραμύθι πως μια μέρα θα βρίσκαμε μια όαση μαζί! Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να πικραίνεσαι.
Γέμισε ο τόπος σαλτιμπάγκους, που ξεπουλούν
στους πάγκους τους το μέλλον σου.
Γέμισε ο τόπος καταπατητές, που μεταμφιεσμένοι
σε σωτήρες ακολουθούν σαν τα σκυλιά τα βήματά σου.
Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να μπλοκάρεις.
Σου σερβίρουν σε κονσέρβες αποφάσεις που δε διάλεξες.
Ψάχνουν μεθοδικά να σε απελάσουν από την ψυχή σου.
Να κρεμάσουν τα σχέδια σου ανάποδα, σαν νυχτερίδες,
στους πασσάλους που οριοθέτησαν τον ορίζοντά σου. Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να φρικάρεις.
Όμως κρατήσου. Μην αφεθείς.
Τα πέντε πράγματα που κρύβεις μέσα σου, υπεράσπισέ τα.
Κάτι θα γίνει. Δεν μπορεί.
Η ζωή ποτέ δεν περιφρόνησε τους εραστές της. Και κάτι άλλο. Ίσως πιο ποιητικό.
Φύτεψε άνθη στις ρωγμές της πίκρας σου. Κι ύστερα βρες ένα μικρούλι ξέφωτο και κάθισε.
ν' απολαύσεις τ' άρωμά τους.
Α! Κι αν θέλεις μην ξεχάσεις πως υπάρχουν πάντα κάποιοι
που αξίζει να τους προσφέρεις ένα σου χρυσάνθεμο!
Μήπως πρέπει...Μήπως...Μια γνώμη λέω.
Να βάλεις "φραγή" σε ορισμένα πρόσωπα που σε περικυκλώνουν
και ισχυρίζονται ότι αποτελούν το πλαίσιο σου;
Την κορνίζα σου, και καλά.
(Και τι κορνίζα Θε μου! Όλο χρυσόσκονη!)
Μήπως πρέπει να απενεργοποιήσεις ορισμένα συναισθήματα,
που αποδείχτηκαν υπερβολικά και ανώφελα;
Η γενναιοδωρία, φίλε, έχει κάποια όρια. Κάποια στοπ.
Όταν τα ξεπεράσεις ξέρεις που οδηγείσαι;
Στο διασυρμό και στην αυτοκαταστροφή.
Έτσι είναι. Κι ας μη σ αρέσει να το δεις.
Αυτή πια η ανόητη προσμονή σου,
πως οι "άλλοι" κάποτε θ αλλάξουν.
Ξέχνα την, να χαρείς.
Οι "άλλοι" την έχουν καταβρεί στην πουπουλένια σου πλατούλα.
Εσύ ν αλλάξεις ρότα. Τώρα. Αν μπορείς.
Αν δεν μπορείς τουλάχιστον μη θορυβείς.
Έχεις ακούσει μήπως για τη μητέρα Τερέζα;
Καμία σχέση!
Είναι γεγονός πως κάποιοι άνθρωποι δεν μπόρεσαν
ποτέ ν' απλώσουν τα "ρούχα" τους στον ήλιο, να τα στεγνώσουν.
Πάντα βρεγμένα τα φορούν.
Δεν είναι η ζωή που φταίει γι αυτό, κι ας της ρίχνουν
όλα τα βάρη.
Ούτε οι ίδιοι, βέβαια, φταίνε.
Φταίει το ότι δεν τους χάρισε ποτέ κανείς έναν ήλιο.
Έναν ολόδικό τους ήλιο.
Ν' ανατέλλει, να δύει και πάλι ν' ανατέλλει λαμπερός
μέσα τους.

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Antoine de Saint-Exupéry

''Γη των Ανθρώπων''



ο Antoine de Saint-Exupéry, από τον Hugo Pratt


…Εδώ και μερικά χρόνια, σε ένα μακρύ ταξίδι με το τραίνο, θέλησα να επισκεφτώ την μετακινούμενη πατρίδα, όπου είχα κλειστεί για τρεις μέρες, αιχμάλωτος για τρεις μέρες αυτού του θορύβου σαν από χαλίκια που τα κυλά η θάλασσα, και σηκώθηκα. Διέσχισα, κατά τη μία το πρωί το τραίνο από τη μια άκρη ως την άλλη. Τα βακόν-λι ήταν άδεια. Τα βαγόνια της πρώτης θέσεως ήταν άδεια.

