Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Ο ΒΡΑΧΟΣ

stormy weather
by
Silena


Στην άκρη της λίμνης σταματάω. Αφηρημένη, κοιτάζω δίχως να βλέπω, τα πεινασμένα πουλιά που βουτάνε ν' αρπάξουν με ορμή κάποιο ψάρι που δεν πρόλαβε να δει.

Έπειτα το βλέμμα απομακρύνεται, ακολουθεί τα σύννεφα που τρέχουν γρήγορα, αλλάζουν σχήματα μα όχι χρώματα. Όλα στις αποχρώσεις του γκρι. Μελαγχολικά, όπως καθετί που φεύγει. Για πάντα.
Το βλέμμα μου καρφώνεται σ' ένα ψαροπούλι που πετάει χαμηλά. Με τα δάχτυλα αρχίζω να κάνω στον αέρα, σχέδια, αόρατα σχέδια πουλιών πεινασμένων. Πουλιών που νιώθουν τον τρόμο της καταιγίδας κι αρχίζουν  να πετούν χαμηλά και να ειδοποιούν με το βραχνό τους κρώξιμο τ' άλλα πουλιά, ίσως και τα ψάρια, για τον κίνδυνο που σιμώνει.


Πάω να χαμογελάσω μα το μετανιώνω. Δεν έχω στην καρδιά μου χαρά. Μόνον μια βαθιά θλίψη.


Για μια στιγμή σκέφτομαι να γυρίσω πίσω, να μπω ξανά στην ασφάλεια της ρουτίνας, να μην αφήσω την πηχτή μελαγχολία που ανεβαίνει σαν ομίχλη απ' τη λίμνη, να με πνίξει.
Μα ξεχνιέμαι ξανά. Το πέταγμα των πουλιών με συνεπαίρνει. Και τότε, ακριβώς την κρίσιμη στιγμή της αναποφασιστικότητάς μου, έρχεται στο νου τ' όνειρο. Εκείνο που είδα τα ξημερώματα λίγο πριν ξυπνήσω.


"Είναι ένας βλοσυρός πελώριος βράχος που κρέμεται από αόρατα σκοινιά πάνω απ' το κεφάλι μου. Εγώ απολύτως ήρεμη. Σαν να το γνωρίζω πως ο βράχος είναι μαζί μου, πως δεν θα αφεθεί να πέσει στο κεφάλι μου. Τότε, αρχίζω να τρέμω. Όχι από φόβο μα από ένα παγωμένο φύσημα που φτάνει ξαφνικά, ύπουλα και τρυπώνει σε κάθε μικρή χαραμάδα των ρούχων. Παγώνω.
Ο βράχος συνεχίζει να κρέμεται απειλητικά από πάνω μου. Σφίγγω το παλτό με μουδιασμένα χέρια και κάνω να σηκωθώ. Δεν μπορώ. Σαν να είμαι βιδωμένη εκεί, κάτω από τον βράχο που κρέμεται από τ' αόρατα σκοινιά. Σαν να έχω για πάντα καταδικαστεί να ζω κάτω από μια απειλή που κρέμεται πάνω απ' το κεφάλι μου, για να μου θυμίζει το πρόσκαιρο. Κάνω ξανά μια προσπάθεια να σηκωθώ και μόλις κοντεύω να πετύχω να ξεκολλήσω από κείνη τη θέση, τα αόρατα σκοινιά που κρατούν τον βράχο, κόβονται."


Πετάγομαι τρομαγμένη, με μηχανικές κινήσεις ντύνομαι βιαστικά και να τώρα που βρίσκομαι εδώ να περπατάω αργά, μελαγχολικά πλάι σε μια νοτισμένη και γκρίζα μελαγχολική λίμνη, δίχως κανέναν σκοπό.
Μόνο μ' ένα σακούλι πέτρες - όνειρα, τα πουλάω όσο όσο ή τα πετάω στη λίμνη να βουλιάξουν.


Τους λίγους ανθρώπους που συναντώ τους κοιτώ απορημένη, χωρίς κανένα ενθουσιασμό.


Λίγο πιο κει, ένας κουλουράς, μέσα στην παγωνιά τρίβοντας τα χέρια του, πουλάει κουλούρια στους περαστικούς. Πλησιάζω και του ζητάω τρία κουλούρια. Βάζω τα χέρια στις τσέπες κι αντί για χρήματα τον πληρώνω με τις πέτρες που μείναν στο σακούλι! Εκείνος με κοιτά, χαμογελά και μου λέει ευχαριστώ.


Ταίζω τα πουλιά και τα ψάρια τώρα. Κι ό,τι περισσεύει το κρατάω για τα μικρά σπουργίτια του δρόμου...


Silena 31/1/2012

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ

Αχ! πόσο ανάγκη έχουμε οι άνθρωποι τα παραμύθια!

Όχι τα ψεύτικα παραμύθια μα τα παραμυθένια, εκείνα που μας παίρνουν στους ώμους τους αγόγγυστα και μας ταξιδεύουν, μας πηγαίνουν πότε εδώ, πότε εκεί, τα παραμυθένια παραμύθια έχουμε ανάγκη που είναι αληθινά πέρα για πέρα, που μας κάνουν να κλαίμε ή να γελάμε, να ονειρευόμαστε, να ελπίζουμε, να πιστεύουμε και να είμαστε αληθινοί.

Εκείνα τα παραμύθια έχουμε ανάγκη που κρατούν την καρδιά ζεστή, που μας μαθαίνουν να μοιραζόμαστε, να αγαπάμε, να πονάμε, να ξεχνάμε, να βοηθάμε ή να ζητάμε βοήθεια.

Κι όταν βρεθεί κάποιος να μας τα διηγηθεί, τόσο αληθινά όσο είναι, τότε η γαλήνη και η χαρά πλημμυρίζει την καρδιά κι ένα ζεστό χαμόγελο τα χείλη.

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Red Dead Redemption

η Lady Stardust μου το έστειλε και πρέπει να ομολογήσω πως δεν το είχα ακούσει και πως ειλικρινά με ενθουσίασε. Σ' ευχαριστώ καλή μου φίλη

DUST OF TIME



στη σκόνη του χρόνου
σαν σκιά γυρίζω
ξεκλειδώνω συρτάρια παλιά
καίω χαρτιά
τα δάχτυλα σμίγω
ν' αφήσω τα ίχνη
αγκαλιά

στη σκόνη του χρόνου
μάτια κλειστά
τα δάκρυα μην πέσουν
και χάσουν τη δροσιά
από της ψυχής τον βαθύ αναστεναγμό
τον βαθύ αναστεναγμό
αχχχ
έτσι φεύγουν τα βαριά φορτία
μ' έναν αναστεναγμό
μ' ένα δάκρυ

ή κρύβονται καλά
εκεί βαθιά
στη σκόνη του χρόνου
για χρόνια πολλά

Silena 30/1/2012

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

THE WALKABOUTS - Travels in the Dustland

Απόψε και για μια μόνο εμφάνιση βρίσκεται στην Αθήνα ένα πολύ αγαπημένο μου συγκρότημα, The Walkabouts.
Οι τυχεροί που θα πάνε στο Κύτταρο live απόψε είμαι σίγουρη πως θα περάσουν μια αξέχαστη βραδιά και θα ακούσουν τραγούδια από τον νέο άλμπουμ των "The Walkabouts" που έχει τον τίτλο: "Travels in the Dustland". Όσα τραγούδια έχω ακούσει μέχρι τώρα από αυτό το άλμπουμ, τα βρίσκω εξαιρετικά.

