Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

TENNESSEE WILLIAMS

Suddenly, Last Summer
ΞΑΦΝΙΚΑ ΠΕΡΣΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Μετάφραση: ΜΑΡΙΟΣ ΠΛΩΡΙΤΗΣ
Μονόπρακτο: Εικόνα Τέταρτη. 

Η Κάθρην στο γιατρό



Σ’  έναν αποκριάτικο χορό κάποιος...  κάποιος νέος...  ο καβαλιέρος μου... μέθυσε τόσο πολύ που δε μπορούσε να σταθεί στα πόδια του 
(Αφήνει ένα σύντομο, άκεφο γελάκι)
... Αποφάσισα να γυρίσω σπίτι. Το παλτό μου ήταν στο βεστιάριο... 
Τη μάρκα την είχε εκείνος... έψαξαν στις τσέπες του και δε μπορούσαν να τη βρουν...  
Είπα: «Ω, ας πάει στο διάολο το παλτό»!
... Ξεκίνησα να βρω ένα ταξί. 
Κάποιος μ’  άρπαξε απ’  το μπράτσο και είπε : «Θα σας πάω εγώ σπίτι σας». Έβγαλε το σακάκι του,  καθώς φεύγαμε απ’  το ξενοδοχείο και τύλιξε τους ώμους μου, και τότε τον κοίταξα και...
Δεν ήξερα, πρώτη φορά τον είδα κείνη τη στιγμή... αλήθεια! 
Μ’ έβαλε στ’ αυτοκίνητό του, για να με πάει σπίτι, αλλά με πήγε πρώτα σ’  ένα άλλο μέρος! 
Σταματήσαμε κοντά στις αγριοβαλανιδιές, ξέρετε... 
Ρώτησα: «Γιατί σταθήκατε ;» Δε μου αποκρίθηκε, μόνο έβγαλε ένα σπίρτο κι άναψε το τσιγάρο του... τον κοίταξα και κατάλαβα «γιατί στάθηκε».... 
Θαρρώ βγήκα απ’ τ’ αυτοκίνητο πριν αυτόν και τρέξαμε πάνω στο νοτισμένο γρασίδι κατά τις μεγάλες βαλανιδιές, που χάνονταν μέσα στην καταχνιά... τρέξαμε σαν κάποιος από κει πάνω να μας φώναζε βοήθεια!... 
Τον έχασα... Με πήγε σπίτι και μου είπε κάτι απαίσιο: «Ας ξεχάσουμε ό,τι έγινε», είπε, «η γυναίκα μου είναι έγκυος και στο σπίτι... 
Έκατσα λίγο και σκεφτόμουνα και ξαφνικά φώναξα ένα ταξί και γύρισα πίσω στο ξενοδοχείο. Ο χορός δεν είχε τελειώσει ακόμα. Νόμιζα πως είχα γυρίσει για να πάρω το παλτό μου... ήταν δανεικό... 
Αλλά όχι. Γύρισα για να κάνω μια σκηνή καταμεσίς στην πίστα... ναι... δε σταμάτησα στο
βεστιάριο... έτρεξα ίσια στην αίθουσα του χορού και τον είδα στην πίστα και χίμηξα απάνω του και τον χτύπησα μ’ όλη μου τη δύναμη στο πρόσωπο και στο στήθος με τις γροθιές μου,  ώσπου... ο ξάδερφος Σεμπάστιαν με πήρε και φύγαμε...  
Ύστερα απ’ αυτό, την άλλη το πρωί άρχισα να γράφω το ημερολόγιό μου στο τρίτο πρόσωπο. να έτσι : «Ζει ακόμα σήμερα το πρωί»,  κι ήθελα να πω  «Ζω ακόμα...». «Τι άλλο την περιμένει ; Ένας Θεός ξέρει!» 
...Δε μπορούσα πια να βγω έξω... 

Ωστόσο, ένα πρωί, ο Σεμπάστιαν ήρθε στην κάμαρά μου και μου είπε : «Σήκω!».
... Γιατρέ, άμα ζεις ακόμα, ύστερ’ από το θάνατό σου, κάνεις ό,τι και να σου πουν.
... Σηκώθηκα. 






Με πήγε κάτω στην πόλη σ’ ένα μέρος όπου βγάζουν φωτογραφίες για διαβατήρια. 
Είπε : «Η μαμά δε μπορεί να ταξιδέψει μαζί μου, αυτό το καλοκαίρι. Θα ’ρθεις εσύ μαζί μου εφέτος αντί για τη μητέρα».  
Αν δε με πιστεύετε,  διαβάστε το ημερολόγιό μου,  τι έγραφα όταν ήμαστε στο Παρίσι: «Ξύπνησε την αυγή, ήπιε τον καφέ της,  ντύθηκε κι έκανε έναν μικρό περίπατο...» 
Εκείνη... Εγώ !... Από το ξενοδοχείο «Πλάζα» ως την «Ετουάλ», σαν κυνηγημένη από ένα κοπάδι λύκους της Σιβηρίας!
(Αφήνει πάλι το κουρασμένο γελάκι της)
Ίσια μπροστά, χωρίς σταματημό, μέσα από τ’ αυτοκίνητα, αψηφώντας τα σήματα της τροχαίας... «Πού θαρρούσε ότι πήγαινε;  Πάλι εκεί,  στις Αγριοβαλανιδιές;»... Όλα ήτανε παγωμένα και θαμπά, εξόν απ’ το καυτερό αχόρταγο στόμα του! 



