Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

DAS WESSE BAND - MICHAEL HANEKE


Η ΛΕΥΚΗ ΚΟΡΔΕΛΑ (Das Weisse Band)
[The White Ribbon] του Μίκαελ Χάνεκε (Michael Haneke)

 

ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ: Μίκαελ Χάνεκε (Michael Haneke)
ΧΩΡΑ: Γερμανία, Αυστρία, Γαλλία, Ιταλία (ασπρόμαυρη) 2009
ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 144΄ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Christian Berger
ΜΟΝΤΑΖ: Monika Willi ΣΕΝΑΡΙΟ: Μίκαελ Χάνεκε
ΠΑΙΖΟΥΝ: Christian Friedel, Ernst Jacobi, Leonie Benesch,Ulrich Tukur, Ursina Lardi, Fion Mutert, Michael Kranz, Burghart Klaußner, Steffi Kühnert, Maria-Victoria Dragus, Leonard Proxauf, Levin Henning, Johanna Busse,Thibault Sérié , Josef Bierbichler κ.α.

ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΒΡΑΒΕΙΑ:

- Χρυσός Φοίνικας Φεστιβάλ Καννών
- Βραβείο FIPRESCI 62ο Φεστιβάλ Καννών
- Οικουμενικό Βραβείο στο, Φεστιβάλ Καννών
- Υποψήφια για Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας το 2010


ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ

Η αμφισημία της αλήθειας αλλά και η ταξική σύγκρουση είναι στο επίκεντρο της βραβευμένης με τον Χρυσό Φοίνικα των Κανών, συγκλονιστικής ταινίας του Χάνεκε, δοσμένης με μιαν αυστηρότητα που φέρνει στον νου τον κινηματογράφο του Ντράγιερ. Επίκαιρη αλληγορία γύρω από τον φανατισμό. Έξοχες οι ερμηνείες.

Με ένα μυστήριο -το παράξενο «ατύχημα» που στέλνει τον γιατρό της περιοχής στο νοσοκομείο- ξεκινά η νέα, γερμανικής παραγωγής, ταινία του Αυστριακού σκηνοθέτη Μίκαελ Χάνεκε («Κρυμμένος», Funny Games), για να προχωρήσει σε μια πολύπλοκη, εφιαλτική ιστορία με θέματα όπως αυτά της ταξικής σύγκρουσης, του ρατσισμού και του φασισμού. Τον κόσμο του Τσέχοφ και του Ιψεν.

Η ιστορία αναφέρεται σ' ένα γεγονός που συνέβη πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, σ' ένα μικρό χωριό, στη βόρεια Γερμανία, και που καταγγέλλει «ένα εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο δημιούργησε τη γενιά του ναζισμού», σύμφωνα με τον σκηνοθέτη της.

Ο Χάνεκε καταγράφει την ιστορία, σε εικαστικά θαυμάσιες, γυρισμένες σε μαυρόασπρο φιλμ (έξοχη φωτογραφία είναι του Κρίστιαν Μπέργκερ) και δοσμένες με ένταση και ρυθμό εικόνες, συνδυάζοντας τον κόσμο του Τσέχοφ και του Ιψεν μ' ένα στιλ που φέρνει στον νου τόσο τον κινηματογράφο του Ντράγιερ.

Εικόνες που δημιουργούν με τον καλύτερο τρόπο την καταπιεστική ατμόσφαιρα, με τον σκηνοθέτη να καταγράφει με εξονυχιστική λεπτομέρεια τα διάφορα μικρά, επικίνδυνα γεγονότα, που αρχίζουν να προκαλούνται στην αυταρχική, αγροτική κοινωνία της περιοχής, κοινωνία όπου τα παιδιά κουβαλούν στους ώμους τους τα κρίματα των γονιών τους: το στημένο «ατύχημα», την κακοποίηση ενός διανοητικά καθυστερημένου μαθητή, την κακοποίηση ενός άλλου εξαιτίας μιας σφυρίχτρας, το κάψιμο μιας αποθήκης και άλλα.

