Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

ΑΔΙΚΙΑ

Είναι άδικο, είπε εκείνη. 
Είναι φυσικό, σκέφτηκε εκείνος.

Είχε μια συγκεχυμένη εικόνα περί αδικίας. Μια εικόνα που έμοιαζε με το μάλωμα ή την τιμωρία όταν ήταν παιδί. Και τότε θυμήθηκε πως όταν την μάλωναν, πήγαινε και κλεινόταν στην παλιά αποθήκη και δε μιλούσε σε κανέναν για πολλές μέρες. 
- Άφησέ τη, έλεγε ο πατέρας. Είναι πεισματάρα.
- Αύριο θα της έχει περάσει, συμπλήρωνε η μητέρα.



Μα δεν της περνούσε. Κι έρχονταν οι φίλες της και οι φίλοι της να τη δουν εκεί μέσα στην παλιά αποθήκη. Το πρόσωπό της ήταν βρώμικο από τα δάκρυα και τα χώματα. Κι έτσι όπως χτυπούσε με θυμό τα ξυπόλητα πόδια της στο χώμα, σήκωνε σύννεφο σκόνης. Τα δάχτυλα των ποδιών της πονούσαν και οι φτέρνες της είχαν μελανιές από την κρούση πάνω στο χωμάτινο δάπεδο. 

Οι φίλοι και οι φίλες της προσπαθούσαν να της φτιάξουν τη διάθεση. Της μιλούσαν πολύ, κι όλες οι κουβέντες τους για την αδικία ήτανε. Έλεγε ο καθένας πώς τη βλέπει και πώς τη νιώθει στην ψυχή και στο κορμί του.





Η Αννέτα την αδικία την έβλεπε σαν μια μεγάλη πέτρα που κάθεται πάνω στην καρδιά και σε πλακώνει. Κι όσο πιο αγαπημένος αυτός που σε αδίκησε, τόσο μεγαλύτερη η πέτρα. 
- Μα βρίσκεις κάποια στιγμή το θάρρος, είπε η Αννέτα, να ξεκολλήσεις την πέτρα απ' το στήθος σου και να την πετάξεις μακριά. Το τζάμι σπάει κι έτσι αποδίδεται δικαιοσύνη!
Ίσως γι' αυτό η Αννέτα έγινε δικηγόρος, σκέφτηκε εκείνη μα δεν είπε τίποτα.

Ο Γιώργος, είχε άλλη άποψη.
-Η αδικία, έλεγε, είναι σαν φάρμακο με ωραία γεύση. Στο δίνουν για να γίνεις καλά, να διώξεις τις φανταστικές εικόνες και να προσγειωθείς έστω και βίαια, στη σκληρή πραγματικότητα. Κι έτσι, πίνεις το φάρμακο που έχει τη γεύση κερασιού, δεν διαμαρτύρεσαι γιατί είναι για το καλό σου και το άλλο πρωί ξυπνάς και δεν έχεις πια όνειρα. 



Η Έλλη την αδικία τη φανταζόταν σαν σπασμένο καθρέφτη. 
- Εκεί μέσα βλέπεις τους πολλούς εαυτούς σου, τα πολλά σου πρόσωπα. Το λυπημένο, το θυμωμένο, το αγχωμένο, αλλά και το χαρούμενο, το ευτυχισμένο, το ενθουσιασμένο. Ένα σε κάθε κομματάκι του καθρέφτη. Κι αν κάνεις λίγο πιο πίσω βλέπεις όλα τα πρόσωπά σου, μαζί. Μα ο καθρέφτης δεν ξανακολλάει κι έτσι είσαι υποχρεωμένος να ζεις μ' αυτόν κι όλα σου τα πρόσωπα (ακόμη κι αυτά που σιχαίνεσαι!) μαζί.



Ο Άγγελος, ο καλύτερός της φίλος, την αδικία την έβλεπε σαν ένα σκοτεινό και βαθύ πηγάδι.
- Αν πέσεις μέσα, έλεγε, κανείς εκτός από τον εαυτό σου, δεν μπορεί να σε βγάλει. Αν σκάψεις, ματώσεις τα νύχια σου, βρεις τον τρόπο κι ανεβείς και βγεις από κει, δεν θα 'σαι πια ο ίδιος. Θα έχεις για πάντα μια σκιά στο βλέμμα.

Εκείνη νιώθει τώρα αδύναμη. Τα δάκρυα κυλάνε ασταμάτητα στα μάγουλά της κι όταν κουράζεται από το κλάμα, γέρνει κι αποκοιμιέται χωρίς όνειρα.  Κι οι μέρες κυλάνε, ίδιες όλες κι η ψυχή της αδειάζει. 

Μα έρχεται κάποια μέρα που ξυπνάει κι όλα είναι διαφορετικά. Όλα όσα την πόνεσαν και την πλήγωσαν έχουν ξεθωριάσει. Έχουν ξεφτίσει και κρέμονται, κλωστές στον άνεμο οι μνήμες. Σήμερα είναι ευδιάθετη και χαμογελαστή. Τραγουδάει και κοιτάζει τον ήλιο με άλλα μάτια. 

Βλέπετε, ακόμη και οι αδικίες λυγίζουν. Εκμηδενίζονται μπροστά στην αναγκαιότητα της χαράς και από κείνη ακριβώς τη στιγμή μπορείς να δεις τον πάτο του πηγαδιού και να μην ξαναπείς τη λέξη αδικία. Γιατί άδικο έχει κι αυτός που αρπάζει το πορτοκάλι απ' το χέρι σου, μα άδικο έχεις κι εσύ που τον άφησες να πεινάσει. 

Κι όπως έλεγε και η γιαγιά της, τα νομίσματα έχουν ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ δυο πλευρές!

© Silena
11/11/2012