Όσοι από μας δεν έχουμε την τύχη να βρεθούμε εκεί απόψε ας πάρουμε μια μικρή γεύση του νέου άλμπουμ!!



Την Αθηναϊκή συναυλία θα ανοίξουν οι Burgundy Grapes, προσωπική επιλογή των The Walkabouts.



Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ

είμαι πολύ λυπημένη που "έφυγε" ο εκπληκτικός αυτός σκηνοθέτης . Ένας άνθρωπος που αγάπησε και τίμησε την Ελλάδα με το έργο του. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, άνθρωπος σεμνός, συνεπής, δημιουργός τέχνης. Όμως αντί να γράψω πιο πολλά λόγια σκέφτηκα να παραθέσω τον συγκλονιστικό αποχαιρετισμό από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών :

«Αποχαιρετούμε τον ποιητή του Χρόνου και της Ιστορίας, τον ραψωδό της ερημωμένης πατρίδας, της πατρίδας που διαρκώς εξεγείρεται. Αποχαιρετούμε τον διαλεκτικό της επανάστασης και της ήττας, της εξορίας και της επιστροφής, του διωγμού, της προσφυγιάς και της αναζήτησης, της ενσωμάτωσης και της σύγκρουσης. Αποχαιρετούμε τον τραγικό του τέλους του 20ού αιώνα, τον επικό των σπαραγμένων Βαλκανίων, τον λυρικό των ξεριζωμένων λαών. Αποχαιρετούμε τον οραματιστή που ξαναέδειξε γυμνή την Ελλάδα, τον ανατόμο της ιστορικής επιλογής. Αποχαιρετούμε το καθαρό βλέμμα του ριζοσπάστη αισθητικού. Το σώμα του έσβησε εκεί όπου ετάχθη. Η σκέψη και οι εικόνες του ανήκουν στη μνήμη του λαού μας».







Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

ΜΕ ΑΝΕΒΑΣΜΕΝΗ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ!!!

καλοί μου συνοδοιπόροι, φίλες και φίλοι, εδώ είμαι κι εγώ

απλώς έπεσα στα δίχτυα μιας τρομερής ίωσης (πυρετός, ρίγη, πόνος...)  και τώρα που γράφω αυτά τα λόγια δεν αισθάνομαι καθόλου καλά, όμως έχω ένα τραγουδάκι πολύ όμορφο που πιστεύω πως λειτουργεί ... θεραπευτικά :)

Σας το χαρίζω με την αγάπη μου

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

A SONG



για καλημέρα, καλησπέρα, καληνύχτα.... κάνει για όλα! Το λατρεύω τούτο το τραγούδι!

THE MEDITATIVE ROSE



PABLO NERUDA

Μ' αρέσει άμα σωπαίνεις
επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ΄τα πέρατα με ακούς
η φωνή μου εμένα δε σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα οτι τα μάτια μου
σε σκεπάζουν πετώντας,κι οτι ένα φιλί,
μου φαίνεται στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.
Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα
είναι απο την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ΄τα πράγματα,
ποτισμένη απ΄την δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα,
της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στην λέξη μελαγχολία,
καθώς ηχεί.
Μ΄αρέσεις άμα σωπαίνεις,
επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.
Κι άμα κλαίς μου αρέσεις,
απ΄την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απο τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σε αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ και γώ,
με την σιωπή τη δικιά σου,
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια η νύχτα,αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τόση δα
κι απ΄αστέρια φτιαγμένη είναι η δική σου σιωπή.
Μ΄αρέσεις άμα σωπαίνεις,
επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη,σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις,ένα χαμόγελο,
μου αρκεί για να πανηγυρίσω
που είσαι εδώ,κοντά μου
ακόμα...
Πάμπλο Νερούδα - Είκοσι Ερωτικά Ποιήματα και Ένα Τραγούδι Χωρίς Καμμιάν Ελπίδα (2005)
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

Me gustas cuando callas

Me gustas cuando callas porque estás como ausente,
y me oyes desde lejos, y mi voz no te toca.
Parece que los ojos se te hubieren volado
y parece que un beso te cerrara la boca.

Como todas las cosas están llenas de mi alma
emerges de las cosas, llena de alma mía.
Mariposa de sueño, te pareces a mi alma,
y te pareces a la palabra melancolía.

Me gustas cuando callas y estás como distante.
Y estás como quejándote, mariposa en arrullo.
Y me oyes desde lejos, y mi voz no te alcanza:
Déjame que me calle con el silencio tuyo.

Déjame que te hable también con tu silencio
claro como una lámpara, simple como un anillo.
Eres como la noche, callada y constelada.
Tu silencio es de estrella, tan lejano y sencillo.

Me gustas cuando callas porque estás como ausente.
Distante y dolorosa como si hubieras muerto.
Una palabra entonces, una sonrisa bastan.
Y estoy alegre de que no sea cierto.


Pablo Neruda
Veinte Poemas de Amor y Una Cancion Desesperada (1924)

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

WALK AWAY

Ο ΚΛΟΙΟΣ



Μια στιγμή, μια κρίσιμη στιγμή αγνοείς τον κίνδυνο.
Τον διακρίνεις αμυδρά, μα αφήνεσαι.

Έτσι απλά αφήνεσαι, να τον νιώσεις.
Τον φόβο.

Γυμνός από συναισθήματα, τρωτός, μπροστά στο μη αναστρέψιμο.
Έκπληκτος σχεδόν.

Όσο κι αν πιστεύεις πως είσαι έτοιμος, καλά προετοιμασμένος, με γνώση κι ωριμότητα γι' αυτό που θα αντικρύσεις μέσα σου, σαστίζεις, μπερδεύεσαι, παγώνεις.

Σαν να κρατάς τον κόσμο ολόκληρο στα χέρια σου και κάποιος πλησιάζει και στον αρπάζει βίαια κι απρόσμενα. Μένεις εκεί, ακίνητος, σοκαρισμένος. Δεν ξέρεις αν θα πρέπει να τρέξεις να προλάβεις τον κλέφτη. Δεν ξέρεις για πρώτη φορά στη ζωή σου πώς ν' αντιδράσεις. Αναρωτιέσαι που πήγαν τόσα χρόνια προετοιμασίας.

Αρχίζεις να διηγείσαι χαμηλόφωνα την ιστορία σου. Μόνος. Δε σε νοιάζει αν σ' ακούει κάποιος. Τούτος ο πόνος δεν αντέχεται, πρέπει να βγει, να μοιραστεί σε πολλούς, να γίνει λιγότερο επώδυνος, λιγότερο κυρίαρχος.

Αρχίζεις να διηγείσαι πιο δυνατά τώρα. Κόσμος μαζεύεται γύρω σου. Κάνει χάζι, να ξεχάσει τα δικά του. Δεν σε νοιάζει η απήχηση των λέξεων, δεν σε νοιάζει η απήχηση της ιστορίας σου. Ο πειρασμός ν' ακούσεις τη φωνή σου να διηγείται την εμπειρία αυτή, φτάνει.
Σκέφτηκες για μια στιγμή να σταθείς στο κέντρο της πλατείας για να ξορκίσεις την ντροπαλότητά σου, και ν' αρχίσεις μαζί με τη διήγηση να κάνεις και την αναπαράσταση.
- Κάτι σαν θέατρο, είπες φωναχτά.
- Θ' αρέσει, συμπλήρωσες.
Όμως την τελευταία στιγμή άλλαξες γνώμη κι έμεινες στο παγκάκι να μονολογείς. Δεν κοίταζες γύρω σου μην απογοητευτείς. Και οι αλήθειες σου, οι λεπτομέρειες, ο γλαφυρός σου τρόπος μάζευε τον κόσμο σαν το μέλι τις μέλισσες. Κι ο κλοιός έσφιγγε και μίκρυνε ο κύκλος. Κι έρχονταν κι άλλοι ν' ακούσουν, να δουν τι συμβαίνει, να πάρουν κι αυτοί μερτικό.