Παράξενα επεισόδια, όπου κυριαρχεί μια ανεξήγητη σκληρότητα και τα οποία κανένας στο χωριό αλλά ούτε η αστυνομία δείχνουν να μπορούν να εξιχνιάσουν. Με βάση ένα πολύπλοκο, εξαιρετικό σενάριο, στο οποίο συνεργάστηκε και ο Ζαν-Κλοντ Καριέρ και με τη χρήση αφήγησης, ο Χάνεκε αναπλάθει με πειστικότητα την κοινωνία της συγκεκριμένης περιόδου, για να εντάξει σ' αυτήν μια πλούσια πινακοθήκη αλλόκοτων χαρακτήρων και να τονίσει, από τη μία, με λεπτό, παγερό συχνά, χιούμορ, την ατολμία και την υποκρισία των μεγάλων, και από την άλλη, τον παραλογισμό και τη διαστροφή των παιδιών τους, στοιχεία που διαμόρφωσαν τον μετέπειτα ναζιστικό χαρακτήρα τους. Αριστουργηματική ταινία, ταυτόχρονα μια δυνατή, επίκαιρη αλληγορία γύρω από τον θρησκευτικό και όχι μόνο φανατισμό, που παρά τη μεγάλη της διάρκεια, παρακολουθείται με την ίδια ένταση από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό της.

Νίνος Φενέκ Μικελίδης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΠΥΠΙΑ, 29 Οκτωβρίου 2009

 


Ο Μίκαελ Χάνεκε μαζεύει τις ψηφίδες του έργου του σε ένα δημιουργικό αποκορύφωμα, σκηνοθετημένο με αυτοπεποίθηση και πλήρη έλεγχο των μέσων που επιλέγει. Αντίθετα με σκηνοθέτες που επαναλαμβάνουν τις ιδέες τους και μόνο, σε έναν αέναο αυτοθαυμασμό και ανθολόγηση της θεματικής τους (σαν ταινία με πολλαπλά φινάλε), ο Αυστριακός σκηνοθέτης καταφέρνει να διατηρεί το ενδιαφέρον με υπόθεση και χαρακτήρες, χωρίς να προδίδει τις αρχές και τον στόχο του.

Ο σκοπός του Χάνεκε είναι δεδομένος, όχι όμως και διδακτικά διατυπωμένος: από την αρχή της καριέρας του, ασχολείται με τη βία και τον ρατσισμό, την κίβδηλη πλαστογράφηση των ιδανικών κάτω από τον επικίνδυνο μανδύα της εθνικής καταγωγής και, σε ένα πιο αφαιρετικό επίπεδο φιλοσοφικής αναζήτησης, τα αίτια του Κακού στην ανθρώπινη φύση. Κάτω από αυτό το πολύπλευρο πρίσμα, οι ταινίες του είναι ανθρώπινες περιπέτειες, κοινωνικές/εθνογραφικές μελέτες, κινηματογραφικά δοκίμια και δραματικά θρίλερ.

Θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει εμμονικό τον Χάνεκε, μπερδεύοντας τον άξονα της προβληματικής με τις ίδιες τις ταινίες του. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε πόσο συναρπαστικός κινηματογραφιστής είναι. Πόσο διαφορετικό είναι το ύφος και η υφή του Κρυμμένος από το Benny's Video και το Funny Games! Και τώρα η Λευκή Κορδέλα, ένα έργο ολοκληρωμένο, στεγνό και στυγνό, όπως και οι καταβολές του ναζισμού, μέσα από την αυστηρή ματιά του δημιουργού σε ένα γερμανικό χωριό, παραμονές του μεγάλου πολέμου. Όλοι είναι παρόντες στο ασπρόμαυρο (δεν θα μπορούσε να ήταν αλλιώς) δράμα της σιγαλιάς: ο παπάς, ο γιατρός, ο βαρόνος, ο δάσκαλος.