Όμως τα βαγόνια της τρίτης στέγαζαν εκατοντάδες Πολωνούς εργάτες, που είχαν απολυθεί από τη Γαλλία και ξαναγύριζαν στην Πολωνία τους. Και πέρναγα τους διαδρόμους, δρασκελώντας ξαπλωμένα σώματα. Στάθηκα να κοιτάξω. Ορθός, κάτω από το φώς, αντίκριζα μέσα σε αυτό το δίχως χωρίσματα βαγόνι, που έμοιαζε με θάλαμο και μύριζε στρατώνα ή κρατητήριο, ένα ολόκληρο λαό ανάκατο, που ταρακουνιόταν από τη ρυθμική κίνηση του τραίνου. Ένα ολόκληρο λαό, βυθισμένο στα κακά του όνειρα, που ξαναγύριζε στη μιζέρια του. Χοντρά ξυρισμένα κεφάλια κυλούσαν πάνω στα σανίδια των πάγκων. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, στριφογύριζαν όλοι δεξιά και αριστερά, σαν χτυπημένοι από όλους αυτούς τους θορύβους, όλα αυτά τα τραντάγματα, που τους απειλούσαν στη λησμονιά τους. Δεν είχαν βρει τη φιλοξενία ενός καλού ύπνου.

Ένα παιδί θήλαζε μια μάνα, τόσο κουρασμένη, που έμοιαζε σαν να κοιμόταν. Η ζωή μεταδινόταν μέσα στην παραζάλη και την ανακατωσούρα του ταξιδιού. Κοίταζα τον πατέρα. Ένα κεφάλι βαρύ και γυμνό σαν πέτρα. Ένα κορμί διπλωμένο στον άβολο ύπνο, φυλακισμένο στα ρούχα της δουλειάς, φτιαγμένο από καμπούρες και βαθουλώματα. Έμοιαζε με ένα σωρό λάσπη. Έτσι, τη νύχτα, ναυάγια που δεν έχουν πια ανθρώπινο σχήμα κοιμούνται βαριά πάνω στους πάγκους της αγοράς. Και συλλογιόμουν: το πρόβλημα δεν βρίσκεται διόλου σε αυτή τη μιζέρια, σε αυτή τη βρώμια, ούτε σε αυτή την ασχήμια. Όμως αυτός ο ίδιος άντρας και αυτή η ίδια γυναίκα, γνωρίστηκαν μια μέρα και ο άντρας σίγουρα χαμογέλασε στη γυναίκα. Σίγουρα μετά τη δουλειά της έφερε λουλούδια. Συνεσταλμένος και αδέξιος, έτρεμε ίσως μην τον περιφρονήσει. Μα η γυναίκα, από φυσική φιλαρέσκεια, η γυναίκα, σίγουρη για τη χάρη της ευχαριστιόταν ίσως να τον κρατά σε αμφιβολία. Και εκείνος που πια δεν είναι σήμερα παρά μια μηχανή για να σκάβει ή να φτυαρίζει, δοκίμαζε έτσι στην καρδιά του τη γλυκεία αγωνία. Το μυστήριο είναι πού έγιναν αυτοί οι σωροί από λάσπη. Από ποιο τρομερό καλούπι πέρασαν και τους σημάδεψε, όπως η πρέσα το μέταλλο; Ένα γερασμένο ζώο διατηρεί τη χάρη του. Γιατί αυτή η ωραία ανθρώπινη άργιλος έπαθε τέτοια φθορά;

Κάθισα αντίκρυ σε ένα ζευγάρι. Ανάμεσα στον άντρα και στην γυναίκα, το παιδί, όσο γινόταν πιο βολικά, είχε χωθεί και κοιμόταν. Γύρισε όμως μέσα στον ύπνο του και το πρόσωπο του μού φανερώθηκε κάτω απ΄το φώς. Ά! Τι εξαίσιο πρόσωπο! Είχε γεννηθεί από αυτό το ζευγάρι, κάτι σαν ένας χρυσός καρπός. Από αυτά τα βαριά και άχαρα σώματα είχε βγει αυτό το επίτευγμα λεπτότητας και χάρης. Έσκυψα πάνω από αυτό το λείο μέτωπο, από αυτά τα γλυκά σουφρωμένα χείλη και είπα μέσα μου: να ένα πρόσωπο μουσικού, να το παιδί Μότσαρτ, να μια ωραία υπόσχεση της ζωής. Οι μικροί πρίγκιπες των παραμυθιών δεν ήταν αλλιώτικοι. Αν έβρισκε προστασία, στοργή, καλλιέργεια, και τι δε θα μπορούσε να γίνει! Όταν γεννιέται ένα καινούργιο τριαντάφυλλο, στους κήπους, από διασταύρωση, όλοι οι κηπουροί συγκινιούνται. Απομονώνουν το τριαντάφυλλο, το καλλιεργούν, το ευνοούν. Όμως δεν υπάρχει κηπουρός για τους ανθρώπους. Το παιδί Μότσαρτ θα περάσει, μαζί με τους άλλους από την πρέσα. Ο Μότσαρτ θα βρει τις πιο ανώτερες χαρές του στη διεφθαρμένη μουσική, μέσα στη βρωμιά των καφενείων. Ο Μότσαρτ είναι καταδικασμένος.

