Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

ΠΩΛ ΕΛΥΑΡ (PAUL ELUARD)




ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΧΡΥΣΟΥ

Σαν κοιταζόμαστ’ εμείς
Σεντόνια σπιθοβολούν χιονιού
Κάτω από τον ήλιο που όλο και ζυγώνει

Παράθυρα ανοίγουν τις αγκάλες τους
Σ’ όλο το μέγα μάκρος της οδού της καλοσύνης
Ανοίγονται χέρια και πουλιά
Ανοίγονται μέρες ανοίγονται νύχτες
Και των παιδικών χρόνων τ’ αστέρια
Στις τέσσερεις γωνιές του απέραντου ουρανού
Από μεγάλη ανάγκη τραγουδάνε σιγανά

Σαν κοιταζόμαστ’ εμείς
Ο φόβος αφανίζει το φαρμάκι δια παντός
Σβήνει στο δροσερό χορτάρι απάνω

Οι βάτοι μέσα στους νεκρούς ναούς
Τραβάν έξω απ’ τον ριζοβολημένον ίσκιο
Τους ζέοντες άλικους και μελανούς καρπούς τους
Το κρασί της αφρισμένης γης
Πνίγει στο απόγειο της πτήσης τους τις μέλισσες
Και οι χωρικοί αναθυμούνται τότε
Χρόνια που ’χαν τις σοδειές τις πιο γεμάτες

Σαν κοιταζόμαστ’ εμείς
Τις φλέβες της πιάνει και χαράζει η απόσταση
Και των νερών το φούσκωμα όλους τους γιαλούς αγγίζει

Οι λέαινες οι περιστέρες οι ελαφίνες
Στον καθαρόν αγέρα τρέμοντας κοιτάζουν που γεννιέται
Τ’ όμοιό τους σαν την άνοιξη
Και η άφθονη γυναίκα και μητέρα
Τη ζωή στην ασωτεία συντονίζει
Αλλάζει ο κόσμος χρώμα
Η γέννηση με την απουσία εναλλάσσεται

Σαν κοιταζόμαστ’ εμείς
Οι τοίχοι φλέγονται όλοι από παλιά ζωή
Οι τοίχοι φλέγονται όλοι από ζωή καινούργια

Η κλίνη της φύσεως έξω
Έχει στρωθεί καλά με αθωότητα
Λυκόφωτος ο ουρανός και λούζει
Τη λυγμική και μειδιώσα
Μορφή της μουσηγέτιδος
Πάντοτε γυμνότερη εκείνη σκλάβα και άνασσα
Φυλλώματος διηνεκούς και εσαεί

Όποτε κοιταζόμαστ’ εμείς
Εσή η λυμφατική ο ζοφερός εγώ
Η όραση είν’ ολούθε αύρας πνοή και πόθου

Που ζωογονεί το πρώτο και το ύστατο όνειρο.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής