Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

STAINBECK JOHN ERNST

 Ο Δρόμος Με Τις Φάμπρικες
                                                                         (αποσπάσματα)
εισαγωγή

     Ο Δρόμος με τις Φάμπρικες στο Μοντερέυ, της Καλιφόρνια, είν' ένα ποίημα, μια βρωμισιά, έχει δικό του φως, έντονο χρώμα, είναι κάτι πολύ συνηθισμένο μα κι όνειρο μαζί, νοσταλγία. Κάτι το σκόρπιο και το συγκεντρωμένο, σίδερα, ντενεκέδες, σκουριά και πελεκούδια, το στρώσιμο του δρόμου όλο γούβες, παντού κουλούρες τα σχοινιά, κόφες λαχανικά, φάμπρικες για σαρδέλες του κουτιού, καταγώγια, ταβέρνες και μπορντέλα, μικρομάγαζα, εργαστήρια χημικά, παλιοξενοδοχεία. Κάποιος είπε πως στο δρόμο τούτο κατοικούνε "πόρνες, ρουφιάνοι, χαρτοπαίχτες, μπάσταρδοι". Αν τους κοίταζες όμως από μιαν άλλη χαραμάδα, ίσως τότε να 'χε πει πως κατοικούνε "άγγελοι, άγιοι κι οσιομάρτυρες". Και πάλι θα εννοούσε το ίδιο.



Τα γριγριά, όταν πετύχουν οι καλάδες και πιάσουνε πολύ ψάρι, μπαίνουνε την αυγή μες στο λιμάνι φορτωμένα με σαρδέλα, βαριά κι αργοκίνητα, σφυρίζοντας με τις σειρήνες ολοένα. Οι παραφορτωμένες βάρκες σιμώνουνε στην ακρογιαλιά, κει που οι φάμπρικες απλώνουνε τις αποβάθρες τους. Ίδιες ουρές μες στη θάλασσα. Το σχέδιο είναι καμωμένο με πολλή σοφία, γιατί αν οι αποβάθρες βρισκόνταν από το μέρος της στεριάς κι οι φάμπρικες μες στο νερό για να δεχτούνε τις σαρδέλες, τότε τα έτοιμα κουτιά θα βγαίναν από το μέρος της ουράς και -τουλάχιστον σ' όσους έχουνε φαντασία- θα προξενούσαν ακόμα πιότερη αηδία... Λοιπόν αφού ξεφορτωθούν οι σαρδέλες, αρχίζουν να μπουρίζουν οι φάμπρικες και τότε όλοι μες στη πολιτεία, άντρες-γυναίκες, ντύνονται βιαστικά και κατεβαίνουνε τρέχοντας να πιάσουνε δουλειά. Οι ιδιοχτήτες φτάνουνε μέσα σ' αυτοκίνητα λουστραρισμένα και γυαλιστερά, καθώς και το ανώτερο προσωπικό -λογιστές, επόπτες, επιθεωρητές- κι όλοι χάνουνται μες στα γραφεία. Ξεχύνουνται από τη πολιτεία μαυριδεροί Ιταλιάνοι, Κινέζοι, Πολωνοί, άντρες-γυναίκες φορούνε πανταλόνια, ρούχα από καουτσούκ και ποδιά μουσαμαδένια. Πάνε να καθαρίσουνε τη σαρδέλα, να τηνε κόψουν, να τη ψήσουνε και να τη συσκευάσουν μέσα σε κονσέρβες. Ολάκερος ο δρόμος βουΐζει κι αναδεύεται, φωνές, τρεξίματα, ομιλίες, το ψάρι κυλά έξω από τις βάρκες, ίδιος ασημένιος ποταμός κι όσο αδειάζουν οι βάρκες, τόσο ψηλώνουνε πάνω στο νερό. Κι οι φάμπρικες βουΐζουνε, τραντάζουνται και τρίζουν, ώσπου κι η τελευταία σαρδέλα να καθαριστεί, να κοπεί, να ψηθεί, να μπει μες στα κουτιά. Τότε ξαναμπουρίζουν οι φάμπρικες κι οι κουρασμένοι μαυριδεροί Ιταλιάνοι, οι Κινέζοι, οι Πολωνοί, άντρες-γυναίκες, με τα νερά να στάζουνε πάνωθέ τους και να βρωμάνε ψαρίλα, τραβούνε και σκορπάνε στην ανηφοριά, χάνουνται μες στη πολιτεία κι ο Δρόμος με τις Φάμπρικες γίνεται πάλι όπως ήταν -ήσυχος μαγεμένος. Ξαναβρίσκει μονομιάς τα φυσικά του. Μερικοί αλήτες, που 'χαν αποτραβηχτεί κάτω από το μαύρο κυπαρίσι, ξαναβγήκανε στη φόρα και πήγαν να καθίσουν επάνω στις σκουριασμένες σωλήνες που κείτονταν μες στη μεγάλη μάντρα. Τα κορίτσια ξεπρόβαλαν από της Ντόρας, για να χαρούνε λίγον ήλιο -αν υπάρχει φυσικά, τέτοιο πράμα. Ο Δόκτορας βγήκεν από το Βιολογικόν Εργαστήριο κι αργοπερνά τον δρόμο για ν' αγοράσει δυο μπουκάλια μπίρα, στου Λη Τσονγκ το μαγαζί. Ο Ανρί ο ζωγράφος, τριγυρνά στα χορταριασμένα χέρσα κι οσμίζεται σα κυνηγιάρικο σκυλί μες στα παλιόσκοινα που 'ν' απορριγμένα κει πέρα, να βρει κανά κομμάτι ξύλο ή κανά κομμάτι σίδερο, που του χρειάζουνται για τη βάρκα που σκαρώνει. Έπειτα πέφτει το βραδάκι, ανάβει το φανάρι μπρος στης Ντόρας -το ίδιο κόκκινο φανάρι που φωτά ολονυχτίς το Δρόμο με τις Φάμπρικες. Μερικοί επισκέπτες φτάνουνε στο Βιολογικόν Εργαστήριο για ν' ανταμώσουνε τον Δόκτορα κι αυτός ξαναπερνά το δρόμο, για ν' αγοράσει πέντε μπουκάλια μπίρα στου Λη Τσονγκ το μαγαζί.