Και ξαναγύρισα στο βαγόνι μου. Μέσα μου έλεγα: αυτοί οι άνθρωποι δεν υποφέρουν καθόλου από την κατάντια τους. Και δεν είναι ο οίκτος που με βασανίζει. Το θέμα δεν είναι να συγκινείσαι για μια πληγή που ποτέ δεν κλείνει. Αυτοί που την έχουν δεν την νοιώθουν. Εκείνο που τραυματίζεται εδώ, που βλάπτεται, είναι το ανθρώπινο είδος και όχι το άτομο. Δεν πιστεύω καθόλου στον οίκτο. Αυτό που με βασανίζει είναι η άποψη του κηπουρού. Αυτό που με βασανίζει δεν είναι τούτη η αθλιότητα, όπου στο κάτω- κάτω βολεύεται κανείς, το ίδιο καλά, όπως και στην τεμπελιά. Γενιές και γενιές ανατολίτες ζούνε μέσα στην λίγδα και τους αρέσει. Αυτό που με βασανίζει δεν το θεραπεύουν τα λαϊκά συσσίτια. Αυτό που βασανίζει δεν είναι ούτε οι καμπούρες και τα βαθουλώματα στα κορμιά ούτε η ασχήμια. Είναι ο Μότσαρτ που δολοφονείται μέσα στον κάθε άνθρωπο…

Μόνο το Πνεύμα, όταν πνέει στη λάσπη, μπορεί να δημιουργήσει τον Άνθρωπο.




JUN MIYAKE

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Τὸ παιδὶ μὲ τὴ φυσαρμόνικα



Θὰ βγῶ στὸν κάμπο νὰ μαζέψω
τὰ πεσμένα φύλλα τοῦ ἥλιου,
νὰ πλάσω τὶς ἀκτίδες του -τοῦτο τὸ καλοκαίρι-,
νὰ πλάσω τὶς ἀκτίδες του σὲ φύλλα γιὰ νὰ γράψω
τὸν οὐρανὸ καὶ τὸ τραγούδι σου, Ἑλληνόπουλο!
Γιατὶ τὸ χῶμα δὲ μὲ φτάνει! Δὲ μὲ φτάνει τὸ αἷμα μου!
Γιατὶ τὰ δάκρια μου δὲ φτάνουνε νὰ πλάσω τὸν πηλό μου!
Τί νὰ τὸ κάνω τὸ σπίτι μου; Ἔξω σὲ τραγουδᾶνε!
Ἔξω μιλοῦν γιὰ σένανε! Δέ μου φτάνει ἡ φωνή μου!
Θὰ τρέξω ἐκεῖ ποὺ σ᾿ ἄκουσα νὰ λὲς «Ὄχι» στὸ θάνατο.
Θὰ τρέξω ἐκεῖ ποὺ πήγαινες σφυρίζοντας ἀντίθετα
στ᾿ ἀστροπελέκι,ἀντίθετα στὴ διαταγὴ
καὶ στὸ γλυκὸ ψωμὶ τῆς γῆς! Ἀντίθετα
στὰ γαλανά σου μάτια ποὺ ἦταν γιὰ τὸν ἔρωτα!

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

MARIZA FADO




τα μάτια σου να εμπιστευτείς
δε φτάνει
μα την καρδιά ν' ακούσεις
είν' αρκετό

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

«Tο μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία»