Η εκκλησία με τη θρησκευτική υποκρισία, η επιστήμη με τη σκληρότητα και την απαξιωτική αναλγησία, η παραιτημένη αριστοκρατία σε απόσταση, η φιλελεύθερη παιδεία που σιωπά όταν ακυρώνεται από τις παγιωμένες περιστάσεις και αφηγείται σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, υιοθετώντας τον τόνο της πικρής, ζωντανής ανάμνησης. Τα παιδιά του χωριού, πιεσμένα, εκρηκτικά, λυπημένα, άνανδρα κι αναιμικά ανδροειδή, είναι βγαλμένα από ένα θρίλερ απόκοσμο, σαν να συγκρούονται τα θρησκευτικά huit clos του Ντράγιερ και του Μπέργκμαν με ένα γοτθικό στυλιζάρισμα αλά Ρόμπερτ Γουάιζ, σε ένα φιλμ κλινικό και καθαρό, ποτέ προφανές.

Αν κάποια από τις ταινίες που είδα πρόσφατα συνορεύει με το αριστούργημα (δηλαδή, τι συνορεύει, είναι αριστούργημα), αυτή είναι η Λευκή Κορδέλα. Προλέγει τον ναζισμό, προφέρει τον φασισμό και με την εικαστική της σύνθεση εμβαθύνει και επεκτείνει τα θέματα που θίγει σαν νεκρική λειτουργία. Η Λευκή Κορδέλα είναι μακροσκελής και θα κουράσει όσους επιλέγουν θεατρινισμούς και ευκολίες στην αναπαράσταση εποχής.

Ο Χάνεκε διαθέτει την απαραίτητη εμπιστοσύνη στον λόγο και την κάμερα, έτσι ώστε να φωτίσει ένα αργό έγκλημα, καθώς ο σπόρος της βίας γεννιέται από την άδηλη συμπεριφορά, τη συλλογική στάση στα πράγματα και όχι από την παράθεση των χειρονομιών. Με τον τρόπο του, και με πυξίδα μια σφιχτή αφήγηση απαιτήσεων, μας αναγκάζει να κοιτάξουμε πέρα από την εθιμοτυπία των πρωταγωνιστών. Άλλωστε, ξεκινάει με την παρατήρηση πως κάποια από τα γεγονότα μπορεί και να μην υφίστανται. Τα εγκλήματα του χωριού δεν είναι μεμονωμένα, αλλά στοιχειοθετούνται από τη συνάθροισά τους και καλύπτονται από την επιβεβλημένη υποκρισία.

Ο κώδικας συμπεριφοράς υπαγορεύεται από τη θρησκευτική ανατροφή και τον ασφυκτικό συντηρητισμό. Γιατί θα διάλεγε, άλλωστε, ένα προτεσταντικό χωριό; Σύμφωνα με δική του δήλωση, το καθήκον της τέχνης είναι να ρωτά. Αν θέλετε απαντήσεις, αγοράστε εισιτήριο για άλλη ταινία. Και εδώ θέτει ερωτήματα χωρίς τη δυνατότητα υπεκφυγής. Φυσικά, δίνει το στίγμα του και την άποψή του, αλλά το κάνει μέσα από καλλιτεχνικές διεργασίες. Δικαιότατος ο Χρυσός Φοίνικας στις Κάννες.

Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος, LIFO, 29 Οκτωβρίου 2009

 