Πως μπορεί κανείς να περιγράψει ολοζώντανα το ποίημα, τη βρώμα και τη δυσωδία, το βουητό ή το ξεχωριστό κείνο φως, το έντονο χρώμα, τ' όνειρο -και κάτι το πολύ συνηθισμένο; Όσοι έτυχε να κάμουνε συλλογή από ζούδια του νερού ξέρουνε κάτι μικρά πλατιά σκουλίκια, τόσο λεπτά που 'ν' αδύνατο να τα πιάσεις ολάκερα, γιατί μόλις τ' αγγίξεις, συστρέφουνται και σπάζουνε. Πρέπει να τ' αφήσεις να σουρθούνε και να γλιστρήσουνε μοναχά τους ως τη λεπίδα που κρατάς, να τα σηκώσεις τότε με προφύλαξη και να τα ρίξεις μες στη γυάλα με το θαλασσινό νερό. Ίσως και τούτο το βιβλίο να πρέπει να γραφτεί μ' ένα παρόμοιο τρόπο -ν' αφήσεις τη διήγηση να ξεγλιστρήσει μονάχη της μες στις σελίδες του.
...   ...   ...



ακόμη τώρα
όταν θυμούμαι τη λεμονόστηθη μικρούλα
το χρυσαφένιο προσωπάκι που ακόμη λάμπει
ολόιδιο αστέρι το φλογισμένο της κορμί
το πληγωμένο από τη καφτερή του έρωτα σαΐτα
-πρώτη απ' όλες σε νιάτα κι ομορφιά-
θάβεται η καρδιά μου ζωντανή στα χιόνια

ακόμη τώρα
αν η παιδούλα με τα μάτια του λωτού
ερχότανε βαριά με πόθο ερωτικό της νιότης
θα την αδράξουνε τα δυο μου πεινασμένα χέρια
κι από το στόμα της θα πιω το δυνατό κρασί
όπως η κλέφτρα μέλισσα ρουφά
το μέλι από το νούφαρο

ακόμη τώρα
να την έβλεπα να κείτεται
με μάτια ορθάνοιχτα γαλαζωμέν' απ' το νυχτέρι
με μάγουλα να καίν' ως το χλωμό αφτάκι της
από τον πυρετό του χωρισμού μας
ο έρωτας μου θα τη τύλιγε με λουλουδένια δάση
κι η νύχτα θα γινότανε ο μαυρομάλλης εραστής
απάνω στο κορμί της μέρας

ακόμη τώρα
τα μάτια μου που δε τη βλέπουν πια
όλο και ζωγραφίζουνε την εικόνα της χαμένης μου παιδούλας
Ω μπούκλες χρυσαφιές
που παίζαν πάνω σε μάγουλα σαν άνθη της μαγνόλιας
Ω δέρμα ολόλευκο σαν άγραφο κατεβατό
που πάνω του τα χείλια μου γράψανε εξαίσιες ωδές
από φιλιά μα τώρα πια τίποτα δε θα γράψουν

ακόμη τώρα
ο θάνατος μου στέλνει θύμηση απ' τα ματόκλαδα
που πετάριζαν πάνω στα φωτερά της μάτια
το λεπτό κορμάκι που το δάμαζε χαρούμενα η κούραση του έρωτα
του κόρφου της τους ρόδινους ανθούς
όπως σαλεύαν απ' το πέπλο και αλίμονο
τα πορφυρά της χείλια που τα 'χα σημαδέψει με τα δικά μου

ακόμη τώρα
και στα δυο παζάρια φλυαρούν για την αδυναμία της
που είχε τόση δύναμη να μ' αγαπήσει
άνθρωποι μικροί που αγοράζουν και πουλούνε για λεφτά
σκλάβοι του παρά ζαρώνουνε με πονηρά σακουλιασμένα μάτια
όμως κανένας πρίγκηπας που διαφεντεύει θαλασσινές πολιτείες
δεν αξιώθηκε μαζί της να πλαγιάσει
μοναχική μικρούλα μου ταίριασες πάνω μου σα φόρεμα χυτό
παιδούλα μου