Aπό τη σημερινή ημέρα δεν είναι λογικό να περιμένουμε εκπλήξεις. Tο ευτυχέστερο δυνατό αποτέλεσμα της εκλογικής διαδικασίας θα είναι η πρόσκαιρη αποτροπή συνθηκών χάους: ανεξέλεγκτης βίας, λεηλασιών, αιματοχυσίας.
H ελληνική κοινωνία έχει βυθιστεί σε παρακμή χωρίς προηγούμενο. Στα τετρακόσια χρόνια κάτω από τον τουρκικό ζυγό οι συνθήκες επιβίωσης των Eλλήνων ήταν ασύγκριτα δυσκολότερες από τις σημερινές, συνήθως εφιαλτικές. Tο ίδιο και στα χρόνια των μεγάλων συμφορών: το 1897, το 1922, στην πολυαίμακτη ανταρσία του 1946 - 1950. Oμως σε όλες αυτές τις δραματικές περιστάσεις, όπως και στις επανειλημμένες πτωχεύσεις του κράτους, στον λιμό που συνόδεψε τη γερμανική κατοχή, στο μαρτύριο της προσφυγιάς που προηγήθηκε και σε κάθε άλλη συλλογική οδύνη, ο Eλληνας δεν έπαυε να βρίσκει στήριγμα ζωής στην ελληνικότητά του. Nα σώζει τη βεβαιότητα ότι αξίζει να είναι Eλληνας, «ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιωτέραν» – το ζούσε. Oχι με αφηρημένες, ψυχολογικές - επιδερμικές καυχήσεις, αλλά με σαρκωμένη την «ευγένεια» της προνομιακής καταγωγής σε πράξη: στη γλώσσα, στην ιστορική μνήμη και συνείδηση, στη λαϊκή παράδοση και ευσέβεια: θησαύρισμα εμπιστοσύνης.
Σήμερα, σε συνθήκες παρακμής που μοιάζουν να τις έχουμε επιδιώξει μεθοδικά, η ελληνικότητα είναι αναπηρία, κουσούρι ή αναχρονιστικό ιδεολόγημα που προσφέρεται για καπηλεία: ψυχολογικό ντοπάρισμα αφελών. Nα είσαι Eλληνας δεν παραπέμπει σε ιδιαιτερότητα πολιτισμού, σε συνέχεια θησαυρισμάτων αρχοντιάς και καλλιέργειας, ούτε δηλώνει ένταξη σε ζωντανό σώμα σχέσεων κοινωνίας, σε «νόημα» της ύπαρξης και της συνύπαρξης. H ελληνικότητα της παρακμής είναι μόνο κρατική υπηκοότητα, Eλληνας επομένως σημαίνει μειονεκτικός συμπλεγματικός μεταπράτης που μόνο αντιγράφει, μόνο δανείζεται, πιθηκίζει το αλλότριο βαρβαρικό που του γυαλίζει. Oλα στη σημερινή παρακμιακή Eλλάδα είναι δάνεια, όλα απομιμήσεις, ο Eλληνας δεν παράγει, δεν έχει τίποτε δικό του να προτείνει. Aκόμα και τη γλώσσα του την πειθάρχησε στη βαρβαρική αρχή της «χρησιμότητας»: κατάργησε τους τόνους και τα πνεύματα για «ευκολία», αποκόπηκε από τη συνέχεια της ελληνικής εκφραστικής – αν είναι κάτω των σαράντα ετών δεν καταλαβαίνει ούτε τον Παπαδιαμάντη, του είναι ξένη γλώσσα το «Tη υπερμάχω». Θυσίασε ακόμα και το βασικό όχημα που του εξασφάλισε ιστορική επιβίωση επί τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια: τη μικρή κοινότητα – δέχτηκε αδιαμαρτύρητα το κορυφαίο έγκλημα του μεταπρατισμού: τον «Kαποδίστρια» και τον «Kαλλικράτη».
Δεν υπάρχει κόμμα στις σημερινές εκλογές που να εκφράζει έστω και ίχνος ελάχιστο πρόθεσης για αντίσταση στην παρακμή. Oλοι μιλάνε για «κρίση» και την καταλαβαίνουν σαν οικονομική αποκλειστικά δυσπραγία, γι’ αυτό και συναγωνίζονται σε αηδιαστική, ναυτιώδη κενολογία με μοναδικό μέλημα να εντυπωσιάσουν το άσκεπτο πλήθος και να υφαρπάξουν την ψήφο του. Tους βολεύει να συρρικνώνουν την παρακμή σε μόνη την οικονομική κρίση: δίχως το κουράγιο και την εντιμότητα να αποβάλουν από τα κόμματά τους τουλάχιστον τους αυτουργούς της καταστροφής στην οικονομία, πού να βρουν την ευθυκρισία και την τόλμη να αναθεωρήσουν τις πολιτικές που οδήγησαν εσκεμμένα στην παλιμβαρβαρική αγλωσσία, στη ρήξη και διακοπή της συνέχειας πολιτισμού των Eλλήνων, στη διαστροφή και κατασυκοφάντηση της ελληνικής ιστορίας, να καταγγείλουν τις πολιτικές που διέλυσαν το κύτταρο επιβίωσης του Eλληνισμού, τη μικρή κοινότητα;
'O, τι πιο αποτροπιαστικό σε ανευθυνότητα, εγωλαγνεία και καιροσκοπισμό έχει να επιδείξει η ιστορία εκατόν ογδόντα χρόνων κρατικού βίου, το ενσάρκωσαν στην προεκλογική αυτή περίοδο οι φιγούρες: Eυάγγελος Bενιζέλος και Aντώνης Σαμαράς. Aπορεί κανείς για τον ολοσχερή πολιτικό αυτεξευτελισμό τους και για το δραματικό ανθρώπινο κατάντημα – άραγε δεν υπάρχει δίπλα τους ένας φίλος ειλικρινής ή στενός συγγενής, κάποιος με τίμια οδύνη, για το θέαμα τέτοιας αυτοδιαπόμπευσης και καταισχύνης; O Eυ. Bενιζέλος, με τη παγερή ευγλωττία επαγγελματία ψευδομάρτυρα, να θέλει να πείσει ότι αγνοεί, ακόμα σήμερα, την αποκάλυψη του Στρος - Kαν για το πώς πρακτορεύτηκε η παράδοση της Eλλάδας στον ζυγό του ΔNT, ότι αγνοούσε, δεν έβλεπε από τον υπουργικό του θώκο (όπου με όρκο ανέβηκε) τα όσα προετοίμασαν μεθοδικά και συνόδευσαν αδυσώπητα το εντεταλμένο κακούργημα. Kαι από την άλλη το θέαμα του A. Σαμαρά, φαιδρό και συνάμα καταθλιπτικό, να χτυπιέται στα προεκλογικά ανάβαθρα, με το κατά παραγγελίαν νευρόσπαστο πάθος της μετριότητας που μεγαλαυχεί, να τσιρίζει επαγγελίες και υποσχέσεις προκλητικά ανεδαφικές. Ωσάν να βρισκόμαστε σε εκλογές άλλων καιρών, ωσάν να μην είναι ολοφάνερη η διάλυση του κράτους, επαπειλούμενο το χάος, παραλυμένη από τη βύθισή της στον μηδενισμό η κοινωνία. Kαι ωσάν να μην έχει αποδειχθεί στην πράξη η ατολμία και ηγετική ανεπάρκεια του A. Σαμαρά.
«Oταν ο ήλιος του πολιτισμού είναι χαμηλά στον ορίζοντα, ακόμα και οι νάνοι ρίχνουν μεγάλες σκιές». Tο είπε ο Karl Kraus και το επιβεβαιώνει κάθε κοινωνία σε παρακμή. Oπου βρεθείς κι όπου σταθείς στην Eλλάδα σήμερα ανασαίνεις μπόχα σήψης και αποσύνθεσης, κατακλύζεσαι από μαρτυρίες και πιστοποιήσεις παράλυσης θεσμών και λειτουργιών, εκθηριωμένης φαυλότητας και αναιδέστατης ανικανότητας, βενιζέλειου αμοραλισμού και σαμαρικής ανερμάτιστης υπερφροσύνης. Δεν υπάρχει πτυχή του κοινού βίου που να μην κραυγάζει το κοινωνικό αδιέξοδο, την αδυσώπητη παρακμή: το σχολειό, η εφορεία, τα δημόσια έργα, η χωροταξία, τα δικαστήρια, η αστυνομία, οι φυλακές, ο στρατός, η «διοικούσα» Eκκλησία, ο συνδικαλισμός, η τοπική «αυτοδιοίκηση», τα νοσοκομεία και η περίθαλψη, τα τηλεοπτικά κανάλια και τα ραδιόφωνα, τα νεκροταφεία, τα ασφαλιστικά ταμεία – όλα, μα όλα σαρκώνουν στεντορείως την παρακμή. Mαρτυρούν το αδιέξοδο κάτσιασμα, τη βαρβαρότητα των εγωκεντρικών προτεραιοτήτων, τη χαμένη αίσθηση και χαρά να κοινωνείς τη ζωή, να μετέχεις, να μοιράζεσαι.
Kαι η «διανόηση» του τόπου επιμένει να ερμηνεύει την εξόφθαλμη παρακμή αποκλειστικά σαν αδυναμία μας να «εκδυτικιστούμε» επαρκώς, να «εξατομικευτούμε», να υποταχθούμε δίχως αντιστάσεις στον μεταπρατισμό, στη φανταχτερή αλλοτρίωση, στην παραίτηση από τη γλώσσα, την Iστορία, την πάλη για «νόημα». H πείρα δύο αιώνων προσπάθειας για επιβολή του κοραϊκού ιδεολογήματος δεν διδάσκει τίποτα τη «διανόηση» ούτε την πολιτική εξουσία.
Tο ψυχορράγημα ενός λαού με τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια ιστορία θα διαρκέσει ακόμα πολύ. «Πάρτε μαζί σας νερό, το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία».

