Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

RENE CREVEL

René Crevel
απ’ το γεφύρι του θανάτου


Το σώμα μου κι εγώ

…Καμιά προσπάθεια δε θ’ αντιταχθεί ποτέ στη μυστηριώδη ορμή, που δεν είναι η ορμή προς τη ζωή, αλλά το θαυμαστό της αντίθετο, η ορμή προς το θάνατο.

Αν προσπαθώ να τρώγω τον καιρό μου, αφιερώνοντας τον εαυτό μου στις σχετικές αλήθειες και στις τιποτένιες τους προφάσεις, στα εξωτερικά φαινόμενα, γρήγορα πρέπει ν’ αναγνωρίσω ότι φεύγοντας την ιδέα του θανάτου δε δέχτηκα ούτε την ιδέα της ζωής, και ότι όλες μας οι πράξεις υπήρξαν μικρές στιγμιαίες αυτοκτονίες που μου λιγόστεψαν χωρίς να μ’ απομακρύνουν τον πόνο. Δε θέλησα να αισθανθώ τον εαυτό μου να ζει. Κατέβηκα το σκαλί που οδηγούσε στο υπόγειο φωτεινό μπαρ. Ήπια, χόρεψα. Η σάρκα μου γινότανε αναίσθητη. Φίλησα όλα τα στόματα για να ‘μαι σίγουρος ότι δεν είχα ούτε πόθο ούτε αηδία. Ανάμεσα σε δυο πιοτά κατέστρωσα επιχειρήσεις, άρθρα για την αύριο. Σχεδίασα μια περιπέτεια. Και στοίβαξα σχέδια επί σχεδίων. Κέντησα το δέρμα μου που είχε γίνει αδιάφορο. Δάγκασα το χέρι μου και δεν αναγνώρισα ανθρώπινη γεύση.
Και να που η αυγή με προφταίνει ξένο στα πράματα και τα όντα. Αμάρτησα λοιπόν που βλέπω τον εαυτό μου, και υποφέρω από μια τέτοια αηδία κοιτάζοντας τον εαυτό μου: «Είναι ένα αμάρτημα να γνωρίζεις πολύ τον εαυτό σου, ένα αμάρτημα εναντίον σου», μου λέγει ο σύντροφος που κλαίει μα κοιμάται καλά. Και επιστρέφω μόνος από δρόμους που έχουν χρώμα τύψεων.

Τα δάκρυά μου δεν τρέχουν, μα δεν μπορώ να ξεκουραστώ.

Μετάφραση: Ορέστης Κανέλλης
Υπερρεαλισμός Α
(αναδημοσίευση: Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής ποιήσεως) 
Εκδόσεις: Παρουσία, 1999

Πηγή: εδώ