Ξαφνικά σταματάς να μιλάς. Σηκώνεσαι απ' το παγκάκι, ρίχνεις ένα βλέμμα αδιάφορο σχεδόν στο πλήθος που σε παρακολουθεί και ... φεύγεις.

Γνωρίζεις καλά πως λόγια παρηγοριάς δεν υπάρχουν μόνο ο ύπνος... αρωγός της λήθης κι ίσως ο προθάλαμος του τετελεσμένου.

Μια αίσθηση βαθιάς θλίψης σε πλημμυρίζει, μια αίσθηση πένθους. Μόνο που δεν ξέρεις τί πενθείς.

Η αίσθηση του μη αναστρέψιμου, του τέλους που δεν μπορεί να μπει σε κύκλο. Η αίσθηση του πανίσχυρου κι απόλυτου θανάτου. Ή μήπως η εμπειρία της ζωής?

Silena 21/1/2012


Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

 


Με τι μάτια τώρα πια


Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις.
Δεν λέω, είχες αρρωστήσει από φασισμό
κι ήταν λίγο το ψωμί έλειπα κι εγώ στην εξορία
ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες
μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις τα
εξηντατέσσερα
μπορούσες να 'σφιγγες τα δόντια
έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια
μπορούσες ν' αρπαζόσουνα από 'να φύλλο πράσινο
απ' τα γυμνά κλαδιά
απ' τον κορμό
μα ναι το ξέρω
γλιστράν τα χέρια κι ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα
να πιαστείς
όμως εσύ να τα 'μπηγες τα νύχια
και να τραβούσες έτσι πεντέξι-δέκα χρόνια
σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος
κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού.

Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς
να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας
στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένον στα λουλούδια
να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη
ακούγοντας τον πόλεμο
σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη
να 'χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο
να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων
κι από τη μέσα κάμαρα–
όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ
και τώρα με τι χέρια να 'ρθεις και να μ' αγγίξεις μές από τη σίτα
με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που 'χω τριγύρω μου τις πέτρες
σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής
με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει
όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου
τσαλαπατημένη
κι από τον δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη
σαν υγρασία σάπιου χόρτου.


Δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Ευθύτης οδών» (1959) και μετά στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.

MOGWAI + KWOON

Mogwai, ένα γκρουπ από τη Σκωτία που υποστηρίζει επάξια το σημερινό post rock.
Με την μουσική τους θα μας μεταφέρουν στο όνειρο, γιατί θα είναι στην Αθήνα για ένα και μοναδικό live στο «Fuzz» (21/1).



Μαζί τους οι Kwoon, ένα από τα πιο «ονειρικά» σύγχρονα post rock σχήματα.

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

HUNGRY GHOSTS



υπέροχη μουσική, από ένα υπέροχο συγκρότημα, τους Hungry Ghosts

μην  μπερδευτείτε όμως με το συγκρότημα από τη Βρετανία που φέρει σχεδόν το ίδιο όνομα (hungry hungry Ghost) και παίζει εντελώς μα εντελώς διαφορετική μουσική

Tim Howden:Violin
John Brooks: Accordion/ vibraphone
Jason Boneham: Guitar

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

ΣΚΑΛΑ



Μέτρια ζωή, που ρεύεις και ξοδεύεσαι
σ’ επιτυχίες μικρές και δίχως έννοια,
πραγματοποιώντας όλα σου τα ινδάλματα,
τα κάνεις όλα αισχρά και τιποτένια.

Δραματική η πνοή της μετριότητας,
η σταδιοδρομία, το σκαλοπάτι,
γίνεται το ύψος ζήτημα οριζόντιο
και χάνεις τ’ όραμά σου από το μάτι.

Η σκάλα είναι γελοίο κατασκεύασμα
που σου μετράει το ύψος κατά δόσεις,
να κατρακυλιστείς μέσα στα βάραθρα,
παρά στη μετριότητα να ενδώσεις.

(Από τη συλλογή Μέρες οργής, 1945)

ΚΑΛΗΜΕΡΑ



έτσι ακούγεται η καλημέρα μου κι ένα :) μαζί

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ

έτσι ακούγεται απόψε, η καληνύχτα μου ..

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ


Σαν μυρωδιά αναδύεται από τα μάτια της η θλίψη, ένα απλό σημείο συνάντησης της μνήμης με τις παλιές σκονισμένες εικόνες σχεδόν καπνισμένες, τόσο που κάνουν τα δάκρυα να κυλάνε.
Όπως και τα φώτα της πόλης  ύστερα από χειμωνιάτικη βροχή. Σαν γυαλί μοιάζουν τότε οι ασφάλτινοι δρόμοι, χωρίς ούτε μια υποψία οσμή βρεγμένης γης στη σάρκα τους, στριφογυρίζουν τόσο που τη ζαλίζουν και κάθεται τότε στο σκαλί μέχρι να περάσει η ζάλη.
Η οικονομική κρίση έκλεισε τους ανθρώπους στα σπίτια τους, σκέφτεται, τα φώτα αραίωσαν, ευτυχώς κι η ζάλη μαζί. Κι επιτέλους λίγα παιδιά ή μάλλον οι φωνές τους φτάνουν στ' αυτιά της κι ανταμώνουν μια σταγόνα ήλιο κι ας βρέχει.
Οι μεγάλοι δεν μιλάνε πια, σωπάσαν εδώ και μήνες, κοιτάζουν σκυθρωποί κάτω μήπως και βρούνε πεταμένες ελπίδες ή κανένα χαμένο πορτοφόλι. Περπατάνε ανάμεσα σε μεθυσμένους που ξεχνάνε, γέρους που σφίγγουν το παλτό τους (προφύλαξη απ' τους πορτοφολάδες έτσι τους συμβούλεψαν να κάνουν, στις ειδήσεις των 6, των 9, των .. μέχρι εκεί, μετά τα βλέφαρα βαραίνουν), ανάμεσα σε αγίους που ξέπεσαν εδώ στη γη μα δεν διάλεξαν βλέπεις καλή εποχή, μες στην κρίση!
Ακόμη και τα μεγάλα όνειρα μίκρυναν κι ακούς τα βογκητά των ανθρώπων σε κάθε τους βήμα κι ας μην πονάνε, νομίζουν πως έτσι θα περάσει ξώφαλτσα η αρρώστια και θα τους προσπεράσει. Και ξεγελάνε τον καιρό, έτσι νομίζουν.
Όταν βραδιάζει κανείς δεν περπατάει στους δρόμους, φοβούνται, τους άστεγους, τους μόνους, τους εθισμένους στην πείνα και στον θάνατο.
Μόνο βρώμα και δυσωδία με τη βροχή να πέφτει πάνω σε σωρούς σκουπιδιών.
- Πάλι απεργία έχουν, η φωνή της περιπτερούς πάντα ενημερωμένη και εξυπηρετική.