http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_06/05/2012_440750

ΠΗΓΗ: εδώ

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

JOHN ZORN

ΣΤΙΣ ΣΚΙΕΣ ΠΑΤΑΣ..



στις σκιές πατάς
τους δρόμους με τα νύχια χαράζεις
δεν πονάς
κοιτάς
δεν μιλάς
κοιτάς

στις σκιές πατάς

Silena 11/6/2012

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

ΕΞΩΣΙΣ ΔΥΣΤΡΟΠΟΥΝΤΟΣ ΜΙΣΘΩΤΟΥ



Δεν είναι παγωνιά δεν είναι ζέστα,
είναι μονάχα της καρδιάς το ψύχος
κι οι δικαστές κι οι νόμοι και τα ρέστα
χωρίζονται απ’ τον άνθρωπο με τείχος

κι όπου ζωή σημαίνει απανθρωπία,
ο νόμος λέει τη φτώχεια «δυστροπία».
Παράτα τη ζωή και δες το νόμο·

ήρθε ο κλητήρας με ρυθμό γοργό
και της πετάει τα πράματα στο δρόμο
-χρωστούσε πέντε νοίκια η Μαριγώ-

τα φίδια έχουν φωλιές, τ’ αγρίμια, οι λύκοι
κι οι άνθρωποι έχουν σπίτια με το νοίκι.

Χειμερινή λιακάδα του Φλεβάρη
κι ο κόσμος ζει σ’ αιώνια αποκριά
όσο που να ’ρθει ο μπόγιας να την πάρει
σ’ έν’ άσυλο, νετάρισε η γριά,

η γριά μέσα στο βιος που της ανήκει
μια χύτρα, μια στρωμνή κι ένα καθίκι.

Χειμερινή λιακάδα του Φλεβάρη
και σκα η ζωή και στο ξερό κλωνάρι,

σκέπει τα πάντα ελληνική πληρότης,
κοιμάται η γριά σε στρώμα μαλακό
κι η Άνοιξη κουνάει τον πισινό της
σαν παραστρατημένο θηλυκό.