ακόμη τώρα
λαχταρώ το χάδι απ' τα σκιστά της βελουδένια μάτια
τα χαμογελαστά θλιμμένα μάτια
που κλείνοντας τα ματόκλαδα ρίχναν ίσκιον απαλό
σαν να της φανερώνανε μιαν άλλην όψη ομορφιάς
λαχταρώ τα δροσερά και μυρωμένα χείλια
τα κατσαρά μαλλιά σα τον καπνό ανάερα
δάχτυλα ξωτικα
γέλιο από πράσινα πετράδια

ακόμη τώρα
θυμούμαι την ήσυχη μιλιά σου
οι δυο ψυχές μας ενωμένες
το χέρι σου χάιδευε τα μαλλιά μου
τα χείλια σου πλάι στα δικά μου χείλια
τα τριγύριζαν ζωντανές οι θύμησες
είδα τις ιερές χορεύτριες της Ράτι
να δίνουνται στον έρωτα στου φεγγαριού τη χάση
έπειτα να ξαπλώνουν σε χαλιά κάτ' από χρυσό λυχνάρι
και να κοιμούνται ξέγνοιαστες καθέμια όπως λάχει

ακόμη τώρα
μ' αρέσει να μιλω με τους σοφούς
που δώσανε τα νιάτα τους στη σκέψη
όμως ακούγοντας τα λόγια τους δε βρήκα
τη νοστιμάδα που 'χαν τα λογάκια της παιδούλας μου
ανάκατο ψιθύρισμα προτού μας πάρει ο ύπνος
σοφά λογάκια έξυπνα λογάκια
που κυλούσανε σα το νερό
και τα ζωήρευε η θέρμη της αγάπης

ακόμη τώρα
θυμούμαι πως αγάπησα τα κυπαρίσια και τα ρόδα
τα γαλανά ψηλά βουνά τα γκρίζα βοσκοβούνια
και τον αχό της θάλασσας
μια μέρα είδα παράξενα μάτια
χέρια πεταλούδας τρυγόνια που πετούσανε
για χάρη μου μες από τα θυμάρια
και τα παιδιά λουζόντανε μέσα σε ποταμάκια

ακόμη τώρα
ξέρω πως χάρηκα θερμή τη γεύση της ζωής
πίνοντας από χρυσοπράσινα κροντήρια
στο μεγάλο πανηγύρι κάποιαν εποχή παλιά
που έσβησε πια και πάει
ατένισα λευκότατο καθώς αναδινόταν
μες από τη παιδούλα μου
το προαιώνιο φως
...   ...   ...


 Ένας μοσχοπόντικας διάλεξε για κατοικία τις πυκνές μολόχες μέσα στο γήπεδο, πλάι στο Δρόμο με τις Φάμπρικες. Το μέρος ήτανε τέλειο. Οι φουντωμένες βαθυπράσινες μολόχες ψηλώνανε σγουρές κι όπως ωριμάζανε, κρεμούσανε κίτρινα κομπαράκια πάνω από τη γη. Και το χώμα ήτανε τέλειο για να σκαφτεί λαγούμι μοσχοπόντικα, μαύρο, μαλακό και λίγο λασπιασμένο, για να μη κατρακυλά κι ούτε τα λαγούμια να παθαίνουνε καθίζηση. Ο μοσχοπόντικας ήτανε παχουλός, οι τσέπες μες στα μάγουλά του πάντα γιομάτες με τροφή. Τ' αφτάκια του καθαρά κι όμορφα, τα ματάκια του μικρούτσικα και μαύρα σα το κεφάλι της παλαιϊκής καρφίτσας. Τα μπροστινά του ποδαράκια, σκάβανε με δύναμη, η τρίχα του πάνω στη ράχη απλωνότανε καφετιά και γυαλιστερή, πιο ανοιχτόχρωμη στο στήθος, πυκνή και μαλακιά. Είχε κίτρινα δοντάκια, γαμψά και μακρουλά και κοντή ουρίτσα. Ένας όμορφος μοσχοπόντικας στο άνθος της ζωής του.
     
Βρήκε κατάλληλο το μέρος κι άρχισε να σκάβει τη φωλιά του πάνω σ' έν' υψωματάκι -από 'δω πάνω θα μπορούσε, κρυμμένος μες στις μολόχες, να κοιτά τα καμιόνια που διασταυρώνανε το Δρόμο με τις Φάμπρικες. Μπορούσε να παρακολουθεί τα πόδια του Μακ και των παιδιών όταν περνούσανε για να πάνε στο Πάλας-Χάνι. Όσο προχωρούσε πιο βαθιά στο σκάψιμο, τόσο τ' άρεσε το μέρος, γιατί κάτω από το μαυρόχωμα, βρήκε μεγάλα βράχια. Έχτισε την απόθηκη του κάτω από 'να βράχο κι έτσι, όσο κι άν έβρεχε δεν είχε φόβο να γκρεμιστεί. Εδώ θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει τη γενιά του και να μεγαλώσει το λαγούμι από κάθε διεύθυνση τρόγυρα. Φχαριστήθηκε πολύ όταν πρωτόβγαλε το κεφαλάκι του από τη τρύπα, κάποιο πρωινό. Ο ήλιος πρόβαλε κι οι πρώτες του αχτίδες τρυπώσανε μες στο λαγούμι και το ζέσταναν όμορφα. Ξάπλωσεν εκεί μπροστά μ' όλο του το χουζούρι.

Αφού έσκαψε τη μεγάλην αποθήκη με τις τέσσερις εξόδους κι έφτιασε και το στεγανό διαμέρισμα, άρχισε ν' αποθηκεύει τις τροφές. Έκοβε μόνο τα πιο τρυφερά βλαστάρια, στο μέγεθος που 'θελε, τα κατέβαζε μες στη τρύπα και τα τοποθετούσεν όμορφα-όμορφα και ταχτικά στην αποθήκη, έτσι που να μην ανάψουνε και σαπίσουν. Δε μπορούσε να βρει πιο κατάλληλο μέρος για να διοργανώσει τη ζωή του. Τριγύρω δεν υπήρχανε περιβόλια, κανένας κίνδυνος να στήσουν οι άνθρωποι παγίδες να τονε πιάσουνε. Οι γάτες αφθονούσαν μα ήτανε τοσο χορτασμένες από τις ψαροκεφαλές και τα εντόσθια που πετούσαν οι φάμπρικες, που 'χανε παρατήσει το κυνήγι από καιρό. Το έδαφος ήταν αμμουδερό, τα νερά κατασταλάζανε δίχως να σχηματίζουνε λιμνούλες. Δούλεψεν ακατάπαυστα, ώσπου γέμισε την αποθήκη του ως τα μπούνια. Έπειτα, έφτιαξε δωματιάκια για τα παιδιά που θα γεννιόντανε. Σε λίγα χρόνια, χιλιάδες μοσχοποντικοί από τη γενιά του, θα σκορπίζανε σ' όλη τη χώρα, με κέντρο την οικογενειακήν εστία που 'χε φτιάξει.
     Μα ο μοσχοπόντικας άρχισε ν' ανησυχεί όσο περνούσεν ο καιρός: ούτε μια θηλυκιά δε φάνηκε τρόγυρα. Καθότανε στην είσοδο της φωλιάς του κάθε πρωί κι έβγαζε μικρές στριγγιές, που δε τις παίρνει φυσικά τ' αφτί του ανθρώπου, μα τις ακούν οι άλλοι μοσχοπόντικοι ως βαθιά μέσα στη γη. Κι όμως ούτε μια θηλυκιά δε φανερώθηκε. Μες στην ανυπομονησία του, αποφάσισε και πήρε τον ανήφορο ψάχνοντας δεξά-ζερβά, ώσπου βρήκε μιαν άλλη φωλιά φτιαγμένη από μοσχοπόντικα. Στήθηκε στην είσοδο κι έβγαλε μια στριγγιά προκλητική. 'Ακουσε ψαχούλεμα μες στη τρύπα και του 'ρθε στα ρουθούνια η μυρωδιά της θηλυκιάς, μα ξάφνου ένας πελώριος μοσχοπόντικας, αγριεμένος, χύμηξε πάνω του και του καθίζει μια δαγκωματιά που τον έκανε να το βάλει στα πόδια, ως τη φωλιά του και να μείνει τρεις μέρες ξαπλωμένος, ώσπου να γιάνει η πληγή. Η ερωτική επιχείρηση του στοίχισε δυο δάχτυλα του μπροστινού ποδιού. Ωστόσο δεν έχασε την υπομονή του, καθότανε και στρίγγιζε μπροστά στην όμορφη φωλιά που 'χε φτιάξει, μα ούτε μια θηλυκιά δε φανερώθηκε.
     Αναγκάστηκε να φύγει από κει, να πάει αρκετά πιο πέρα, σ' ένα περβόλι με ντάλιες, όπου κάθε βράδυ στήναν οι άνθρωποι παγίδες...
...   ...   ...