Ήγγικεν η στιγμή. Το πρώτο αριστούργημα της χρονιάς να βγει. Ασπρόμαυρο, γερμανικής κοπής με τίτλο αθώο σαν τον δολοφόνο με αγγελικό πρόσωπο παιδιού. Δηλαδή «Das Waisse band», που πάει να πει «Η λευκή κορδέλα». Με τον Μίκαελ Χάνεκε να πιλοτάρει με δύο φαντάσματα μαζί. Εκ δεξιών η τελειομανία ενός Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Εξ ευωνύμων η αυστηρότητα ενός Καρλ Ντράγιερ. Απογείωση καβάλα στο αυγό του φιδιού!
Για να τσεκάρω την ανθεκτικότητα των 144 λεπτών, μετά τον Χρυσό Φοίνικα Καννών, το ξαναείδα και στην προβολή των Αθηνών. Στιγμή δεν κουνήθηκα, δευτερόλεπτο δεν βαρέθηκα. Εντελώς καλλιτεχνικό επίτευγμα, μοναδικό στα χρονικά του σύγχρονου σινεμά. Η χειροποίητη παραγωγή αυτού του ογκολίθου μετατρέπει κάθε hi tech χολιγουντιανή μυθοπλασία, από το Star Wars μέχρι την οποιαδήποτε πριμαντόνα των ταμείων, σε απλή οδοντόκρεμα. Πλήθος πρώτων, δεύτερων, τρίτων ερμηνευτών παρέα με δεκάδες νοματαίους που υποδύονται ένα ολόκληρο χωριό. Όλοι μα όλοι παίζουν με τέτοια τελειομανία που θυμίζει πρεμιέρα από σαιξπηρική τραγωδία. Το ντεκόρ ολότελα αληθινό. Ένα ολόκληρο χωριό, όπως ήταν ακριβώς. Αναπαλαιωμένο από τον χρόνο και λόγω αυτού, ταλαιπωρημένο. Και αυθεντικά κοστούμια φορεμένα και καθόλου σαν από καρνάβαλο και χλιδάτο βεστιάριο σιδερωμένα. Οι χαρακτήρες φοράνε και όχι τα ρούχα τούς φοράνε. Τρομερό!

Αν τώρα κοντά σ΄ αυτά αθροίσω τα πλεονεκτήματα τα φωτογραφικά, τα σκηνοθετικά, των εσωτερικών ρυθμών, του μοντάζ και της αυστηρής συμμετρίας σε κάθε πλάνο ανθρώπινης γεωγραφίας, ε τότε η τοιχογραφία του Χάνεκε πιάνει επιδόσεις «Φάννυ και Αλέξανδρος» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Πάμε τώρα στη σεναριακή ουσία και την υπόγεια, υγρή, διαβρωτική γερμανική ιδεολογία. Εκεί το πάρτι, εκεί η πρωτοπορία.

Πρωτοπορία γιατί είναι πολυπρόσωπο και ταυτόχρονα δράμα δωματίου με ένα πρόσωπο. Πρωτοπορία γιατί η δράση εξελίσσεται και μέσα και έξω με την ίδια άνεση και ευκολία. Σαν να είναι αυθεντικό ντοκουμέντο από τα χρόνια εκείνα. Πρωτοπορία γιατί είναι τόσο αυστηρά κλασικό και μοιάζει με ακαδημαϊκό και ταυτόχρονα υπόγειο, σκοτεινό και ανατρεπτικό. Πρωτοπορία γιατί η εξωτερική- η εμφανής του- πλευρά είναι καθημερινή και ειρηνική, ενώ την ίδια στιγμή η αόρατη, η διπλανή, η αφανής εκλύει με πανουργία άφθονη δόση από έρπουσα, υπολανθάνουσα, φασιστική βία. Απ΄ ολόκληρη την κοινωνία.