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

FYODOR DOSTOYEVSKY

ένα απόσπασμα από τον "Ηλίθιο"


Σκεφτόταν μαζί με τ’ άλλα πως όταν τον βρίσκαν αυτές οι κρίσεις της επιληψίας, υπήρχε μια φάση, αμέσως σχεδόν πριν πέσει χάμω (εφόσον βέβαια αυτά τα πάθαινε στον ξύπνο του), όταν ξαφνικά μέσα στη θλίψη της ψυχικής του καταχνιάς, της κατάθλιψης, στιγμές-στιγμές σαν να πετούσε το μυαλό του φλόγες κι όλες μέσα του οι δυνάμεις της ζωής τανύζονταν διαμιάς με ορμή ασυνήθιστη. Η αίσθηση της ζωής, η συνείδηση του εαυτού του δεκαπλασιαζόταν σχεδόν αυτές τις στιγμές που κρατούσαν τόσο όσο μια αστραπή. Ο νους, η καρδιά φωτίζονταν από ένα ασυνήθιστο φως• όλες οι συγκινήσεις, όλες του οι αμφιβολίες, όλες του οι ανησυχίες ξαφνικά σαν να γαλήνευαν, σβήναν μέσα σε μια ανώτερη απανεμιά, έμπλεη από μια ολοκάθαρη, αρμονική χαρά κι ελπίδα, γιομάτη φρόνηση κι αίσθηση ενός υπέρτατου τέλους. Αλλά οι στιγμές αυτές, αυτά τ’ αστραφτερά λαμπυρίσματα δεν ήταν παρά η προαίσθηση μόνο εκείνου του έσχατου δευτερόλεπτου (ποτέ παραπάνω από ένα δευτερόλεπτο) από το οποίο άρχιζε η ίδια πια η κρίση. Τούτο το δευτερόλεπτο ήταν βέβαια αβάσταχτο. ‘Όταν έπειτα, δηλαδή όταν πια ήταν στα καλά του, τις συλλογιζόταν αυτές τις στιγμές, συχνά έλεγε: μα αυτές οι αστραπές κι αναλαμπές μιας ανώτερης αίσθησης και συνείδησης του εαυτού μου και συνεπώς και του «ανώτερου όντος» δεν είναι παρά μια αρρώστια, δεν είναι παρά μια παρέκκλιση από την ομαλή μας κατάσταση, άρα σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι ένα στάδιο ύπαρξης ανώτερο, αντίθετα πρέπει να το κατατάξουμε χαμηλά, στο πιο χαμηλό σκαλί. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, στο τέλος-τέλος, οδηγήθηκε σ’ ένα από τα πιο παράδοξα συμπεράσματα: «Και τι σαν είναι αρρώστια; είπε τέλος πάντων. Τι σημασία έχει αν η ένταση αυτή είναι ανώμαλη, αφού το ίδιο το αποτέλεσμα, αφού η στιγμιαία εκείνη αίσθηση, όπως τη θυμάσαι και την κρίνεις γερός πια, βεβαιώνεσαι πως είναι μια αρμονία ανώτερου τύπου, μια ομορφιά ανώτερου τύπου, σου χαρίζει ένα ανήκουστο κι αμάντευτο αίσθημα τον ολοκληρωμένου, του τέλειου, του αρμονικού και μιας ολόχαρης κατανυχτικής συνένωσης με την πιο υψηλή που υπάρχει σύνθεση της ζωής;». Αυτές οι νεφελωμένες εκφράσεις τον φαίνονταν εκείνου του ίδιου πολύ κατανοητές, παρ’ όλο που ήταν ακόμη πάρα πολύ χλιαρές. Ότι όμως αυτή εκεί ήταν αληθινή «ομορφιά και προσευχή», ότι πραγματικά ήταν μια«ανώτερη σύνθεση ζωής», γι’ αυτό το πράγμα δεν είχε αμφιβολία, δεν μπορούσε ούτε να δεχτεί καν την παραμικρή αμφιβολία. Δεν είναι να πεις πως εκείνη τη στιγμή έβλεπε τίποτα οράματα, που εξευτελίζουν τη σκέψη, στρεβλώνουν την ψυχή, σαν να ‘πιε χασίσι, όπιο ή κρασί, οράματα αφύσικα κι ανύπαρχτα. Αυτό ήταν σε θέση να το κρίνει όταν πια περνούσε η νοσηρή του κατάσταση. Ίσα-ίσα οι στιγμές εκείνες δεν ήταν παρά μια έκτακτη ενισχυμένη αυτοσυνείδηση – για να εκφράσει όλη αυτή την κατάσταση του με μια λέξη -, συνείδηση και συνάμα μια αίσθηση του εαυτού του όσο είναι δυνατό να τη φανταστεί κανείς ατόφια. Αν εκείνο το δευτερόλεπτο, δηλαδή την εντελώς τελευταία στιγμή συνείδησης προτού πέσει χάμω, προλάβαινε να πει καθαρά και συνειδητά στον εαυτό του: «Ναι, γι’ αυτή τη στιγμή μπορώ να δώσω όλη τη ζωή μου!» – θα έλεγε αυτό που πραγματικά πίστευε: μα και βέβαια η στιγμή τούτη μόνη της αξίζει μια ολόκληρη ζωή. Βέβαια, το άλλο σκέλος του συλλογισμού του διόλου δεν το συμπαθούσε: η χαύνωση, το ψυχικό σκοτάδι, η αποβλάκωση ορθώνονταν μπροστά του κραυγαλέες συνέπειες εκείνων των «ύψιστων στιγμών». Σοβαρές αντιρρήσεις πάνω σ’ αυτό δε θά ‘χε. Το συμπέρασμα του, δηλαδή η εκτίμηση που έδινε σε κείνη τη στιγμή έκρυβε ένα σφάλμα, ωστόσο η πραγματικότητα εκείνου που είχε νιώσει τον έφερνε σε μια σύγχυση. Αλήθεια, πώς να την αρνηθείς την πραγματικότητα; Μα γινόταν, ήταν αληθινό αυτό που έλεγε, ο ίδιος προλάβαινε κι έλεγε στον εαυτό του μέσα σε κείνη τη στιγμή, προλάβαινε να πει πως τούτη η στιγμή με την απέραντη ευτυχία που του φέρνει κι αυτός τη νιώθει απόλυτα, αξίζει, αλήθεια μια ζωή ολόκληρη. «Αυτή τη στιγμή – όπως είπε κάποτε στον Ραγκόζιν στη Μόσχα, στις συναναστροφές τους τότε εκεί- αυτή τη στιγμή αρχίζω να καταλαβαίνω την παράξενη έκφραση πως χρόνος πια δεν θα υπάρχει. Πιθανόν, πρόσθεσε χαμογελώντας, είναι η ίδια εκείνη στιγμή που δεν πρόλαβε να χυθεί το νερό από το αναποδογυρισμένο κανάτι του επιληπτικού Μωάμεθ, ενώ εκείνος πρόλαβε μέσα σ’ αυτό το δευτερόλεπτο να δει όλα τα δώματα του Αλλάχ».

Από το βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδροπούλου:
Ο μεγάλος αμαρτωλός, Ο Ντοστογιέφσκι και τα ιερά τέρατα, Εκδόσεις Κέδρος. 






ΠΗΓΗ: εδώ 



ΑΠΟΚΛΗΡΑ ΑΠΟΜΕΙΝΑΜΕ ΠΟΥΛΑΚΙΑ



την καρδιά μας, κανείς δεν μπορεί να την περιφράξει
ευτυχώς!!!

ΚΑΛΗΜΕΡΑ

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2012

THE SERPENT'S EGG

Τι να νιώσει κανείς με όλα τούτα που βλέπουμε!!!

Το μόνο που σκέφτηκα για "αντίδοτο" σε τούτη την ισοπέδωση κάθε αξίας και δημοκρατίας

είναι να καταφύγω στον Bergman



εαν δεν έχετε δει την ταινία ίσως θα έπρεπε!!!

ΜΙΑ ΓΙΟΡΤΗ


Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

THE FOREST



Antonia is a 12 year old girl. She often has daydreams, in which she wonders of in to a magical far away forest, were she hides from the problems of the real world. One day, however, her father takes drastic measures and she has to face a decision.

Is your inner peace an utopian state until you have finally escaped the grip of the society and its rules? Or is affirmation a faster way to your personal luck? And what are you supposed to do, if you have to answer this question at the age of 12?

In the Animated Short "The Forest", the protagonist has to cope with this question and her hostile environment and finds a simple but radical solution.

Conceived, written, directed and animated by
David Scharf

Τ' ΑΣΤΕΡΙΑ



έτσι όπως σκαλώνουν οι λέξεις
στις άκρες
απ' τα χείλη μου

έτσι όπως τα χέρια μου
στεγνά
απλώνουν όνειρα στον ήλιο

έρχεται στα φανερά μια σκέψη
ξαλαφρώνει την ψυχή
δροσίζει το νου
αγκαλιάζει τα χέρια

μη ρωτάς
φτάνει να κοιτάς τ' αστέρια
μέσα στα μάτια μου

Silena 6/6/2012

ΜΙΑ ΑΡΑΔΑ ΜΟΝΟ



πόσο απέραντος ο μικρόκοσμός μας

και πόσο σκοτεινός

δώσμου το χέρι σου... μαζί μπορούμε να περάσουμε απέναντι

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

THE CALM BLUE SEA



με τη βαθιά ήρεμη θάλασσα μοιάζεις
όταν χαμηλώνεις τα μάτια,

έτσι μου ψιθύρισες χτες βράδυ
μυστικά

silena 5/6/2012

FEDERICO GARCIA LORCA

Τραγούδι του Μικρού Θανάτου

Θνητός αγρός από φεγγάρια
και αίμα υποχθόνιο.
Αγρός από αίμα γέρικο.

