Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΜΕ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ


Μέσα μου γίνεται μια μάχη. Ψάχνω να βρω μια στάλα ηρεμίας, μια ελπίδα για να μπορώ να συνεχίσω. Γύρω μου ένα χάος από διάφορους θορύβους. Η χύτρα να σφυρίζει δυνατά, οι φωνές των παιδιών που τσακώνονται, τα ουρλιαχτά τους, τα μηχανάκια να περνάνε μαρσάροντας δαιμονισμένα... όλα αυτά να μου δημιουργούν ρίγη ταραχής. Οι άσχετες ερωτήσεις του τύπου "μήπως είδες τις κάλτσες μου;" να συμπληρώνουν την αφόρητη ατμόσφαιρα και την κακή μου διάθεση. Σηκώνομαι, ανακατεύω τη σάλτσα που βράζει στην άλλη κατσαρόλα, χαμηλώνω τη φωτιά και παίρνω στα χέρια μου ένα λευκό χαρτί. Σχεδιάζω με απότομες μολυβιές κάτι πάνω του και αρχίζω με περίτεχνο τρόπο να το διπλώνω. Όταν τελειώνω το δίπλωμα το χαρτί έχει μεταμορφωθεί σε ένα κύβο που μοιάζει με σπίτι δίχως στέγη. Όμως εκτός από τη στέγη κάτι ακόμη του λείπει. Παίρνω ξανά το μολύβι και σχεδιάζω μια πόρτα. Ένα ακόμη ουρλιαχτό με επαναφέρει στη σκληρή πραγματικότητα αλλά ταυτοχρόνως με τρομάζει. Αναπηδώ και πέφτω με δύναμη πάνω στο χάρτινο δημιούργημά μου. Αντί όμως να διαλυθεί και να γίνει πάλι ένα επίπεδο χαρτί, με ...τραβάει μέσα του. Η πόρτα ανοίγει ελαφρά κι εγώ γλιστράω μέσα στο σπίτι χωρίς στέγη που σχεδίασα. Και... βρίσκομαι αλλού. 

Γύρω μου πολλά χρώματα. Ήχος κανείς. Εγώ ξυπόλητη με κατάλευκα πόδια και το αγαπημένο μου μακρύ φόρεμα, λευκό κι αυτό. Στα χέρια μου ένα κόκκινο μακρύ μαντήλι. Στις άκρες του έχει κεντημένες χάντρες, τρυφερό ενθύμιο μητρικής αγκαλιάς. Μέσα σ' αυτή την πανδαισία χρωμάτων, μοιάζω άυλη μέσα στο λευκό μου φόρεμα. Το πιο μαγικό όμως απ' όλα, είναι η απόλυτη ησυχία. Ήρθε απροσδόκητα και μου είναι πολύτιμη. 
Ο χώρος γύρω μου, δεν μοιάζει με κανέναν γνωστό χώρο, της φύσης ή των ανθρώπων. Είναι ένας χώρος χωρίς διαστάσεις, χωρίς αρχή και τέλος. Ένας χώρος όπου τα χρώματα προκύπτουν από αόρατες πηγές, μαγικές. Ένας χώρος όπου επικρατεί απόλυτη γαλήνη και οι διαστάσεις είναι ρευστές, ακαθόριστες. 






Περπατώ λίγο με τα γυμνά μου πόδια μα στέκομαι αμήχανη γιατί δεν ξέρω προς τα πού να πάω. Δεν υπάρχουν δρόμοι, κατευθύνσεις, προορισμοί και περιορισμοί. Τότε μου 'ρχεται μια ιδέα. Ξαπλώνω στο δάπεδο και κλείνω τα μάτια. Αμέσως, αρχίζω να στροβιλίζομαι, τα πόδια μου τραντάζονται από την ορμή της κίνησης και το φόρεμα θροΐζει στον αέρα που δημιουργεί η ταχύτητα της περιστροφικής μου κίνησης. Τα πέλματα των ποδιών κινούνται, τα δάχτυλα κατευθύνονται προς τα πάνω και δημιουργούν άθελά τους έναν έλικα που γυρνάει παρασυρόμενος από την περιστροφή. Ο συνδυασμός αυτός έχει σαν αποτέλεσμα να ξεκολλήσω από το έδαφος και να αρχίσω να πετάω. Κι ανεβαίνω και τα δάχτυλα των ποδιών προσπαθούν απεγνωσμένα να συγκρατήσουν την ορμητική μου κίνηση χωρίς επιτυχία. Ώσπου στο τέλος βρίσκομαι στατική σε ένα απίθανο ύψος. Σταματώ για δέκατα του δευτερολέπτου και αμέσως μετά ξεκινάω την ελεύθερη πτώση μου. Δεν τρομάζω γιατί το μακρύ φόρεμα εκτελεί μαγικά, χρέη αλεξίπτωτου, κι έτσι φτάνω ξανά στο έδαφος σώα και αβλαβής. Τα πόδια διεγερμένα από την υπέροχη πτήση αγκαλιάζουν το ένα το άλλο, λυγίζουν και κουλουριάζονται κάτω από το ύφασμα του φορέματος. 

Ένα σφύριγμα με επαναφέρει βίαια, στην πεζή καθημερινότητα.

Ανοίγω τα μάτια και κοιτάζω γύρω μου. Στα χέρια μου έχω τον μικρό χάρτινο κύβο, "το κουτί με τα όνειρα" αυτό γράφει στη μια του πλευρά. Γύρω μου οι ατμοί της χύτρας θολώνουν την ατμόσφαιρα και οι φωνές που με περικυκλώνουν δραματικά, θολώνουν το μυαλό μου. Σηκώνομαι λίγο ζαλισμένη, κλείνω το μάτι της κουζίνας και ανεβαίνω τις σκάλες τρέχοντας. Και τι παράξενο! Δεν φοράω παπούτσια ούτε τα ρούχα που φορούσα πριν μπω στο μαγικό κουτί. Είμαι ξυπόλητη και με τυλίγει το αγαπημένο μου λευκό φόρεμα! Γύρω μου μια υπέροχη σιωπή.

© Silena
5/11/2012