Μόνο οι αίθουσες των κινηματογράφων έχουν ακόμα κόσμο. Ζεστές ανάσες, χαμογελαστά μάτια ή θλιμμένα χείλη, ανάλογα με την ταινία. Αχ, ταξίδεψαν κι απόψε τα μάτια κι η ψυχή για δυο ώρες, κάτι είναι κι αυτό.
Η μυρωδιά από τα ποπ κορν φτάνει στα ρουθούνια της και νιώθει μια γλυκιά λαιμαργία. Μπαίνει με γρήγορα βήματα στο φουαγιέ και ζητάει ποπ κορν ανυπόμονα. Μα τι απογοήτευση σαν ακούει πως μόλις τελείωσαν. Λυπάται, πολύ. Φεύγει.
Με βήματα αργά, κουρασμένα, κατηφορίζει προς το σπίτι. Δεν θέλει να μπει στο λεωφορείο. Θέλει να περπατήσει κάτω απ΄ τις χλωμές λάμπες του δρόμου, πλάι στα καίκια που γεμίζουν το λιμάνι, κοιμισμένα κι ήσυχα, μαζεύουν δυνάμεις για το πρωινό ξύπνημα, το μεροκάματο.
Οι πρώτες εφημερίδες κρέμονται κιόλας στα περίπτερα, δεν θέλει να μάθει τα νέα, δεν υπάρχουν νέα. Μια απλή επανάληψη του χτες και τίποτα καλύτερο.
Σκοντάφτει σ' ένα σπασμένο πλακάκι και πέφτει πάνω σ' έναν περαστικό. Μουρμουρίζει ένα βιαστικό συγγνώμη και συνεχίζει να περπατάει.
Κουράστηκε. Κάθεται στο πρώτο παγκάκι που συναντάει και ανοίγει τις παλάμες.
Άρχισε πάλι να βρέχει βαριές σιωπές και νύχτα...

Silena 18/1/2012

ESPERANZA SPALDING

CITY LIGHTS

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ



Από καιρό από χρόνια πολλά ακολουθεί τον ποιητή ένας μυστηριώδης πρίγκιπας του πολέμου. Κανένας δεν γνωρίζει ποιος είναι. Τη γενιά του το όνομά του το σκοπό του. Είναι πάντα μονάχος με σιωπή και σαν από ένα καθήκον ακολουθεί τον ποιητή. Στο τέλος τον υποτάσσει. Την ανύπαρκτη σχέση του μ’ αυτόν τώρα την κάνει σχέση. Αλλά μια σχέση τρομερή άδικη. Ανεξήγητη ως το τέλος. Με μιαν ανεξιχνίαστη κακία βασανίζει ταπεινώνει αναίτια τον ποιητή του βγάζει τα μάτια. Τον κλείνει στην φυλακή κι ο ποιητής πεθαίνει όμως αυτό δεν έχει σημασία. Γιατί εχθρός του ποιητή δεν μπορεί να είναι ο θάνατος. Ο ποιητής δεν φοβάται το θάνατο το λέει. Ο θάνατος είναι φυσικός η ποίηση είναι υπερφυσική. Ποιος μπορεί να είναι αυτός ο άγνωστος εχθρός του ποιητή. Ο προαιώνιος κακούργος των ποιητών. Τότε άκουσα τον οιωνό με το κλειστό το στόμα. Μοίρα του ποιητή είναι η τιμωρία. Χωρίς κανένα έλεος χωρίς αιτία χωρίς να υπάρχει έγκλημα. Ο βασιλιάς είναι ένα άγνωστο αδυσώπητο πλάσμα κακό. Έχει αποστολή κι υπόσταση να ταπεινώνει να τρομάζει. Να βασανίσει ν’ αφανίσει τον ποιητή. Γιατί ο ποιητής έχει πάντα έναν εχθρό. Η ποίησή του κι η ζωή του η ίδια κρέμονται από την αναμέτρησή του μ’ αυτόν. Ποίημα είναι ό,τι δια της βίας σώζεται από τον πόλεμο του ποιητή μ’ αυτόν τον πανίσχυρο φυσικό εχθρό. Έτσι ζει πάντα ο ποιητής. Απειλημένος καταπατημένος δικασμένος. Μέσα στο σκοτάδι γιατί άγρια τον τύφλωσαν. Με θανάσιμη αγωνία με μεγάλες κινήσεις στον αέρα. Φυλάγεται αλλά έρχεται πάντα η ώρα που θα τρομάξει και θα νικηθεί. Αυτό είναι το νόημα της μπαλάντας... Το ήξερα από πάντα αυτόν το πρώτο νόμο της ποίησης... Ότι η ποίηση είναι το μοναδικό πράγμα στον κόσμο που έχει αιτία και γι’ αυτό αφανίζεται ρημαγμένη από κάτι που δεν έχει αιτία. Τέτοιο είναι πάντα το τέλος των ποιητών να καταστρέφονται χωρίς αιτία.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ - Ας


Ἄς...

Σὲ τοῦτο τὸ μεταξύ,
ἂς παίζουμε μὲ τὶς λέξεις,
ἂς παίζουμε τῆς ὁμιλίας τὸ θεῖο παιγνίδι
ἀνύποπτοι ποιητὲς
ποὺ κλέψανε τὸ μυστικὸ
νὰ βλέπουνε καὶ ν᾿ ἀκοῦνε,
ν᾿ ἀγγίζουνε καὶ νὰ γνωρίζουνε τὰ πράγματα,
τὴν εἰκόνα τοῦ Κόσμου ξαναπλάθοντας
μ᾿ ἀστραφτερὲς λέξεις ἂς παίζουμε
καθὼς παιδιὰ μ᾿ ἀθώα χοχλάδια
ποῦ ξεβράστηκαν στ᾿ ἀκροθαλάσσι
μόλις ἀγγίζοντας τὴ μυστικὴ φωτιὰ
μόλις μαντεύοντας
τὸν κρύφιο κεραυνό,
μὲ χῶμα ἂς σκεπάζουμε καὶ στάχτη
τὴ φλόγα ποὺ οἱ θνητοὶ ν᾿ ἀγγίσουν δὲν τολμοῦν
δέσμιοι στὸ θάνατο
ἂς ξανοίγουμε τὶς χάρτινες βαρκοῦλες μας
μὲς στὸν ἀστραποβόλο ὠκεανό...

ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ



παλιές σκιές
ξεσκονίζω απόψε
με πανί ωχρό

ακούγονται θαρρείς
οι στεναγμοί τους
έτσι όπως σκορπίζονται στο χώρο
και στριμώχνονται κλαίγοντας
να χωρέσουν
να μην χαθούνε
έτσι απλά
δίχως μια στάλα θύμηση

silena 16/1/2012

ΚΑΛΗΜΕΡΑ

TANGO WITH LIONS

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

BONOBO - BELIEVE

The Troublemakers - Get Misunderstood



αφιερωμένο σε όσους έχουν άδικα
κάποια στιγμή της ζωής τους
παρεξηγηθεί ή απλώς δεν κατανοήθηκαν...

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ - ΚΑΘΑΡΣΙΣ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ

"Πέμπτο δείγμα πως η γνήσια ποίηση είναι καθαρά πολιτική, λαβαίνω ένα κείμενο του Καρυωτάκη. Είναι το Κάθαρσις.

Γραμμένη λίγο προτού πεθάνει ο ποιητής, η Κάθαρσις είναι καθαρή, όσο και η αυτοκτονία του. Που η αυτοκτονία του Καρυωτάκη στην Πρέβεζα λειτούργησε σαν καθαρμός για όλους τους ποιητές και ολόκληρη την ποίηση της εποχής του.