Πρωτοπορία γιατί από τη μια η ιστορία είναι ευκολονόητη και καθαρή και από την άλλη τόσο μα τόσο πολυεπίπεδη και σκοτεινή. Πρωτοπορία- τέλος- γιατί το αυγό του φιδιού επωάζεται από τη γνωστό τρίπτυχο: αυστηρή πειθαρχία, δεσποτική θρησκοληψία, νοσηρή κοινωνία. Οn top of that πλήρης ατιμωρησία! Το στόρι σαν ποταμιαία μυθοπλασία. Σε κάποια ειδυλλιακή κωμόπολη της προπολεμικής Βόρειας Γερμανίας. Όπου η μισή, κλειστή κοινωνία σιτίζεται από του βαρόνου την κολοσσιαία περιουσία. Περίπου- σαν να λέμε- η γερμανική κοινωνία να τραμπαλίζεται μεταξύ καπιταλισμού και φεουδαρχίας. Εκεί, λοιπόν, μια σειρά από περίεργα και απρόβλεπτα περιστατικά ταρακουνούν τις ισορροπίες των πολιτών. Ο γιατρός γκρεμοτσακίζεται από το άλογό του, καθώς εκείνο με φόρα πέφτει σ΄ ένα συρματόσχοινο, τοποθετημένο με πρόθεση να προκαλέσει ατύχημα θανατηφόρο. Αυτή η αρχή. Η συνέχεια ακόμα πιο σκληρή. Εργατικό ατύχημα προκαλεί οικογενειακή οργή. Ένας από τους συγγενείς από εκδίκηση μετατρέπει τον λαχανόκηπο της βαρόνης σε τενεκέ σκουπιδιών. Και καθώς από ταραχή πλημμυρίζει η περιοχή, ο γιος του βαρόνου εξαφανίζεται και την επομένη με αίματα από ραβδισμούς εμφανίζεται. Ακόμα ένα άλλο παιδί βασανίζεται, ενώ ο γιατρός του χωριού με τη μικρή του κόρη ηδονίζεται και ένας εργάτης από την απελπισία του αυτοκτονεί. Ποιος ο υπαίτιος; Ποια η αιτία; Ποιος ο ηθικός αυτουργός; Ποιος ο συνεργός; Τσιμουδιά. Εγκλωβισμένη η μικρή κοινωνία στην προτεσταντική εκκλησία. Πάτερ ημών ο Χίτλερ των αμνών!

Αυστηρή λοιπόν η σκηνοθεσία. Το ίδιο η αρχιτεκτονική. Το ίδιο η ταξική διαχωριστική γραμμή. Το ίδιο και η θρησκεία. Παρέα όλα μαζί. Από κάτω και η ψυχολογία. Οι κυρίαρχες δυνάμεις επωάζουν το αυγό του φιδιού. Ο χριστιανικός δεσποτισμός με τη δικτατορία του πουριτανισμού καταλήγουν στον βασανισμό, τα βίτσια, τη διαστροφή, την αιμομιξία και την άκρα του τάφου σιωπή. Αυτοί οι πυλώνες της κολοσσιαίας τοιχογραφίας.
Μια μικρογραφία του επερχόμενου φασισμού.

Έτσι αυθόρμητα και παρορμητικά μου 'ρθε η εξής επαγωγική λογική. Ο πάστορας είναι ο Γκέμπελς.

Ο γιατρός είναι ο Μένγκελε.

Ο βαρόνος είναι ο Κρουπ. Ο δάσκαλος είναι η σιωπηλή διανόηση της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Α, ξέχασα τον Χίτλερ. Βάζω στοίχημα. Κάποια απ΄ αυτά τα τρυφερούδια. Μίσος έδωκες, ναζισμό θα λάβεις. Μasterpiece!

Δημήτρης Δανίκας, ΤΑ ΝΕΑ, 29 Οκτωβρίου 2009


Βρισκόμαστε σ' ένα μικρό χωριό της βόρειας Γερμανίας, κάπου στα 1913. Ένας αόρατος αφηγητής μας υποδέχεται στο ασπρόμαυρο τοπίο και ξεκινά να μας διηγείται μια ιστορία της νεανικής του ηλικίας, όταν μια σειρά από ανεξήγητα γεγονότα αναστάτωσαν τη γαλήνια καθημερινότητα του χωριού του και σημάδεψαν καθοριστικά κι αμετάκλητα τις ζωές των χωρικών.
Πρώτο είναι ένα ανεξήγητο ατύχημα που βρίσκει τον γιατρό του χωριού βαριά τραυματισμένο: έκπληξη κι απορία πλανάται στους συγχωριανούς του για ένα συμβάν με άγνωστο υποκινητή και φαινομενικά χωρίς αιτία. Στη συνέχεια, μια γυναίκα σκοτώνεται σ' ένα μάλλον ύποπτο εργατικό δυστύχημα: οργή και καχυποψία ανάμεσα στους χωρικούς, ακόμα διάχυτη και χωρίς αποδέκτη. Λίγο μετά όμως τα πράγματα θα εκτροχιαστούν: μια φωτιά, μια εξαφάνιση, ένα παιδί που ξυλοκοπείται, κι άλλες εκρήξεις βίας, ένα ακόμα παιδί που βασανίζεται. Πλέον η αιτία είναι σαφής: η εκδίκηση -ο υποκινητής όμως παραμένει άφαντος. Ποιος το έκανε; Η απάντηση βέβαια δεν είναι τόσο εύκολη, όταν το κλασσικό σχήμα whodunit (ποιός το έκανε) μετατρέπεται στα χέρια του Haneke σε ένα ιδιάζων whydunit (γιατί το έκανε), με το ενδιαφέρον να μεταφέρεται από το 'ποιος' στο 'γιατί', σε μια αναζήτηση των αιτίων της -φαινομενικά- απρόκλητης βίας.