Φως χτεσινό κι αυριανό.
Θνητοί ουρανοί από χόρτα.
Νύχτα και φως από άμμο.

Συνάντησα το Θάνατο.
Θνητός αγρός που 'ναι από χώμα.
Ένας μικρούλης θάνατος.

Πάνω στη στέγη ο σκύλος.
Τ' αριστερό μου χέρι μοναχό
περνούσε ατέλειωτα βουνά
από ξερά λουλούδια.

Μια εκκλησιά από στάχτη.
Νύχτα και φως από άμμο.
Ένας μικρούλης θάνατος.

Ο θάνατος κι εγώ ένας άντρας.
Ένας άντρας μοναχός του, κι αυτός
ένας μικρούλης θάνατος.

Θνητός αγρός από φεγγάρια.
Το χιόνι πάλλει και στενάζει
έξω, μπροστά στην πόρτα.

Εγώ ένας άντρας, και τι άλλο; Το είπα.
Εγώ ένας άντρας μοναχός κι αυτός.
Αγρός, έρωτας, φως και άμμος.

Federico Garcia Lorca "Ποιητής στη Νέα Υόρκη"
"Γη και Σελήνη"
Μετάφραση: Β. Λαλιώτης
Εκδόσεις: Σμίλη

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ - Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ


Από τον «Μικρό Ναυτίλο» του Οδυσσέα Ελύτη

















XXVII

ΑΡΓΗΣΑ
ΠΟΛΥ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΩ τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυτοί που μου μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφάνειας. Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου για να την καταλάβεις.

Μια μέρα που ένιωθα να μ’ έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα, κει που περπατούσα, μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου. Το ‘κοψα και το ‘φερα στο απάνω χείλη μου. Ευθύς αμέσως κατάλαβα ότι ο άνθρωπος είναι αθώος. Το διάβασα σ’ αυτή τη στυφή από αλήθεια ευωδιά τόσο έντονα που πήρα να προχωρώ το δρόμο της μ’ ελαφρύ βήμα και καρδιά ιεραπόστολου. Ώσπου, σε μεγάλο βάθος, μου έγινε συνείδηση πια ότι όλες οι θρησκείες λέγανε ψέματα.
Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα.


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
«Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

PABLO NERUDA



Το Γέλιο σου

Πάρε μου το ψωμί, αν θέλεις,
πάρε μου τον αέρα, αλλά
μη μου παίρνεις το γέλιο σου.
Μη μου παίρνεις το ρόδο,
τη βρύση που σταλάζει
το νερό που άξαφνα
σκάει μες στη χαρά σου
το ασημένιο κύμα
το ξαφνικό που σε γεννάει.
Η πάλη μου είναι σκληρή και γυρίζω
με τα μάτια κουρασμένα
έχοντας δει φορές
τη γη που δεν αλλάζει,
μα μπαίνοντας το γέλιο σου
στον ουρανό ανεβαίνει ψάχνοντάς με
κι όλες ανοίγει για μένα
τις πόρτες της ζωής σου.
Αγάπη μου,την ώρα
την πιο σκοτεινή ανθίζει
το γέλιο σου κι αν ξαφνικά
βλέπεις πως το αίμα μου λεκιάζει
τις πέτρες του δρόμου,
γέλα, γιατί το γέλιο σου
θα είναι για τα χέρια μου
σαν δροσερό σπαθί.
Δίπλα στη θάλασσα φθινόπωρο
το γέλιο σου πρέπει να υψώσει
τον καταρράκτη του απ’ αφρό
και την άνοιξη, αγάπη μου,
θέλω το γέλιο σου όπως
το άνθος που περίμενα,
το άνθος γαλανό, το ρόδο
της ηχηρής πατρίδας μου.
Γέλασε για τη νύχτα
τη μέρα, τη σελήνη,
γέλασε για τους δρόμους
όλο στροφές του νησιού
γέλα για αυτό το αδέξιο
αγόρι που σε θέλει,
μα σαν εγώ ανοίγω
τα μάτια και τα κλείνω,
όταν τα βήματά μου
με πάνε και με φέρνουν
πες μου όχι το ψωμί, τον αέρα
το φως την άνοιξη
το γέλιο σου ποτέ
γιατί θα πέθαινα.

Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης

ΑΠΛΗ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ



ακατανίκητη η επιθυμία να συνεχίσουμε

πόλεμος η ζωή
καθημερινός και συνεχής πόλεμος
τι κι αν ηττηθήκαμε;
τι κι αν πληγωθήκαμε;
στη λαχτάρα λίγης ακόμη αιωνιότητας
η γνώση λυγάει κι η ευφυία αποδέχεται

δεν αναζητώ,
καινούργια σχέδια γεννώ

δίχως τέλος κι αρχή
αυτή η ζωή
νιώθω να μ' ακολουθεί
όνειρο είναι ή μια απλή διαπίστωση;

της δύναμης
της ομορφιάς
της διαφάνειας
που ξεδιπλώνει μπροστά μας η φύση
και μας καλεί να τα γευτούμε

απολαύσεις δίχως τιμωρία, μ' ένα βλέμμα..