2.
     Ο λόγος είν' ένα σύμβολο κι ένα χάρμα που ρουφάει ανθρώπους και τοπία, δέντρα, φυτά, φάμπρικες και κινέζικα σκυλάκια. Τότε το Αντικείμενο γίνεται ο Λόγος και ξανά πάλι το Αντικείμενο, αλλά στημονιασμένο τώρα κι υφασμένο πάνω σ' ένα σχέδιο φανταστικό. Ο Λόγος ρουφά τον Δρόμο με τις Φάμπρικες, τονε χωνεύει κι έπειτα τονε ξερνά κι ο Δρόμος τότε παίρνει τη λάμψη της πράσινης στεριάς και του πελάγου που καθρεφτίζει τα ουράνια. Ο Λη Τσογκ είναι κάτι παραπάνω από ένας κινέζος μαγαζάτορας. Έτσι πρέπει να 'ναι. Ίσως να μη βρίσκεται καλά ισορροπημένος και ν' απόμεινε μετέωρος -ένας πλανήτης ασιατικός που μια τονε συγκρατεί πάνω στη τροχιά του η έλξη του Λάο Τσε και μια τονε ξεμακραίνει από τον Λάο Τσε η κεντρόφυγη δύναμη του εμπορικού κατάστιχου και του αριθμητήριου με τις μπαλίτσες- έτσι κρέμεται μετέωρος ο Λη Τσογκ, κλωθογυρίζοντας ανάμεσα σε διάφορες πραμάτειες και φαντάσματα. Σκληρόκαρδος αν πρόκειται για κανά κουτί κονσέρβα με μπιζέλι και μαλακός αν πρόκειται για τα κόκαλα του παπού του. Γιατί ο Λη Τσογκ ανάσκαψε τον τάφο στο Κινέζικο Κοιμητήρι και ξέθαψε τα κιτρινισμένα κόκαλα και το κρανίο, που 'χε πάνω του ακόμα κολλημένα τα γέρικα γκρίζα μαλλιά. Ο Λη συσκεύασε μες σε κιβώτιο τα κόκαλα, όλα τα κόκαλα, μηριαία, κνημικά, τις ωλένες, το κρανίο καταμεσίς και τρόγυρα τους σπονδύλους και τα λεκανικά κόκαλα με τα καμπύλα παΐδια. Έπειτα μπαρκάρισε το συσκευασμένο κι εύθραυστο παπού του και τον έστειλε ν' αναπαυθεί επιτέλους στα χώματα π' αγιάσαν οι προγόνοι του.
     Το ίδιο κι ο Μακ με τα παιδιά, κλωθογυρίζουνε πάνω στη τροχιά τους. Είν' οι Αρετές, οι Χάρες κι η Ομορφιά μες στο πολυάσχολο, σωροκουβαριασμένο κι ηλίθιο Μοντερέυ, που οι φοβισμένοι και πεινασμένοι άνθρωποι χαλούνε τα στομάχια τους αγωνιώντας να εξασφαλίσουνε λίγη τροφή, άνθρωποι που διψάνε γι' αγάπη κι όμως καταστρέφουν ό,τι αξιαγάπητο υπάρχει τρόγυρά τους. Ο Μακ και τα παιδιά, είν' η Ομορφιά, οι Χάρες κι οι Αρετές. Μέσα σ' ένα κόσμο που δε τονε διαφεντεύουν οι χολιασμένοι τίγρεις, που τον αυλακώνουν με το πέρασμά τους οι μανιασμένοι ταύροι και τον εποπτεύουνε τυφλά τσακάλια, ο Μακ και τα παιδιά, τρώνε και πίνουνε διακριτικά, με συντροφιά τις τίγρεις, μερεύουνε τους μανιασμένους ταύρους, μαζεύουνε τα ψίχουλα να θρέψουνε τους γλάρους του Δρόμου με τις Φάμπρικες. Τι κι αν ο άνθρωπος κερδίσει τον κόσμον όλο κι όμως υποφέρει από γαστρικόν έλκος, έχει πρησμένο τον προστάτη και πάσχει από διπλωπία; Ο Μακ και τα παιδιά, δε πιάνονται σε δόκανα, περνάνε πλάι στη φόλα δίχως να την αγγίξουνε, ξεφεύγουν από τη θελιά κι αψηφάνε μιαν ολάκερη γενιά, παγιδεμένη, δηλητηριασμένη, δεμένη χειροπόδαρα, που ωστόσο τους προγκάει και τους αποκαλεί ανάξιους, στιγματισμένους, κακορίζικους, κλέφτες, αλήτες, παλιάνθρωπους.
     Ο πατήρ ημών ο εν τη φύσει, που χαρίζει ζωή στον αγριόγατο και στο κοινό ποντίκι, στη μύγα, στην αράχνη και στο σκόρο, πρέπει να 'χει μιαν άπειρη και παντοδύναμην αγάπη για τους κηλιδωμένους, για τους ανάξιους και τους αλήτες, για τον Μακ και τα παιδιά. Αρετές, χάρες, τεμπελιά και μια ζωή με ουσία. Πάτερ ημών ο εν τη φύσει.
...   ...   ...




8.
     Τον Απρίλη του 1932, το μεγάλο καζάνι της Μεγάλης Φάμπρικας χάλασε για τρίτη φορά μέσα σε δυο βδομάδες και τότε το συμβούλιο της εταιρείας -το αποτελούσαν ο κ. Ράντολφ και μια στενοδακτυλογράφος- αποφάσισε πως συμφέρει πιο πολύ ν' αγοράσουν ένα καινούργιο παρά να σταματά κάθε τόσο η δουλειά. Σαν έφτασε το νέο καζάνι, μεταφέρανε το παλιό στο αδειανό γήπεδο, που βρίσκεται ανάμεσα στο Εστιατόριο του Σημαιοφόρου και του Λη Τσογκ το μαγαζί. Το αποθέσαν εκεί πάνω σε τραβέρσες, για να μείνει μέχρι ν' αποφασίσει για τη τύχη του ο κ. Ράντολφ. Βγάλανε μόνο τις σωληνώσεις για ν' αντικαταστήσουν μ' αυτές, άλλες φθαρμένες, στις μηχανικές εγκαταστάσεις της Φάμπρικας. Το καζάνι έμοιαζε τώρα μ' ατμομηχανή του παλιού καιρού, που της αφαιρέσανε τις ρόδες. Είχε μπροστά μια μεγάλη πόρτα και στο πλάι μια μικρότερη για τη φωτιά. Με το καιρό, κοκκίνισε από τη σκουριά, ψηλώσαν οι μολόχες γύρω του θρεμμένες από τη σκουριά που ξεφλουδούσε και λίπαζε τη γη. Μια ανθισμένη μυρτιά σκαρφάλωσε στα πλάγια και μοσχοβολούσε τρόγυρα ο δυόσμος. Κάποιος πέταξε κει χάμω μια ρίζα από μανόλια. Το δέντρο με τα σαρκώδη φύλλα ψήλωνε ολοένα και τα μεγάλα του λευκά λουλούδια γέρνανε πάνω από τη πορτούλα του καζανιού, σκορπώντας μες στη νύχτα μιαν ευωδιάν ερωτική, που ανατάραζε τα σπλάχνα. Μιαν αλλόκοσμη ευωδιά, γλυκιά και λιγωμένη.