Οι κάτοικοι του χωριού, ενήλικοι και παιδιά, ζουν σε μια κοινωνία προτεσταντικής καταπίεσης. Οι μοναδικές αποχρώσεις της ζωής είναι γι' αυτούς το άσπρο και μαύρο, σαν τα πλάνα του Haneke που ντύνουν το χιονισμένο χωριό. Ηθική ή ανηθικότητα, καλό και κακό -δεν υπάρχουν γκρίζες ζώνες. Η καταπίεση κι η βία είναι αυτές που διαμορφώνουν χαρακτήρες, μαζί με την 'Λευκή Κορδέλα' της ηθικής (ο πάστορας, κυρίαρχη φιγούρα στο χωριό, τυλίγει στα χέρια των παιδιών που παρουσιάζουν αποκλίνουσες συμπεριφορές μια λευκή κορδέλα, για να φέρουν επάνω τους ένα στίγμα που θα τους θυμίζει την απομάκρυνσή τους από τις ηθικές αξίες).

Ένα ολόκληρο χωριό τυλιγμένο ασφυκτικά με μια Λευκή Κορδέλα, για να θυμίζει στους 'υποδειγματικούς' κατοίκους του τη φαυλότητα στην οποία είναι βυθισμένοι. Καταπίεση, κακοποίηση, εκδίκηση. Ένας φαύλος κύκλος που γεννιέται και γεννά τη βία. Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, ωριμάζουν κι αρχίζουν σιγά-σιγά να αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα γύρω τους, είναι φυσικό να επηρεάζονται και να διαμορφώνονται από αυτό το νοσηρό περιβάλλον. Ο φόβος, η καχυποψία κι η ενοχή πνίγουν την παιδική αθωότητα και μετατρέπουν αργά αλλά σταθερά αυτή την ομάδα παιδιών σε 'enfants terribles' που με την πρώτη ευκαιρία θα διδάξουν από πρώτο χέρι τον τρόμο (για τον Θεό και τον άνθρωπο), τον πόνο (τον σωματικό αλλά και τον ψυχικό) και τον θάνατο σε αυτούς που τους τον δίδαξαν. Ο μόνος άτρωτος παραμένει ο χαρακτήρας του δασκάλου, ο αποστασιοποιημένος μας αφηγητής, ο μόνος, συμπτωματικά (;) χωρίς απογόνους.

Ο φετινός Χρυσός Φοίνικας του Φεστιβάλ των Καννών, «Η Λευκή Κορδέλα: Μια ιστορία για τα παιδιά της Γερμανίας», όπως είναι ο πλήρης αμετάφραστος γερμανικός τίτλος, είναι μια ιστορία για τα παιδιά της Γερμανίας, όχι όμως κι ένα αθώο παιδικό παραμύθι. Είναι μια παραβολή για την καλλιέργεια και την παγίωση της κοινωνικής βίας, για τη γένεση του Κακού, μια αλληγορική αφήγηση για την ανατροφή μιας ολόκληρης γενιάς Γερμανών που γαλουχήθηκαν με βία για να γεννήσουν αργότερα την υπέρτατη μορφή κοινωνικής και πολιτικής βίας -το ναζισμό.

Υπαινικτικό και βραδυφλεγές αλλά εντέλει αποκαλυπτικό, το νέο δημιούργημα του Michael Haneke επιδέχεται πολλαπλών αναγνώσεων στοιχειώνοντας τον θεατή για μέρες, και διεκδικεί επάξια μια κορυφαία θέση στην ήδη βαρυφορτωμένη με επαίνους καριέρα του ιδιοφυούς αυστριακού σκηνοθέτη.

Μαριάννα Ράντου, από το site: www.cinemanews.gr

 

Κανείς άλλος σκηνοθέτης δεν έχει μελετήσει τόσο βαθιά, κλινικά θα λέγαμε, όσο ο Μίκαελ Χάνεκε τη βία και τη διαστροφή κινηματογραφώντας την καθημερινότητα της μεσαίας και ανώτερης κοινωνικής τάξης στην ευημερούσα κεντρική Ευρώπη. Στο «Βίντεο του Μπένι» (1992), ένας καλοζωισμένος έφηβος, που αντιλαμβάνεται την αληθινή ζωή ως εικονική πραγματικότητα, αλλοτριώνεται πλήρως και δοκιμάζει μια εμπειρία ως σφαγέας ανθρώπων! Στα «Παράξενα παιχνίδια» (1997), δυο νεαροί με εκλεπτυσμένο γούστο μπαίνουν σαν κύριοι σε μια εξοχική βίλα και αίφνης μετατρέπονται σε ψυχρούς βασανιστές και δολοφόνους, διασκεδάζοντας σαδιστικά την πλήξη τους. Στη «Δασκάλα του πιάνου» (2001), μια νευρωτική καθηγήτρια αρμονίας, αυθεντία στον Σούμπερτ και στον Σούμαν, ζει στις ιδιωτικές στιγμές της σαδομαζοχιστικά. Ο Χάνεκε την παρατηρεί από απόσταση ανακαλύπτοντας πίσω από την παροιμιώδη οργάνωση του κεντροευρωπαϊκού πολιτισμού τον καταναγκασμό και τη διαστροφή. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και σήμερα, ακολουθώντας μια διαδρομή από το μερικό (μια σειρά από μικρά οικογενειακά δράματα) στο γενικό (οι κοινωνικές δομές της Γερμανίας δύο δεκαετίες πριν από το Τρίτο Ράιχ). Η «Λευκή κορδέλα» του είναι μια ταινία αποσπασματική και λιτή γύρω από την εκκόλαψη του αυγού του φιδιού.

Ο Χάνεκε τεμαχίζει τη δράση σε επιμέρους ιστορίες, εξετάζοντας τμηματικά ένα κύτταρο από τον ιστό της Γερμανίας πριν τον καρκίνο του ναζισμού.

Ο εφιάλτης του γκρίζου

Η αφήγησή του είναι ένα μεγάλο φλας μπακ και έχει ως άξονα τον δάσκαλο ενός χωριού στα βόρεια της χώρας, όπου μια σειρά από παράξενα γεγονότα, σαν και αυτά που δίνουν τροφή στα αστυνομικά δελτία, διαταράσσουν τη γαλήνη των φιλήσυχων κατοίκων.

Η αστυνομική ίντριγκα είναι η μέθοδος: το νυστέρι στα χέρια του Χάνεκε, που κινείται σαν έμπειρος χειρουργός. Ομως, η λύση του μυστηρίου αφήνεται τεχνηέντως σε ένα ομιχλώδες τοπίο. Ο Χάνεκε ενδιαφέρεται για τη φύση του εγκλήματος και όχι για τον δολοφόνο. Σκοπός του είναι η ανατομία αυτού του φαινομενικά υγιούς κοινωνικού κυττάρου - οι δομές και ισορροπίες αυτού του μικρού παραδείσου λίγες μέρες πριν από την έναρξη του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου. Και η ματιά του, διεισδυτική για ό, τι συμβαίνει πίσω από τις κουρτίνες των σπιτιών του μικρού γερμανικού χωριού, όπου εκτυλίσσονται νοσηρές καταστάσεις. Στο σπίτι του ηθικά άσπιλου πάστορα κακοποιείται η αθωότητα στο όνομα της θρησκείας (τα μικρά παιδιά του βασανίζονται προς εξαγνισμό πριν από την πρώτη μετάληψη). Στο αρχοντικό του τοπικού βαρώνου διασύρεται η έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης στο όνομα της εύρυθμης τάξης. Στο σπίτι του επιστήμονα (του γιατρού) κακοποιείται ποικιλοτρόπως ο έρωτας.

