Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

ΤΡΕΙΣ ΕΥΧΕΣ



Μπαίνει αλαφιασμένη στην κουζίνα και χώνεται σχεδόν μέσα στο μπαουλάκι που υπάρχει στη γωνιά δίπλα στο ψυγείο. Αν την παρατηρήσεις από πιο κοντά μπορείς να διακρίνεις στα μάτια της την έξαψη. Ο χρόνος μετράει αντίστροφα και κείνη δεν ξέρει αν θα προλάβει! Τα πόδια της έχουν τα σημάδια της περιπλάνησής της. Οι φτέρνες είναι γεμάτες από το μυρωδάτο θησαυρό κι απ' όπου περνάει αφήνει λαχταριστά αποτυπώματα. Από τα δάχτυλα ανάμεσα, κυλάει ακόμα σε μικρές γλυκές σταγόνες, το σκοτεινό υγρό που γυαλίζει προκλητικά. Και στ' αλήθεια πώς θα μπορούσε να κρύψει τη μυστική, αρωματισμένη με μπαχάρια μακρινά, συνάντησή του με τη δική της μοίρα. 

Αρχίζει να ψάχνει με αγωνία κι ούτε που νοιάζεται να καθαρίσει τα γυμνά της πέλματα. Κάθεται σταυροπόδι μπροστά στο μπαούλο και το μικρό της φόρεμα, που ίσα ίσα καλύπτει τα γυμνά της πόδια, έχει πάρει το χρώμα της απρόσμενης γεύσης που έχει η περιπέτεια. Όταν σηκώνει το κεφάλι της, τα μάτια λάμπουν από τον ενθουσιασμό και τα χέρια λικνίζουν το μικρό χρυσαφί κλειδάκι. Το πετάνε ψηλά στον αέρα και το πιάνουν ξανά. Τα πόδια πώς θα μπορούσαν να μην συμμετέχουν κι αυτά στην παραζάλη που της φέρνει η ανακάλυψη αυτή.


-Να προλάβω το χρόνο, ψιθυρίζει. Και με το δάχτυλο παίρνει λίγη από τη γλυκιά επικάλυψη των ποδιών της και τη γεύεται με λαιμαργία. Τι γεύση μαγική!

-Τρεις ευχές, έχω τρεις ευχές, λέει φωναχτά και σηκώνεται. Όλο το δάπεδο έχει γεμίσει με τα γλυκά μυρωδάτα αποτυπώματα και η ψυχή με τις τρεις ευχές της, γλυκές κι αυτές. Μπαίνει στο δωμάτιο της μυστικής συνταγής όπου έφτιαχνε όλο το προηγούμενο βράδυ τη συνταγή της καρδιάς. Τη συνταγή που την ταξίδεψε σε  μέρη μακρινά και της αποκαλύφθηκε με τόσο απροσδόκητο τρόπο. Μόνοένα υλικό λείπει για να γίνει πραγματικότητα το όνειρό της και μάλιστα όχι ένα μα τρία όνειρα, τρεις ευχές. 


Στα χέρια της κρατάει τώρα ένα πολύ μικρό κουτί. Το ξεκλειδώνει με το κλειδάκι και από μέσα ένα κιτρινισμένο χαρτί την φέρνει κοντά, πολύ κοντά. Ξαναγεύεται μαγεμένη το υλικό που γεμίζει τα πόδια της, το μαγικό υγρό που έχει ποτίσει τον αέρα και της φέρνει ζάλη. 
Τώρα γνωρίζει και δεν βιάζεται, μένουν ακόμη τρεις ώρες ως τα μεσάνυχτα. Βγαίνει ξυπόλητη με τα ξαφνιασμένα γλυκασμένα της πέλματα στον κήπο. Χιονίζει. Μα το τελευταίο υλικό την περιμένει. Τεντώνεται. Δεν το φτάνει. Κρατιέται από τα κλαδιά κι αρχίζει να ανεβαίνει. Ώσπου να, βρίσκεται δίπλα στο μικρό σπόρο που κρύβεται καλά, μα σ' εκείνη αποκαλύπτεται υπό τις αντανακλάσεις των λευκών νιφάδων, στολίδια μιας νύχτας μαγικής.

Το κρατάει και τα βήματά της, την φέρνουν εκεί. Είναι πάνω από τη μεγάλη χύτρα που αναδύει τις μελωδικές μυρωδιές της καρδιάς. Ανοίγει την παλάμη κι αφήνει να πέσει απαλά το μικρό μυστικό.
Κλείνει τα μάτια. Με ήρεμη φωνή ακούει τις ευχές της να εμφανίζονται μπροστά της, να ΓΙΝΟΝΤΑΙ, να κινούνται, να παίρνουν μορφή. Η ρευστή σοκολάτα αναλύεται σε μικρές άπειρες σταγόνες, χρωματίζει όλο το χώρο, σκορπάει παντού, φθάνει και στις πιο κρυφές γωνιές του μικρού ασήμαντου κόσμου της. Ανακαλύπτει και τρυπώνει στις πιο απομακρυσμένες ξεχασμένες γωνιές του μεγάλου απέραντου κόσμου. Ζεσταίνει και τις πιο μοναχικές ψυχές.

Είναι ευτυχισμένη, γλυκαίνει σαν βλέπει τη λάμψη στα μάτια των παιδιών, γεμίζει τρυφεράδα σαν αγγίζει το μικρό σπόρο που μεγαλώνει την αγάπη στις καρδιές των ανθρώπων και απλώνει την ομορφιά και την γαλήνη στη γη.


Χαμογελάει και στις άκρες από τα χείλη της μια σταγόνα ...σοκολάτας, να της θυμίζει πως το θαύμα υπάρχει μέσα μας.




© Silena
30/12/2012