Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

JEAN-MICHEL GUENASSIA



[...]

Καθώς τα παραδοσιακά μέσα δεν έφεραν αποτέλεσμα, η Σεσίλ αποφάσισε να δοκιμάσει πάνω μου μια νέα παιδαγωγική μέθοδο που θα ανέτρεπε τα δεδομένα στην εκπαίδευση και θα έκανε τα στουρνάρια όπως εγώ να παίζουν τα μαθηματικά στα δάχτυλα. Επεξεργαζόταν μια δική της θεωρία εκμάθησης των μαθηματικών, που δεν βασιζόταν στη σκέψη και την προοδευτική βελτίωση, αλλά στην αναλυτική μνήμη και τις διεργασίες του ασυνείδητου. Έπρεπε ν' αφήσουμε το μυαλό μας να δουλέψει δίχως να το ελέγχουμε. Αν τα μαθηματικά είναι μια επιστήμη βασισμένη στη λογική, τότε πρέπει να υπάρχει κάποια άλλη είσοδος, μέσω του ασυνείδητου. Έπρεπε απλώς να βρούμε την κατάλληλη είσοδο. Η θεωρία της Σεσίλ βασιζόταν σε μια αμερικάνικη μελέτη σχετική με την εκμάθηση ξένων γλωσσών κατά τη διάρκεια του ύπνου. ένα μαγνητόφωνο επαναλάμβανε τις φράσεις κι εκείνες εντυπώνονταν βαθιά στη μνήμη. Κάτι παρόμοιο θα μπορούσε να γίνει και με τα μαθηματικά. Της διάβαζα το βιβλίο κι εκείνη το αποστήθιζε ώστε να μπορεί να το πει απέξω. Μετά από πολλές αναγνώσεις, ήρθε η σειρά μου να κάνω το ίδιο. Και ούτω καθεξής. Στο τέλος αφομοιώναμε μηχανικά τα θεωρήματα, όπως την προπαίδεια. Οφείλω να ομολογήσω ότι αυτό λειτούργησε ως έναν βαθμό. Ο απαίσιος Λασώμ, ο καθηγητής μου των μαθηματικών έμεινε άναυδος όταν με άκουσε να λέω με χαλαρό ύφος:
- Η σύνθεση της συμμετρίας ως προς ένα επίπεδο Π και της συμμετρίας ενός σημείο Ο αυτού του επιπέδου είναι η συμμετρία ως προς μια ευθεία Δ κάθετη στο επίπεδο Π στο σημείο Ο.
Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων Είχαμε μάθει απέξω κι ανακατωτά το εγχειρίδιο της άλγεβρας και της γεωμετρίας. Απαγγέλλαμε τα θεωρήματα τονίζοντας τις λέξεις με σιγουριά. Για να πούμε την αλήθεια, η μέθοδος αυτή δεν έφερε, κατά βάθος, κανένα αποτέλεσμα. Η Σεσίλ ισχυριζόταν ότι το ασυνείδητό μας ήταν μπλοκαρισμένο, πράγμα σύνηθες, και ότι η εκμάθηση μπορούσε ν' αναχθεί στα βασικά της υδραυλικής, κοινώς στο ξεβούλωμα των φραγμένων σωλήνων. Μετά από μερικές βδομάδες παπαγαλίας, αναγκαστήκαμε να παραδεχτούμε το προφανές: ότι η αναλυτική μέθοδος ήταν σκέτη αποτυχία. Αυτό δεν σήμαινε ότι ήταν κακή, μπορεί να έπιανε σε άλλους. Πάντως εγώ δεν έπαιρνα ούτε από μαθηματικά, ούτε από τις ψυχαναλυτικές μεθόδους εκμάθησής τους. Εκείνη επέμενε ότι έπρεπε να δώσουμε χρόνο στο ασυνείδητο ν' αφομοιώσει τα θεωρήματα και ότι η γνώση αυτή θ' αναδυόταν, αργά ή γρήγορα, σαν αποκάλυψη ή επιφοίτηση. Δεν ξεμπλόκαρα, ούτε απέκτησα συνάφεια με το αντικείμενο. Μετά από δεκαπέντε μέρες, μπορεί να ξεγελούσα τους άλλους έχοντας αποστηθίσει το βιβλίο των μαθηματικών, όμως δεν κατάφερνα να λύσω ούτε μία άσκηση. (σελ. 108)

[...]