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία δεν είναι στυλ, αλλά το άλφα και το ωμέγα της αισθητικής μιας ταινίας που θέλει να δείξει μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στο μαύρο και στο άσπρο.

Δημήτρης Mπούρας, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ


[...] Η «Λευκή κορδέλα» είναι ένα τραχύ, αυστηρό, ασπρόμαυρο ψυχόδραμα που στα 144 λεπτά του «ζητεί» την υπομονή του θεατή καθώς παρακολουθεί τη ζωή των κατοίκων σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό της Βαυαρίας στις αρχές του 20ού αιώνα (κάπου ανάμεσα στα 1913-1914).

Καθετί εδώ γίνεται υπό το βλέμμα των παιδιών, της γενιάς που όταν μεγαλώσει θα μετατραπεί στο τέρας της ναζιστικής Γερμανίας. Και πράγματι, τα εκφραστικά πρόσωπα των παιδιών (όλα παίζουν καταπληκτικά) είναι αυτό που συγκρατείς στη μνήμη έχοντας δει αυτή την ασκητική μελέτη πάνω στην έννοια της εξουσίας που σκηνοθετήθηκε με συγκρότηση και (όπως συμβαίνει με όλες τις ταινίες του Χάνεκε) από απόσταση.
Η κάμερα του Χάνεκε μας μεταφέρει από πόρτα σε πόρτα φτιάχνοντας ένα ψηφιδωτό μικροϊστοριών που συνθέτουν ένα σπουδαίο σύνολο: Ενας δάσκαλος (Κρίστιαν Φρίντελ) που επιζητεί το καλό της κοινότητας, αλλά αδυνατεί να επιβληθεί. Ενας πάστορας (Μπούρκχαρτ Κλάουσνερ)

που όταν δέρνει τα παιδιά του λέει ότι πονάει ο ίδιος περισσότερο. Ο γαιοκτήμονας-βαρόνος (Ούλριχ Τούκουρ) που, παρά τις ενάρετες προθέσεις του, εκμεταλλεύεται τελικά τους αγρότες. Ο γιατρός της περιοχής (Ράινερ Μποκ) που απεχθάνεται και προσβάλλει βίαια τη γυναίκα (Σουζάνε Λότερ) που μεγαλώνει τα παιδιά του. Και κυρίως, θα το επαναλάβω, τα ίδια τα παιδιά, με το απορημένο, τρομαγμένο, αλλά και γεμάτο μίσος ύφος τους. Ψηφίδες μέσα σε αυτό το υπόγειας βαρβαρότητας ψυχόδραμα, το ύφος του οποίου θυμίζει συχνά τον κινηματογράφο του Καρλ Ντράγερ. Και, όπως συμβαίνει με όλες τις ταινίες του Χάνεκε, ελάχιστα εξηγούνται στην ιστορία. Από την πρώτη κιόλας σκηνή ο Χάνεκε στοχεύει στην αβεβαιότητα του θεατή όταν ακούμε τον αφηγητή να λέει: «Δεν είμαι βέβαιος για το αν η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι πέρα για πέρα αληθινή. Κάποια σημεία της τα γνωρίζω μόνο από φήμες». Αυτή η αβεβαιότητα, όμως, είναι που τελικά σε ελκύει: παρά τη μεγάλη διάρκεια της ταινίας, δεν θέλεις να τελειώσει.

Γιάννης Ζουμπουλάκης, ΤΟ ΒΗΜΑ, 28 Οκτωβρίου 2009


 


Ιστοσελίδα για την ταινία στο imdb: εδώ 
Δείτε το trailer της ταινίας στο YouTube: εδώ