Η Κάθαρσις είναι ένα σύντομο κείμενο, που γράφτηκε στα 1928 και περιγράφει την πολιτική ζωή της Ελλάδας εξήντα χρόνους αργότερα. Το κείμενο αυτό δίνει μια πρωθύστερη αναπαράσταση της πολιτικής αθλιότητας του σήμερα με πιστότητα ανατριχιαστική.

Ποιος Έλληνας στις μέρες μας από τα λυκόπουλα της Κυριακής ως τους κρονόληρους και τους τριγέροντες, δεν έχει ακούσει τη λέξη «κάθαρση» ;

Με αφορμή έναν αλήτη του σκοινιού και της φούρκας· ένα κάθαρμα της πολιτείας, όπως θα έλεγε ο Πλάτων, που αν αλλάξεις το πέμπτο γράμμα στο όνομά του θα διαβάσεις τη λέξη σκατάς· και με υπόδικους μία κυβέρνηση, μία αντιπολίτευση, μία δικαιοσύνη, και ολόκληρο τον ημερήσιο τύπο και το κύκλωμα ενημέρωσης, τρία χρόνια τώρα μέρα και νύχτα η λέξη κάθαρση λερώνει τα αυτιά και τα μάτια μας.

Όσο πιο πολύ την ακούμε, τόσο πιο βαθιά βεβαιώνεται μέσα μας το αληθινό της όνομα: ακαθαρσία, βορβορυγμός και βόρβορος.

Εξοδεύτηκαν μια Πρέσπα μελάνι και κορμοί δέντρα χαρτί ένα δάσος για τη λέξη αυτή. Και χαθήκανε εκατομμύρια ανθρωποώρες εργασίας. Τόσο, που αν είχε χρησιμοποιηθεί γόνιμα ο χρόνος αυτός από τους έλληνες, θα είχαμε σκάψει το μετρό της Αθήνας, και θα είχαμε διώξει το νέφος.

Εt tamen. Όσο γνωρίζω, αυτά τα τρία χρόνια ούτε μια φορά δεν ακούστηκε η Κάθαρσις του Καρυωτάκη. Το λιτό αυτό κείμενο, που πριν εξήντα χρόνια ζωγράφισε πιστά την απολίθωση και την ενανθράκωση της πολιτικής μας ζωής και συνείδησης σήμερα.

Διαβασμένο έγκαιρα και σωστά το Κάθαρσις του Καρυωτάκη, θα είχε προφτάσει να κάμει άχρηστες τα δύο εκατομμύρια σελίδες και βιντεοκασέτες που γράφτηκαν για την κάθαρση από το πήλινο μυαλό και το ξύλινο χέρι μας.

Τόσο δραστικό είναι το πολιτικό βεληνεκές της αληθινής ποίησης. Μια σελίδα ποίηση είναι ίσον ή μεγαλύτερο από μια βιβλιοθήκη φλυαρίες.

Ιδού το κείμενο :

KAΘΑΡΣΙΣ
Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαϊδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ – παφ, παφ, παφ -, «έχετε λίγη σκόνη» να ειπώ «κύριε Άλφα».

Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνία, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα’χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά : «Αχ, αυτός ο Άλφα, κύριε Βήτα…»

Έπρεπε, πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλώσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχτώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν’αρθρώσω «Δούλος σας, κύριέ μου».

Αλλά πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. Εκεί η ληστεία γινόταν από λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή, δε θα υπήρχα. Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. Θα εμάθαινα τη συνθηματική τους γλώσσα. Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε: «πεντακόσιες χιλιάδες». Ένα επίμονο τίναγμα της στάχτης του πούρου θα έλεγε: «σύμφωνος». Θα εκέρδιζα την εμπιστοσύνη όλων. Και, μια μέρα, ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου, θα έγραφα εγώ την απάντηση: «Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ…»

Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.

Κανάγιες!

Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.

Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. Επέρασα τρεις πόρτες, τρία πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασαν τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστρες, χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ’ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημία. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα²…
  • Κτείνειν ως νόσον πόλεως = να τον σκοτώνουν σα να’τανε κάθαρμα της πολιτείας. Πλάτ., Πρωταγ. 322d
  • Μετά το «Με ήβρε η νύχτα…» το χειρόγραφο του Καρυωτάκη είχε ακόμη τη φράση «κι ο θάνατος» Βλ. την έκδοση του Γ.Π.Σαββίδη 2, 231

NICK CAVE & THE BAD SEEDS



ακόμη ένα όμορφο μουσικό ταξίδι που μου χάρισε η Lady Stardust,
έχω κι εγώ κάτι για σένα Lady,

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

LESTAT SONATA



μια πραγματικά μαγική μουσική,
Lady Stardust σ' ευχαριστώ

αυτό για σένα

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

BIRD CALLS



ΚΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ

THE RAVEN

THE BIRDS



αφιερωμένο στην ... "κυνηγό που σκοτώνει κοράκια"

HENRI MICHAUX

HENRI MICHAUX (1899-1984)

 Εδώ έχουμε, γράφει, έναν ήλιο μόνο κάθε μήνα, και για λίγο. Τρίβουμε τα μάτια μας μέρες πρωτύτερα. Μάταια όμως. Καιρός αδυσώπητος. Ο ήλιος δεν έρχεται παρά στην ώρα του.
Έπειτα έχουμε ένα σωρό πράγματα να κάνουμε, όσο βαστάει το φως, έτσι που μόλις προφταίνουμε να κοιταχτούμε λίγο.
Εκείνο που είναι δύσκολο για μας τη νύχτα, είναι όταν πρέπει να δουλέψεις, και πρέπει: γεννιούνται ακατάπαυστοι νάνοι.

μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης
Πηγή: < ...εδώ... >

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

BON IVER


θα ήθελα να το αφιερώσω στους ...
Εναπομείναντες Ρομαντικούς Κηπουρούς και Επιφανείς Ταξιδιώτες της Σκέψης

Poor Wayfaring Stranger



"The Wayfaring Stranger," also known as "Poor Wayfaring Stranger," is a traditional folk song of unknown origin. There are many and varied opinions as to its origin. Some of the theories include Appalachian Folk, Old Irish, and Catskills Folk. One theory is that it originates from the Negro Spirituals and there was a deliberate concealment of the songs origins. The lyrics of negro spirituals were tightly linked with the lives of their authors: slaves. While work songs dealt only with their daily life, spirituals were inspired by the message of Jesus Christ and his Good News (Gospel) of the Bible, "You can be saved". They are different from hymns and psalms, because they were a way of sharing the hard condition of being a slave.

Many slaves in town and in plantations tried to run to a "free country", that they called "my home" or "Sweet Canaan, the Promised Land". This country was on the Northern side of Ohio River, that they called "Jordan". Some negro spirituals refer to the Underground Railroad, an organization for helping slaves to run away.

EXIT DELETE ή μάλλον σκέτο DELETE



όταν δεν μπορείς να κρύψεις το κενό
εφευρίσκεις ψυχαναλυτικές υποστηρικτικές διαδρομές
ή απλώς διαλέγεις την ανωνυμία

μέσα από καλώδια απρόσωπα, άηχα και θλιβερά
ή μέσα από σχόλια περιττά και ανούσια

και γύρω μια λιμνάζουσα απουσία κι ακινησία
να μεγεθύνει το κενό ή μάλλον τον τρόμο του κενού
και να φαντάζει άπειρο το τίποτα...

