Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟς ΜΗΝΑς ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ


Βαδίζω και κοιτάζω. Πρώτα, τα γυμνά μου πόδια πάνω στα ξερά φύλλα. Το τοπίο, φθινοπωρινό, με ήχους άνυδρους και κοφτούς. Προκαλούν ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά μου αυτοί οι ήχοι. Τα δέντρα χλωμά, μαραμένα, μου φέρνουν θλίψη. Αναζητάω ξανά τους χυμούς τους, τ’ αρώματα, τα χρώματα, την κίνησή τους. Ανάμεσα στα ξερά φύλλα, στα ερημωμένα κλαδιά, στα ανήσυχα δειλά ξεμυτίσματα του φωτός, τα πόδια μου πληγώνονται και πληγώνουν μαζί. 

Άνιση η μάχη με τη μοναξιά, άμορφη, χωρίς περιγράμματα. Χωρίς ούτε ένα όριο ελπίδας. Τα πέλματά μου αφήνουν ματωμένα ίχνη κι ένα καλοκαίρι να συνθλίβει τα όνειρα πίσω του.


Παλιά μου άρεσε αυτή η παλέτα σε όλες τις αποχρώσεις του πορτοκαλί, του κίτρινου, του κόκκινου. Μου άρεσε αυτό το φθινοπωρινό πανηγύρι της φύσης, μεγάλωνε την προσμονή μου, δημιουργούσε νέες εικόνες, φρέσκες πάνω σε ξερά φύλλα!
Φρέσκες πάνω σε ξερά φύλλα...


Τώρα δεν αγαπάω πια το τρίξιμο των φύλλων, δεν αγαπάω τη χλωμάδα του πρωινού. Δεν αγαπάω τους μοναχικούς περιπάτους, ούτε και το ολόγιομο φεγγάρι. Φοβάμαι να κοιμηθώ, μήπως κι ονειρευτώ. Αγωνία εικόνων, πλασματικών ξυπόλητων εικόνων.

Κάθομαι στον κορμό και κοιτάζω. Πρώτα τα γυμνά μου πόδια κι έπειτα τα πουλιά. Να φεύγουν. Στο στόμα μου έχω τη γεύση του παραμυθιού, στα χέρια μου όμως τα σημάδια από το γκρέμισμά του. Έλα λοιπόν, μου λέει μια φωνή, έλα, διάλεξε πλευρά.


Στέκομαι κι ανασαίνω, μόνον αυτό. 

Κάπου κάπου απλώνω τα χέρια να πιάσω τις μικρές σταγόνες του χρόνου να τις πετάξω ψηλά να σπάσουν. Ανάμεσα στα ξερόκλαδα να διαλυθούν.
Στέκομαι κι ανασαίνω σιωπή, μόνον αυτό.

© Silena
1/11/2012