     Το 1935 ο κ. κι η κ. Σαμ Μάλοου μετακομίσανε μες στο καζάνι. Το διαμέρισμα ήταν ευρύχωρο και προφυλαγμένο. Η αλήθεια είναι πως για να μπει κανείς, έπρεπε να σουρθεί με τη κοιλιά, μιας κι έμπαινε όμως, χωρούσε να σταθεί ορθός καταμεσίς κι ήτανε πολύ όμορφα κει μέσα, ζεστά και δίχως υγρασία. Φέρανε κι ένα στρώμα, το ζορίσανε να περάσει από τη πορτούλα κι έτσι εγκατασταθήκανε για τα καλά. Ο κ. Μάλοου ένιωθε πολύ ευτυχισμένος με τη καινούργια κατοικία, το ίδιο κι η κ. Μάλοου για κάμποσο καιρό.
     Λίγο πιο κει από το καζάνι, βρισκόντανε και κάτι πελώριοι σωλήνες, ίδιοι μικρά τουνέλια και τούτοι από τη Μεγάλη Φάμπρικα. Στο τέλος του 1937 τα γριγιά πιάσανε πολύ ψάρι, όλες οι φάμπρικες δουλεύανε στα γιομάτα, ήρθανε κι άλλοι εργάτες απ' άλλα μέρη κι έτσι παρουσιάστηκε μεγάλη έλλειψη από κατοικίες. Τότε ο κ. Μάλοου είχε την έμπνευση να νοικιάζει τους σωλήνες στους εργένηδες, το νοίκι που τους ζητούσεν ήτανε πολύ μικρό. Έφτιαξε χωρίσματα με πισσόχαρτο και με ύφασμα και τους μεταμόρφωσε σ' αναπαυτικά διαμερισματάκια, ίδιες κουκέτες καραβιού. Μόνο που όσοι είχανε τη συνήθεια να κοιμούνται καθιστοί έπρεπε ή να την αλλάξουν ή ν' αλλάξουνε κατοικία. Μερικοί παραπονεθήκανε πως τους ενοχλούσανε τα ροχαλητά έτσι που αντιλαλούσαν μες στους σωλήνες και τους εμποδίζανε να κοιμηθούνε. Γενικά όμως ο κ. Μάλοου ήταν ευχαριστημένος με τη δουλίτσα που 'χε σκαρώσει και με τα λεφτάκια που κέρδιζε.
     Κι η κ. Μάλοου ήταν ευχαριστημένη, μα όταν ο σύζυγος έγιν' επιχειρηματίας κι ιδιοκτήτης, άρχισε πια ν' αλλάζει. Πρώτα-πρώτα κουβάλησεν ένα μικρό χαλάκι, έπειτα έφερε μαστέλο και μια λάμπα με πολύχρωμο μεταξωτό αμπαζούρ. Μια μέρα, σύρθηκεν όπως πάντα με τη κοιλιά μες στο καζάνι, σηκώθηκεν ορθή και λέει λίγο λαχανιασμένη:
 -"Στου Χόλμαν πουλούνε μ' έκπτωση μπερντέδες από αληθινή νταντέλα, με κρόσια πράσινα και τριανταφυλλιά, το ζευγάρι ένα δολάριο κι εννενηνταοχτώ σέντσια, μαζί με το κοντάρι".
     Ο κ. Μάλοου ανακάθησε πάνω στο στρώμα.
 -"Μπερντέδες; Στο Θεό σου, τί θα τους κάνεις τους μπερντέδες";
 -"Μ' αρέσουνε τα όμορφα πράματα", είπεν η κ. Μάλοου. "Πάντα μ' άρεσε να στολίζω το σπιτικό για να το βρίσκεις όμορφο".
     Τα χείλια της τρέμανε σα να 'θελε να κλάψει.
 -"Αγάπη μου", της φώναξε ο Σαμ, "μπερντέδες; Γιατί όχι; Μ' αρέσουνε κι εμένα οι μπερντέδες".
 -"Μόνον ένα δολάριο κι εννενηνταοχτώ σέντσια", επανάλαβε η κ. Μάλοου με τρεμουλιαστή φωνή. "Τσιγκουνεύεσαι για ένα δολάριο κι εννενηνταοχτώ σέντσια"; κι όλο ρουφούσε τη μύτη κι αναδευότανε το στέρνο της.
 -"Δε τσιγκουνεύομαι", της λέει ο κ. Μάλοου, "μόνο πες μου, αγάπη μου, για όνομα του Χριστού, τί σου χρειάζονται οι μπερντέδες; Δεν έχουμε παράθυρα να τους κρεμάσεις".
     Η κ. Μάλοου έμπηξε τα κλάματα κι ο Σαμ τη κράταγε στην αγκαλιά του και τη παρηγορούσε.
 -"Αχ", έλεγε μ' αναφυλλητά, "ποτέ οι άντρες δε μας νιώθουνε, ποτέ δε μπαίνουνε στη θέση μας, ποτέ τους δε μας νιώθουνε..."
     Κι ο Σαμ κειτότανε πλάι της κι όλο της χάιδευε τη πλάτη, όλο τη χάιδευε, όλο τη χάιδευε ώσπου τη πήρε ο ύπνος.
...   ...   ...




