Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ



μια δική μου επιλογή από την εξαιρετική ποίηση του Δημοσθένη Μιχαλακόπουλου ή αλλιώς Αλαφροίσκιωτου 


πώς γίνεται

γύρω-γύρω ψέματα

διάβολε!
ήταν ανάγκη να τραβήξω την ποίηση;
διαπραγματεύομαι λοιπόν μια δεύτερη ευκαιρία
μα όλο δίνω τη σειρά μου στους άλλους
να δω πώς γίνεται η ζωή

άρνηση

Κολλάνε στα χείλη μου λέξεις μικρές
τόσοι δα στεναγμοί άβγαλτοι στο φως
πίσω απ' το πρόσωπό μου κρυμμένοι
Τις θάλασσες μίσησαν γιατί δεν ακούγονται
σαν βράζει το κύμα
στα μπουγάζια του χρόνου
Τις νύχτες αγάπησαν
που τις έμαθαν να πέφτουν γυμνές
στο πάτωμα μέχρι να τις ακούσουν τα μερμήγκια
Για φαντάσου
με σιωπές ομολόγησα τα θαύματα
και μ' ότι κουβέντες έπλασα
τ' αρνήθηκα

πελάτης

Δίψασα
με όλη μου τη δύναμη
ήρθαν εμποράκοι από τις πίσω σελίδες
με τα χέρια στα πηγάδια των πανταλονιών τους
ανακατεύοντας την τράπουλα
κάτω από το τραπέζι
Αδέξια κολλημένο σε μέτωπα θεών
ένα δυσανάγνωστο αντίτιμο
Σ' ένα βαζάκι καραμέλες είναι τα ρέστα
ενός ολοκαυτώματος
Η γεύση της φωτιάς
Φοβάμαι πως αγόρασα μέχρι πνιγμού
Ένα μάτσο οπισθόφυλλα
σφουγγίζουν τη λύτρωση για δικό τους λογαριασμό
Το χαρτί που κερδίζει θα 'ναι στεγνό
και σηκώνοντάς το
θα 'χω ξεχάσει πως είναι να διψάει κανείς

αθανασία (περίπατος με έναν ποιητή)

περπατούσε στη μέση του δρόμου
Με τα χέρια του αγκάλιαζε τα σύννεφα
Με ήχους νερών μιλούσε και μου 
εξηγούσε τι είναι αθανασία
Έκανα πως δεν καταλαβαίνω
Μιλούσε με ήχους δέντρων κι έκανα πως
δεν ακούω
Μια βουβαμάρα βυθού είχα και του την έδινα
απλόχερα
Μια απορία στα μάτια είχα
βράχο κοφτερό στα φρύδια μου κι απάνω του
σκαρφαλωμένη μια απόγνωση
έτοιμη να βουτήξει στο πέλαγο της σιωπής
Το 'βλεπα πως μου απαντούσε σε κάθε του βήμα
έψαχνε τον εαυτό του στις βιτρίνες
μα 
σ' όλες τις τζαμαρίες καθρεφτιζόμουν εγώ
Μια κουβέντα μου αρκούσε
"Κατάλαβα" είπα
θρυμματισμένα γυαλιά στα πεζοδρόμια
μια σπασμένη σιωπή τραυματίζει όποιον τολμήσει να την
περιμαζέψει
Κόκκινες σταγόνες αθανασίας διαλύονται στο θαλασσινό νερό
κι η μετέωρη απόκρισή μου
χάθηκε στο βυθό

Πηγή: εδώ