Με κράτησε σφιχτά απ' τους ώμους. Δεν θα περίμενες να έχει τόση δύναμη ένας άνθρωπος με το δικό της ανάστημα.
-Άκου, φιλαράκο. Δεν χρειάζομαι τη βοήθεια και την προστασία κανενός. Είμαι αρκετά μεγάλη ώστε να φροντίζω τον εαυτό μου. Αν θες να μείνουμε φίλοι, σταμάτα να μου λες τι να κάνω! Κατάλαβες;
-Όπως θες. Πάντως, είσαι πολύ αδύνατη.
Με έριξε στον καναπέ, όρμησε πάνω μου και άρχισε να με γαργαλάει. Το απολάμβανε γιατί γαργαλιόμουν παντού. Μαζί μου, γελούσε κι εκείνη. Όσο προσπαθούσα να φυλαχτώ, τόσο περισσότερο επέμενε. Δεν μπορούσα ν' ανταποδώσω. Δεν γαργαλιόταν πουθενά. Ανάμεσα σε δυο λόξυγγες και δύο ουρλιαχτά, κατάφερα να ελευθερωθώ, σπρώχνοντάς την με την άκρη του χεριού μου. Την κρατούσα από πάνω μου. Ήμουν μούσκεμα στον ιδρώτα και δεν μπορούσα ν' αναπνεύσω. Το ίδιο κι εκείνη. Τα χέρια μου έτρεμαν. Άντεξα δέκα δευτερόλεπτα. Την άφησα. Έπεσε πάνω μου. Συνεχίσαμε να γελάμε, αυθόρμητα, κολλημένοι ο ένας στον άλλον, εξαντλημένοι και πανευτυχείς. (σελ. 114)

[...]

Αν και είχε περάσει μία βδομάδα, δεν τολμούσα να τηλεφωνήσω στη Σεσίλ. Ήλπιζα ότι θα τη συναντούσα στον Κήπο του Λουξεμβούργου. Δεν την έβλεπα πουθενά. Είχα μετανιώσει που της είχα δώσει το γράμμα. Αν είχα βρει το θάρρος να το ανοίξω, θα το 'χα κάψει. Θα έμενε με την αμφιβολία. Καλύτερα, παρά αυτό το ναυάγιο. Εκείνος, που δεν έγραφε ποτέ, ένα γράμμα είχε συντάξει όλο κι όλο στη ζωή του και θα 'ταν προτιμότερο να πέθαινε την ώρα και τη στιγμή που το έκανε. Θα τον θυμόμασταν με αγάπη. Με τα ψέματα, την καχυποψία και την υποκρισία του, γκρέμισε τις ψευδαισθήσεις μας. Αν είχε πει την αλήθεια, "αγαπώ κάποια άλλη και θ' αποκτήσω παιδί μαζί της", δεν θ' άλλαζε κάτι, θα τον είχαμε βοηθήσει έτσι κι αλλιώς, ακόμα και η Σεσίλ. Το ασυγχώρητο ήταν η κοροϊδία. Είχαν περάσει κοντά δύο βδομάδες. Της τηλεφωνούσα πρωί και βράδυ. Δεν απαντούσε. Το μεσημέρι, την περίμενα στην Κρήνη των Μεδίκων. Προσπαθούσα να διαβάσω την Τετράγωνη τύχη, αλλά δεν κατάφερνα να συγκεντρωθώ. Για αλλαγή, τράβηξα μερικές φωτογραφίες των γλυπτών, έτσι όπως φωτίζονταν απ' τις αχτίδες του ήλιου που περνούσαν μέσα απ' τις φυλλωσιές. Ξαφνικά, εκεί που κοιτούσα το άγαλμα του Άκι και της Γαλάτειας, κατάλαβα. Με μισούσε. Τα είχε βάλει μαζί μου. Της είχα φέρει το κακό μαντάτο και επιπλέον ήμουν αδερφός του μεγαλύτερου αλήτη. Έπρεπε να τη πω ότι δεν έχω τίποτα κοινό μαζί του, ότι είμαστε διαφορετικοί, ότι είναι μια μετριότητα, ότι δεν άξιζε να του δίνει σημασία. Ότι έπρεπε να τον ξεχάσει, να τον αφήσει πίσω της, να μην το έχει στον νου της σαν πολύτιμη ανάμνηση, αλλά σαν ρεμάλι, ότι δεν ήταν πια αδερφός μου, ότι τον απαρνιόμουν και τον διέγραφα απ' τη ζωή και το μυαλό μου. Ήθελα να την πείσω ότι έπρεπε να ζήσει σαν να μην υπήρξε ποτέ, να υποσχεθεί ότι δεν θα ξεστόμιζε ξανά το όνομά του, ότι της άξιζε κάτι χίλιες φορές καλύτερο, ότι έπρεπε να γυρίσει σελίδα και να σκεφτεί το μέλλον της. Έτρεξα στο σπίτι της. Χτυπούσα το κουδούνι επί δέκα λεπτά. Είχα μαζί τα κλειδιά μου. Άνοιξα την πόρτα. Το διαμέρισμα ήταν θεοσκότεινο. Ήταν αδύνατο να υποθέσω για πόσον καιρό θα έλειπε η Σεσίλ. (σελ. 399-400)

[...]

JEAN-MICHEL GUENASSIA
Η λέσχη
των αθεράπευτα αισιόδοξων
Μετάφραση: Φωτεινή Βλαχοπούλου
Εκδόσεις: ΠΌΛΙΣ