Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


ΖΩΕΣ


Κι ἔτσι πᾶνε καὶ σβήνουνε ὅπως πᾶνε.
Λέω τὶς ζωὲς ποὺ δόθηκαν στὸ φῶς
ἀγάπης γαλήνης, κι ἐνῷ κυλοῦν
σὰν ποταμάκια, ἐντός τους τὸ σφαλοῦν
αἰώνια κι ἀξεχώριστα, καθὼς
μὲς στὰ ποτάμια φέγγει ὁ οὐρανός,
καθὼς στοὺς οὐρανοὺς ἥλιοι κυλοῦν.
Λέω τὶς ζωὲς ποὺ δόθηκαν στὸ φῶς...

Λέω τὶς ζωοῦλες πού ῾ναι κρεμαστὲς
ἀπ᾿ τὰ ρουμπίνια χείλη γυναικὸς
ὡς κρέμονται στὰ εἰκονοστάσια ἐμπρὸς
τὰ τάματα, οἱ καρδιὲς ἀσημωτές,
κι εἶναι ὅμοια ταπεινές, ὅμοια πιστὲς
στ᾿ ἀγαπημένα χείλη γυναικός.
Λέω τὶς ζωοῦλες πού ῾ναι κρεμαστές...

ποὺ δὲν τὶς ὑποψιάζεται κανείς,
ἔτσι ὅπως ἀκολουθᾶνε σιωπηλὲς
καὶ σκοτεινὲς καὶ ξένες καὶ θλιβὲς
τὸ βῆμα, τὴν ἰδέα μιᾶς λυγερῆς
(κι αὐτὴ δὲν ὑποψιάστη), ποὺ στὴ γῆς
θὰ γείρουνε, θὰ σβήσουν σιωπηλὲς
Ποὺ δὲν τὶς ὑποψιάζεται κανείς...

Ποὺ διάβηκαν ἀμφίβολα, θαμπὰ
σὰν ἄστρα κάποιας ὥρας αὐγινῆς,
ἀπὸ τὴ σκέψη μιᾶς περαστικῆς
πού, γιὰ νὰ τρέχει τόσο χαρωπά,
δὲν εἶδε τὶς ζωὲς ποὺ σβηοῦν σιγὰ
σὰν τὴν ψυχὴ καντήλας αὐγινῆς.
Ποὺ διάβηκαν ἀμφίβολα, θαμπά...


ΠΗΓΗ: ΕΔΩ