δεν θυμώνω, μόνο λυπάμαι τούτες τις ψυχές!

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ



ΟΙ ΓΛΑΡΟΙ
Το νησάκι που βρίσκεται στα βορινά της Λέσβου, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό κι έρημο. Δεν έχει όνομα, κι οι ψαράδες που δουλεύουν σ’ εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, εξόν από θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τα βουνά της Λέσβου συνθέτουν μια ήμερη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα. Πλάι σ’ αυτή τη σπατάλη το γυμνό νησί με την αυστηρή γραμμή του φαίνεται ακόμα πιο έρημο. Σαν να το είχε ξεχάσει ο Θεός, όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του Κόσμου.
Μα από τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατέλειωτο πέλαγο. Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πολύ καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και σιγά πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Αυτή την ώρα ο μπαρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή: θ’ ανάψει το φως στο φάρο. Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά, αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.
Ο γερο-φαροφύλακας τράβηξε τη βάρκα στον άμμο. Τη σιγούραρε καλά, μην τυχόν τη νύχτα γυρίσει ο καιρός και φουσκώσουν τα νερά. Την κοίταξε για τελευταία φορά, πριν πάρει το δρόμο για το φάρο.
— Λοιπόν, πάει κι αυτό το ταξίδι..., λέει σιγά.
Το λέει μονάχος του και σωπαίνει. Το ταξίδι αυτό, στην αντικρινή στεριά, γίνεται μια φορά το μήνα. Πηγαίνει για τις προμήθειές του, για το αλεύρι, το λάδι και για τα γεννήματα που του χρειάζονται. Στην αρχή, σε κάθε ταξίδι, έμενε όλη τη μέρα στο χωριό. Μιλούσε με παλιούς του φίλους, μάθαινε νέα για τη χώρα, για τον κόσμο, αν οι άνθρωποι ήταν σε πόλεμο για είχαν ειρήνη.
Ο τελωνοφύλακας του έδινε το μισθό του.
— Λοιπόν, και τον άλλο μήνα με το καλό, μπαρμπα-Δημήτρη.
Ο γέρος κουνούσε το κεφάλι του κι ευχαριστούσε. — Με το καλό, αν θα ‘χουμε ζωή, παιδί μου.
Τις άλλες ώρες, ώσπου να γυρίσει στο «νησί του», τις περνούσε ανεβαίνοντας στη μικρή Παναγιά, στο βράχο με τα εκατό σκαλιά, να κάμει την προσευχή του. Σταύρωνε τα χέρια του μπροστά στο παλιό εικόνισμα, χαμήλωνε το κεφάλι και προσευχόταν για τα δυο αγόρια του, που χάθηκαν στην καταστροφή της Ανατολής, για τους άλλους ανθρώπους, τελευταία για τον εαυτό του.
— Αν ζούνε, προστάτευέ τα, παρακαλούσε για τα παιδιά του. Φύλαγέ τα από θυμό κι από κακή ώρα. Φύλαγέ τα απ’ το μαχαίρι...
Μουρμούριζε τους χαιρετισμούς, ό,τι άλλο ήξερε από προσευχή, και τα γερασμένα πόδια του τρέμαν.
— Κι εμένα, καιρός πια είναι να ξεκουραστώ..., έλεγε και βούρκωναν τα μάτια του.
Κατέβαινε τα εκατό σκαλιά κάθε φορά με πιο αλαφρή καρδιά. Στο δρόμο στεκόταν και κοίταζε τα παιδάκια που παίζαν. Τον ξέραν όλα και σαν τον βλέπανε, βάζαν τις φωνές:
— Μπαρμπα-Δημήτρη! Μπαρμπα-Δημήτρη!
Τους αγόραζε φουντούκια και τους τα μοίραζε, κι εκείνα φωνάζαν χαρούμενα:
— Μην αργήσεις να ξανάρθεις, παππούλη! Μην αργήσεις!
Έτσι γινόταν σε κάθε ταξίδι κάθε φορά. Μα όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο ξεσυνήθιζε με τους ανθρώπους. Η ερημιά ολοένα τον κυρίευε, μέρα με τη μέρα, τον απορροφούσε, σαν να στάλαζε μες στην ύπαρξή του τη φοβερή της δύναμη. Σε κάθε ταξίδι λιγόστευε, όσο μπορούσε, τον καιρό που έπρεπε να μείνει στο χωριό για τις δουλειές του.
Έκοψε και το ανέβασμα στην εκκλησίτσα του βράχου.
— Συχώρεσέ με, γιατί πια δεν μπορώ, έλεγε στο Θεό, σαν να είχε κάμει αμαρτία. Παντού μπορώ να σε παρακαλώ, για να βλέπεις πόσο είμαι αδύναμος.
Κι όταν γύριζε στο νησί του, ύστερα από κάθε ταξίδι, έμενε πολύ αργά τη νύχτα, κάτω απ’ τα άστρα, να προσεύχεται.
Δε ρωτούσε πια νέα, τι γίνεται στον κόσμο. Δεν ήξερε τίποτα. Όλος ο κόσμος στένευε, μέρα με τη μέρα, γύρω στο έρημο νησί, κι έκλεινε με το βαθύ πέλαγο και με τα χρώματα, σαν έγερνε ο ήλιος.
Οι τελευταίοι σύντροφοι που άλλαζε πότε πότε καμιά κουβέντα μαζί τους ήταν ψαράδες που, σαν δεν τους έπαιρνε ο καιρός, άραζαν για λίγο στο νησί του. Μέναν εκεί στην ακρογιαλιά, όπου ερχόταν να σβήσει το κύμα, και λέγαν για τα βάσανά τους και για τη μοίρα τους. Πολλές φορές ξενυχτούσαν εκεί. Τότε, στις μακριές ώρες, ώσπου να χαράξει, όταν οι άλλες κουβέντες τέλειωναν, ερχόταν και η επίσημη ώρα για τα δυο παιδιά του.
— Ποιος το ξέρει..., του λέγαν οι ψαράδες. Μπορεί να ζούνε κι να ’ρθουν, μπαρμπα-Δημήτρη. Έτσι σαν τους γλάρους σου, που γύρισαν.
Δε μιλούσε, δε σάλευε, τα ήμερα μάτια του μένανε στυλωμένα στο βάθος της νύχτας.
— Ναι, μπαρμπα-Δημήτρη, σαν τους γλάρους σου. Έτσι μπορούν να γυρίσουν και να ’ρθουν. Μην απελπίζεσαι.
Οι ψαράδες τότε, μ’ αυτή την αφορμή, φέρναν την κουβέντα στους γλάρους του γέρου.
— Αλήθεια, του λέγανε, Πώς μπόρεσες να τους μερώσεις, μπαρμπα-Δημήτρη; Πουθενά δεν ακούστηκε να μερώνουν οι γλάροι...
— Έτσι είναι, παιδιά μου, μουρμούριζε αυτός. Όλα μερώνουν εδώ κάτου. Μοναχά ο άνθρωπος...
Τον ρωτούσαν να τους πει πάλι την ιστορία με τους γλάρους, μόλο που την ξέραν, όπως την ξέραν κι όλοι όσοι ζούσαν στην αντικρινή στεριά. Τα είχε βρει μικρά, μες στους βράχους, δυο γλαρόπουλα αμάλλιαγα ακόμα. Ήταν χειμώνας τότε, τα λυπήθηκε και τα κουβάλησε στο καλύβι του, πλάι στο φάρο. Τα κράτησε και τα μεγάλωσε, ταΐζοντάς τα μικρά ψάρια που έπιανε το δίχτυ του. Μια μέρα του ήρθε η ιδέα να τους βγάλει από ένα όνομα.
«Ε, λοιπόν, εσένα θα σε λέμε...»
Μες στις αναμνήσεις του, μες στην καρδιά του, κείνη την ήμερη ώρα τριγυρίζανε τα δυο παιδικά πρόσωπα, τον καιρό που ήταν πολύ μικρά και τα φώναζε.
«Λοιπόν..., εσένα να σε λέμε Βασιλάκη, είπε στο ένα πουλί. Κι εσένα να σε λέμε Αργύρη...»
Έτσι, από τότε άρχισε να τα φωνάζει με τα ονόματα των παιδιών του. Κι οι γλάροι σιγά σιγά τα συνηθίσανε.
Σαν μεγάλωσαν κι ήρθε η άνοιξη, ένα πρωί σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να έχει σκλαβωμένα τα πουλιά. Αποφάσισε να τα λευτερώσει. Άνοιξε το μεγάλο καλαμένιο κλουβί κι έπιασε πρώτα το ένα πουλί. Το κράτησε μες στα δυο του χέρια, το χάιδεψε. Αισθανόταν την καρδιά του να είναι πολύ αλαφρή.
«Άιντε, λοιπόν, Βασίλη!» είπε στο πουλί και άνοιξε τα χέρια του, να το αφήσει να φύγει.
Το πουλί πέταξε, έφυγε.
Έβγαλε και το άλλο, το χάιδεψε σαν το πρώτο, το άφησε κι αυτό. Όλα ήταν ήμερα κείνη τη μέρα και η νύχτα που ήρθε ήταν ήμερη. Μονάχα που αισθανόταν να είναι ακόμα πιο έρημος.
Το ίδιο βράδυ είχε αποτραβηχτεί νωρίς, όταν άκουσε στο μικρό παράθυρο της καλύβας αλαφριά χτυπήματα. Πλησίασε και κοίταξε. Δεν το πίστευε. Πετούσε απ’ τη χαρά του, σαν να ήταν τα παιδιά του που γύριζαν.
Άνοιξε την πόρτα να μπουν μέσα οι γλάροι.
Από τότε αυτό γινόταν: τα πουλιά φεύγαν το πρωί, ταξιδεύανε ως τις αντικρινές στεριές της Ανατολής, ως πέρα στο Σίγρι, και τα βράδια γύριζαν. Έκαναν κοπάδι μαζί με άλλους γλάρους και πολλές φορές πετούσαν πάνω απ’ το ρημονήσι. Αν ήταν χαμηλά, ο γέρος μπορούσε να τους ξεχωρίσει απ’ τα σταχτιά σημάδια που είχαν κάτω απ’ τις φτερούγες. Σαν έβγαινε με τη βάρκα κι αυτοί τριγύριζαν εκεί σιμά, χαμήλωναν και τσίριζαν από πάνω του. Τους είχαν μάθει κι σι άλλοι ψαράδες στα μέρη εκείνα. Και σαν τους βλέπανε, φωνάζαν γελώντας:
— Ε, Βασίλη!... Ε, Αργύρη!...
Έτσι περνούσαν οι μέρες στο ρημονήσι. Η μια, η άλλη, αυτή που πέρασε, αυτή που θα ’ρθει. Μια αδιατάραχτη σειρά από μέρες και νύχτες, που δεν είχαν τίποτα να περιμένουν, άλλο απ’ το θάνατο.
Μια βραδιά του καλοκαιριού έγινε κάτι ασυνήθιστο. Οι γλάροι δε γύρισαν. Μήτε την άλλη μέρα φάνηκαν, μήτε την άλλη νύχτα.
— Μπορεί να ταξιδέψαν μακριά, συλλογίστηκε ο γέρος, για να ξεγελάσει την ανησυχία του.
Το άλλο πρωί, όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι του φάρου. Κοίταξε το πέλαγο. Μια στιγμή του φάνηκε πως η θάλασσα αυλακωνόταν, κανένα μίλι μακριά, σαν να περνούσαν δελφίνια και παίζαν. Πολλές φορές έβλεπε στ’ ανοιχτά να περνούν δελφίνια. Τα παρακολουθούσε να γράφουν τις αργές κινήσεις τους όξω απ’ το νερό, πάλι να πέφτουν.
— Δελφίνια θα είναι και τώρα.
Μα σε λίγο είδε καθαρά πως δεν ήταν.
— Άνθρωποι είναι! είπε ξαφνιασμένος.
Κατέβηκε στο ακρογιάλι και περίμενε. Σε λίγο ξεχώρισε πως ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Κολυμπούσαν πλάι πλάι, με αργές κινήσεις, γεμάτες βεβαιότητα. Και το μικρό κύμα έκλεινε πάνω στο αυλάκι που άφηναν.
Τι να θέλουν;
Δε θυμόταν άλλη φορά να είχαν έρθει κατά κει για κολύμπι άνθρωποι. Κι ύστερα, δε φαινόταν εκεί γύρω καμιά βάρκα, απ’ όπου να είχαν πέσει.
Σε λίγη ώρα είχαν φτάσει.
Τα δυο βρεμένα κορμιά τινάζουνται απ’ τη θάλασσα στ’ ακρογιάλι.
Το αγόρι κοιτάζει το κορίτσι μες στα μάτια και τεντώνει τα χέρια του ψηλά.
— Αχ! λέει παίρνοντας βαθιά ανάσα. Τι καλά που ήταν!
Το κορίτσι κάνει την ίδια κίνηση με τα χέρια. Πιο αργά:
— Τι καλά που ήταν!
Ύστερα τρέξαν προς το φαροφύλακα.
— Εσύ ‘σαι ο μπαρμπα-Δημήτρης; λέει το αγόρι.
— Εγώ είμαι, λέει με ταραχή. Μπας και σας έτυχε τίποτα;
— Α, μπα! βιάζεται να πει το αγόρι. Είπαμε χτες να κάνουμε αυτό το ταξίδι με τη φίλη μου, και να που ήρθαμε.
— Από πού; ρωτά ο γέρος με απορία. — Μα απ’ αντίκρυ, απ’ την Πέτρα.

Ο μπαρμπα-Δημήτρης δεν ξέρει τι να πει, μουρμουρίζει μονάχα πως δε θυμάται να του είχαν έρθει άλλη φορά ξένοι με τέτοιο ταξίδι.
Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν προς το φάρο.
Περπατούσε πρώτος, τα παιδιά ακολουθούσαν. Δε θα ήταν το καθένα περισσότερο από δεκαοχτώ, δεκαεννιά χρονώ. Κι εκείνος βάδιζε μπρος, και τα χρόνια βάραιναν στους ώμους του, σαν να του ζητούσαν την ευθύνη, γιατί δεν τ’ άφηνε να ξεκουραστούν.
Κάθισαν στο πεζούλι του φάρου. Μπροστά τους το Αιγαίο ακύμαντο, ο ήλιος έτρεμε πάνω του.
— Από πού έρχεστε; ρώτησε ο γέρος.
— Σπουδάζουμε στην Αθήνα, είπε το κορίτσι. Εγώ σπουδάζω χημικός κι ο φίλος μου στο Πολυτεχνείο.
— Α, αλήθεια!... Μουρμουρίζει ο γέρος χωρίς να καταλαβαίνει.
— Έχεις πάει καμιά φορά στην Αθήνα, παππούλη; Ρωτά το κορίτσι.
— Όχι. Ποτές.
— Θα το ήθελες τώρα;
Η φωνή του είναι σιγανή, μόλις ακούεται:
— Όχι, παιδί μου. Τώρα είναι αργά.
— Θα είσαι πολύ μονάχος εδώ, παππούλη.
— Είμαι πολύ μοναχός, παιδί μου.
Σώπασαν. Πέρασε λίγη ώρα. Ψηλά πέρασε ένα κοπάδι γλάροι. Ο γέρος σηκώνεται και μπαίνει στο καλύβι να φέρει γλυκό. Απ’ το μικρό παράθυρο μπορεί να βλέπει τα δυο παιδιά, έτσι που είναι ξαπλωμένα. Στα κορμιά τους και στα πρόσωπά τους τρέμουν ακόμα στάλες απ’ τη θάλασσα. Ο ήλιος τα έχει ψήσει αλύπητα, είναι κει σαν δυο αγάλματα από μπρούντζο που τα ξέβρασε το πέλαγο — μια θεότητα της υγείας και μια θεότητα της νεότητας. Τα μαύρα μαλλιά του κοριτσιού πέφτουν πάνω στους ώμους του και στα μεγάλα μαύρα μάτια του σαλεύει βαθύ φως.
...Έτσι απλά και ήμερα είναι όλα στο ρημονήσι αυτή την ιερή ώρα. Έτσι ήμερα είναι και μες στην καρδιά του γέρου ανθρώπου. Είναι πλημμυρισμένος, τούτο το καλοκαιρινό πρωινό, είναι βουρκωμένος. Αυτή η απρόοπτη τρυφερότητα που ήρθε να ταράξει την ερημιά του, τα ακίνητα νερά...
— Παππούλη, να ‘ρθουμε κι εμείς μέσα; του φωνάζει απ’ έξω το κορίτσι.
— Έρχουμαι εγώ, έρχουμαι! Λέει ταραγμένος.
Τους έφερε γλυκό, αμύγδαλα, κρύο νερό.
— Δεν έχω τίποτα άλλο..., μουρμουρίζει, σαν να θέλει να τον συχωρέσουν.
— Κάθισε, κάθισε, παππούλη, — τον πιάνει το κορίτσι απ’ το χέρι να καθίσει πλάι του.
Κάθισε.
— Ελάτε και αύριο, τους λέει δειλά. Θα ψαρέψω για σας τη νύχτα. Αύριο φεύγουμε, απαντά το κορίτσι με λύπη. Κρίμα, τόσες μέρες που ήμαστε εδώ να μην ερχόμαστε! Είσαι πάντα έτσι έρημος, παππούλη;
— Πάντα, παιδί μου.
— Α. τώρα καταλαβαίνω τι ήταν οι γλάροι..., μουρμουρίζει το αγόρι.
— Ναι, παιδί μου, αυτό είναι. Η ερημιά.
— Θα πρέπει να τους συχωρέσεις, παππούλη, λέει πάλι το αγόρι σε λίγο. Αν ήξεραν, δε θα το έκαναν ποτέ.
Ο γέρος δεν καταλαβαίνει. Στέκει με απορία.
— Για ποιους λες, παιδί μου;
—Γι’ αυτούς που σκοτώσαν τους γλάρους σου λέω, μπαρμπα-Δημήτρη. Είναι φίλοι μας.
Καταλαβαίνει τα γόνατά του να τρέμουν, η καρδιά του χτυπά.
— Τους σκοτώσαν είπες;
— Α, δεν το ήξερες ακόμα;...
Το παιδί δαγκάνει τα χείλια του, μα είναι αργά. Του λέει την ιστορία: πως κυνηγούσαν, όλη η νεολαία, ύστερα κατεβήκαν στην ακρογιαλιά· οι δυο γλάροι χαμήλωσαν απ’ το άλλο κοπάδι, ο φίλος τους τράβηξε εκεί σιμά, γνώρισαν τις σταχτιές φτερούγες.
Ο γέρος ακούει, ακούει, — δεν είναι τίποτα, δυο γλάροι ήταν.
— Δεν ήξεραν, παππούλη..., λέει με θερμή φωνή το κορίτσι, συγκινημένο απ’ τη βουβή λύπη που βλέπει στο γερασμένο πρόσωπο. Δεν ήξεραν...
Κι εκείνος κουνά μόλις, αργά, το κεφάλι του, συγκατανεύοντας:
— Ναι, ναι, παιδί μου. Δε θα ξέραν...
Αρκετή ώρα πέρασε.
— Πρέπει να φύγουμε, λέει το αγόρι. Το κορίτσι σηκώνεται.
— Να φύγουμε.
Πηγαίνουν μπροστά, ο γέρος έρχεται λίγο πίσω τους. Φτάσαν στην ακρογιαλιά.
— Σε χαιρετούμε, παππούλη, λέει πρώτο το κορίτσι.
Πιάνει το χέρι του, σκύβει να το φιλήσει. Κι αυτός της χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά.
— Να σας βλογά ο Θεός, μουρμουρίζει συγκινημένος.
Έφυγαν. Παρακολουθεί πολλή ώρα το μικρό αυλάκι που κάνουν τα κορμιά τους στη θάλασσα. Ώσπου όλα σβήνουν απ’ τα μάτια του. Και το πέλαγο είναι πάντα έρημο Και ατελείωτο.
Νυχτώνει. Έχει καθίσει στο πεζούλι, σι ώρες περνούν. Όλα περνούν απ’ τα θολωμένα μάτια του: τα μικρά του τα χρόνια, τα παιδιά που μεγάλωσε και χάθηκαν, οι άνθρωποι που τον πικράνανε. Όλα περνούν κι όλα σβήνουν. Και τα δυο παιδιά κι ένα κοπάδι γλάροι που πετούν ψηλά. Δυο γλάροι έχουν σταχτιές φτερούγες. Κι αυτοί περνούν και χάνουνται. Δεν είναι πια να γυρίσει τίποτα. Έχει χαμηλώσει το κεφάλι και τα δάκρυα στάζουν στην ξερή γη. Από πάνω του το φως του φάρου ανάβει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα, αυστηρά και αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.

ΠΗΓΗ: < ... εδώ ... >

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

ΛΕΥΚΟ


με την αγάπη μοιάζει τούτο το θρόισμα
αόρατο, μα διαπεραστικό
αθώο κι ώριμο μαζί
μια αναστατωμένη ομορφιά από μέλι και φίλντισι
να λάμπει στο σκοτάδι

με την αγάπη μοιάζει τούτο το βήμα
από μπουμπούκια της νιότης που άνθισαν πρώιμα
και δεν λογάριασαν τη βαρυχειμωνιά
θλιμμένη βαρυχειμωνιά
στερημένη από τη θέρμη του ήλιου

με την αγάπη μοιάζει και τούτο το κύμα που αφρίζει

λευκό
των αγγέλων

λευκό
των ονείρων

λευκό
των ψυχών

Silena 10/1/2012

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

THE PIANIST



ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ..

στη δίνη των φιλιών σου στροβιλίζομαι κι αναρωτιέμαι ακόμη αν είν' αλήθεια

όμως το φως κι οι φωνές κοντά μου ακούγονται κι ο αγέρας σύντροφος κι όχι εχθρός συνωμοτεί
για σένα ξανά και για μένα

ανάμεσα σε κεριά σβησμένα, σε καρδιές αναμένες, ανάμεσα εκεί, σε μένα και σε σένα...


Una Furtiva Lagrima

  1.