Η Κάθρην συνεχίζει τη διήγησή της 



Ο Σεμπάστιαν έμοιαζε νάχει παραλύσει εκεί στην πόρτα... κι εγώ του είπα: «Πάμε να φύγουμε».  
Θυμήθηκα πως ο δρόμος ήταν πολύ φαρδύς κι ανηφορικός και είπα: «Σεμπάστιαν,  εκεί κάτω είναι η προκυμαία, θα βρούμε κανένα ταξί...
Ή ας γυρίσουμε πίσω... και ας πούμε στα γκαρσόνια να μας φωνάξουν ένα ταξί!... Ναι,  αυτό είναι το καλύτερο... Πάμε,  πάμε!...» 
«Τρελάθηκες, μου είπε, τρελάθηκες;  Να γυρίσουμε σ’  αυτό το βρωμερό μαγαζί; Ποτέ!  Αυτά τα αλητόπαιδα μ’  έβριζαν με απαίσια λόγια στα γκαρσόνια»...
«Τότε, του είπα, πάμε κατά την αποβάθρα κάτω απ’ το λόφο, μην ανέβουμε το λόφο μ’   αυτή την τρομερή ζέστη».  
Κι ο Σεμπάστιαν μου φώναξε: «Πάψε σε παρακαλώ, άσε να κάνω εγώ αυτό που νομίζω». 
Κι άρχισε ν’ ανεβαίνει τον ανηφορικό δρόμο, με τόνα χέρι χωμένο στο σακάκι του, εκεί που ήξερα πως τον πονούσε το στήθος του από τους χτύπους της καρδιάς του... Περπατούσε γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα, αλαφιασμένος, μα όσο πιο γρήγορα περπατούσε εκείνος, τόσο πιο πολύ δυνάμωνε και ζύγωνε η μουσική. 
Το  «ούμπα –  ούμπα»  των παιδιών... που τον είχαν πάρει από πίσω...
Δεν ξέρω πώς κατάφεραν να βγουν απ’  το συρματόπλεγμα και τον ακολουθούσαν,  τον ακολουθούσαν στον κάτασπρο,  φλογισμένο δρόμο…  
Ο Σεμπάστιαν άρχισε να τρέχει και τα γυμνά παιδιά έβαλαν μεμιάς έν’  άγριο ουρλιαχτό και φάνηκαν σαν να πετάνε στον αέρα... τον πρόφτασαν αμέσως...
Φώναξα!... Άκουσα τον Σεμπάστιαν να φωνάζει κι αυτός... μόνο μια φορά... προτού όλα κείνα τα μαύρα,  μαδημένα πουλιά τον φτάσουν στα μισά του δρόμου για το λόφο...
Εγώ έτρεξα κατά κάτω!  Στον άσπρο,  φλογερό δρόμο φωνάζοντας αδιάκοπα «βοήθεια!»  ώσπου τα γκαρσόνια,  οι αστυφύλακες κι ένα σωρό άλλοι... πεταχτήκαν έξω και χίμηξαν κατά το λόφο μαζί μου...
Άμα φτάσαμε εκεί πάνω, ο Σεμπάστιαν είχε χαθεί μέσα στο κοπάδι των μαύρων, μαδημένων
πουλιών, είχε...
Κοίτονταν γυμνός, όπως εκείνα, κάτω από έναν άσπρο τοίχο, και... αυτό δε θα το πιστέψετε, κανένας δεν το πίστεψε, κανένας στον κόσμο δε θα μπορούσε να το πιστέψει,  και δε θάχει άδικο... τα παιδιά είχαν καταβροχθίσει τα κομμάτια απ’ το κορμί του!... Είχαν ξεσκίσει κομμάτια απ’ τον Σεμπάστιαν με τα χέρια τους,  με μαχαίρια ή με κείνες τις τενεκεδένιες κονσέρβες που τις είχαν για τύμπανα... έκοψαν κομμάτια απ’ τον Σεμπάστιαν και τάχωσαν στα μαύρα,  άδεια,  μανιασμένα στόματά τους... 
Δεν ακουγόταν τίποτα πια, ψυχή δεν ήταν ολόγυρα... μόνο ο Σεμπάστιαν... ό,τι είχε μείνει
από κείνον…  κι έμοιαζε σαν ασπροτυλιγμένο μπουκέτο από κόκκινα τριαντάφυλλα, που το ξέσκισαν, το πέταξαν, το τσαλαπάτησαν... κάτω απ’ τον άσπρο φλογισμένο τοίχο...