16.
     Ίσως ποτέ ως τώρα τα κορίτσια της Ντόρας να μην είχανε τόση πολλή δουλειά, όσο το Μάρτη τούτο, που πετύχαν οι καλάδες και γυρίσανε πίσω τα γριγριά μ' άφθονη σαρδέλα. Δεν ήτανε μόνο που το ψάρι κυλούσε σα το ασήμι όπως κυλούσε και το χρήμα. Ήρθε κι ένα καινούργιο σύνταγμα κι όλο και κάτι ψωνίζαν οι φαντάροι, ώσπου να εγκατασταθούν οριστικά. Μόνο που τύχαν αναποδιές στη Ντόρα, τώρα που ίσια-ίσια έπεσε δουλειά και δε πρόφταινε τη πελατεία: η Εύα Φλάνεγκαν πήρεν άδεια και πήγε στο Σαιντ Λιούις, η Φύλις Μάυ έσπασε το πόδι της βγαίνοντας από το καράβι στο Σάντα Κρουζ κι η Έλση Δίκολη δεν ήταν άξια για τίποτα, της έλειπε το κέφι για τη δουλειά τώρα, που βάλθηκε να ..."νηστέψει" ολάκερο εννιάμερο. Οι ψαράδες -το τσούρμο από τα γριγριά- μπαινοβγαίνανε στο Σπίτι όλο τ' απόγιομα με τις τσέπες τους γεμάτες λεφτά. Μπαρκάρουνε το σούρουπο και δουλεύουν ολονυχτίς, έτσι τους απομένει μόνο τ' απόγιομα για να διασκεδάσουνε. Το βράδι έρχονταν οι φαντάροι από το καινούργιο σύνταγμα, παίζανε τ' οργανέτο, πίνανε Κόκα-Κόλα και παίρνανε τα κορίτσια -όλα τούτα βερεσέ, ώσπου να πλερωθούνε το βδομαδιάτικο. Η Ντόρα είχε πάλι φασαρίες με τα φορολογικά, μπερδεμένη στο παράδοξο τούτο γρίφο: ο νόμος να θεωρεί το επάγγελμά της παράνομο κι ωστόσο να τη φορολογεί γι' αυτό. Κοντά στους άλλους ήτανε κι οι ταχτικοί πελάτες, οι μόνιμοι πελάτες που συχνάζανε στο Σπίτι της από χρόνια, οι εργάτες που δουλεύανε στα νταμάρια, οι καβαλάρηδες από τα βουκολιά, οι σιδηροδρομικοί -αυτοί μπαίνουν από τη κύριαν είσοδο- κι οι ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι κι οι κυριότεροι έμποροι της πόλης, που μπαίναν από τη πίσω πόρτα κι είχανε στη διάθεσή τους ιδιαίτερα σαλονάκια ντυμένα με κρετόνι.

     Ένας τρομερός μήνας, όπως και να το πάρεις κι ίσια-ίσια, μαζί με τ' άλλα, έπεσε κι επιδημία γρίπης. Απλώθηκε σ' όλη τη πόλη. Την έπαθε η κυρία Τάλμποτ κι η κόρη της, κι οι δυο τους στο ξενοδοχείο Σαν Κάρλος. Την έπαθε κι ο Τομ Γουόρι. Την έπαθε κι ο Μπέντζαμιν Πίμποντι κι η γυναίκα του. Επίσης κι η εξοχότητά της η Μαρία Αντόνια Φιλντ, κρεβατώθηκε κι όλη η οικογένεια Γκρος. Οι γιατροί του Μοντερέυ -μ' όλο που ήταν αρκετοί για τις συνηθισμένες αρρώστιες, για τα δυστυχήματα και τις νευρασθένειες- κοντεύανε να τρελαθούνε. Τους έπνιγε δουλειά και δε προφταίνανε τη πελατεία τους που, κι αν υποθέσουμεν ακόμα πως άφηνε το λογαριασμόν απλήρωτο, είχε τουλάχιστον αρκετά λεφτά για να πληρώσει. Ο Δρόμος με τις Φάμπρικες, που οι κάτοικοί του είν' από ράτσα πιο γερή, άργησε να τη πάθει, ωστόσο την άρπαξε κι αυτός στο τέλος. Τα σκολειά κλείσανε, δεν απόμεινεν οικογένεια που να μην αρρωστήσουν όλοι, τα παιδιά κι οι γονιοί. Η επιδημία δεν ήτανε θανατερή, όπως στα 1917, μα είχε μια τάση να προσβάλει τους μαστοειδείς αδένες των παιδιών. Οι γιατροί δε ξέρανε ποιόν να πρωτοκοιτάξουνε κι εξάλλου, ο Δρόμος με τις Φάμπρικες δεν είχε φήμη καλοπληρωτή.
     
Ο Δόκτορας του Βιολογικού Εργαστηρίου δεν είχε το δικαίωμα να εξασκεί το επάγγελμα του γιατρού. Δεν ήταν όμως δικό του φταίξιμο αν όλοι από τη γειτονιά έρχονταν να του ζητήσουνε συμβουλή. Δίχως να το καταλάβει, βρέθηκε μπλεγμένος στην υπόθεση, έτρεχε από χαμώγι σε χαμώγι να θερμομετρά τους αρρώστους, να τους πηγαίνει γιατρικά, να δανείζεται κουβέρτες από τον ένα για τον άλλο, να κουβαλά φαγητό από σπίτι σε σπίτι, να περιποιέται τα παιδιά που του εμπιστευόντουσαν οι μανάδες με τα πυρετιασμένα μάτια, που τονε κοιτούσανε μ' ευγνωμοσύνη. Μα δεν είχε δέκα χέρια κι αναγκαζότανε πότε-πότε να τηλεφωνεί για να 'ρθει κανάς γιατρός, σαν ήταν επείγουσα η περίσταση -και για τις οικογένειες ήταν επείγουσες όλες οι περιστάσεις. Ο Δόκτορας δεν έβρισκεν ώρα να κοιμηθεί, τρεφόταν με μπίρα και σαρδέλες του κουτιού. Μια μέρα που πήγε στου Λη Τσογκ το μαγαζί για ν' αγοράσει μπίρα, αντάμωσε τη Ντόρα που ψώνιζεν αγκράφες.
 -"Φαίνεσαι κουρασμένος" του 'πεν εκείνη. Ο Δόκτορας το παραδέχτηκε:
 -"Πραγματικά, είμαι κουρασμένος. Δεν έκλεισα μάτι ολάκερη βδομάδα".
 -"Το ξέρω", αποκρίθηκεν η Ντόρα. "Μαθαίνω πως η επιδημία πάει άσκημα. Μας ήρθε και σε πολύ κακήν εποχή".
 -"Τουλάχιστον δε πέθανε κανείς ως τώρα. Μα μερικά παιδιά είναι πολύ βαριά, όλα τα παιδιά του Ράνσελ πάθανε μαστοειδίτιδα".
 -"Μπορώ να βοηθήσω σε τίποτα;" ρώτησε τον Δόκτορα η Ντόρα.
 -"Και βέβαια μπορείς. Ο κόσμος είναι τρομαγμένος, βρίσκεται σ' απελπισία. Να, πάρε τους Ράνσελ, δεν έχουνε κανένα να τους βοηθήσει, να τους παρηγορήσει. Αν μπορούσες εσύ ή κάποιο από τα κορίτσια σου να τους κρατήσει λίγη συντροφιά; Αυτό θα 'τανε κάτι..."
     Η Ντόρα ήτανε πονόψυχη στο βάθος, μ' όλο που όταν το καλούσεν η ανάγκη γινότανε πιο σκληρή κι από τ' ατσάλι. Πήγε στο Εστιατόριο του Σημαιοφόρου (Σπίτι) και τα διοργάνωσεν όλα. Έβαλε τον γραικό μάγερα να φτιάξει ένα καζάνι σούπα με ζουμί και του παράγγειλε να 'ναι γεμάτο το καζάνι. Τα κορίτσια θέλανε να κοιτάξουνε τη δουλειά τους, μα τις ανάγκαζε να πηγαίνουνε στα σπίτια για να περιποιούνται τους αρρώστους -κι όπου πηγαίνανε φέρνανε μαζί τους κι ένα κανάτι σούπα. Συμβουλευότανε τον Δόκτορα κι έστελνε τα κορίτσια στα σπίτια που 'χανε τη μεγαλύτερην ανάγκη. Και σ' όλο τούτο το διάστημα, η δουλειά στο Εστιατόριο του Σημαιοφόρου είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Το οργανέτο δε σταματούσε να παίζει. Το τσούρμο από τις ψαρόβαρκες καθώς κι οι φαντάροι κάναν ουρά. Τα κορίτσια μόλις τελειώνανε τη δουλειά τους παίρναν ένα κανάτι σούπα και τρέχανε πότε στους Ράνσελ, πότε στους Μακάρθι, πότε στους Φέρια. Πολλές φορές που μέναν να φυλάγουνε τα παιδιά, τις έπαιρνεν ο ύπνος πάνω στη καρέκλα. Πάψανε πια να βάζουνε φτιασίδι για την ώρα της δουλειάς. Δεν ήταν ανάγκη. Ακόμα κι η Ντόρα είπε πως θα 'τανε στο χέρι της, αν ήθελε να 'χει όλους τους αρσενικούς από τα σπιτικά που πήγαινε. Τα κορίτσια του Εστιατορίου του Σημαιοφόρου δε θυμόντουσαν να τους είχε πέσει τόση δουλειά, άλλοτε. Όλοι χαρήκαν ωστόσο σα πέρασεν η επιδημία.

...   ...   ...

(τέλος αποσπασμάτων Εκδόσεις Οδυσσέας 1978, Απόδοση Κοσμά Πολίτη)

Πηγή: Περι...γραφής