Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

ΑΚΗΣ ΔΗΜΟΥ




Τι θα γινόταν άραγε αν ο Ρωμαίος και η Ιουλιέττα δεν πέθαιναν αλλά τελικά παντρεύονταν κι έκαναν και παιδιά; Ή αν τελικά πέθαινε μόνο ο Ρωμαίος; Ή μόνο η Ιουλιέττα; 

Τη δεύτερη εκδοχή αναπτύσσει ο συγγραφέας Άκης Δήμου στο έργο του "...ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΤΑ". Στο έργο αυτό, μόνο ο Ρωμαίος πεθαίνει ενώ η Ιουλιέττα μένει μόνη "να δοξάζει έναν άδοξο έρωτα". Μια Ιουλιέττα αποσυρμένη στον εαυτό της, κατακερματισμένη. 
Η Ιουλιέττα, απευθύνεται σ' έναν φανταστικό επισκέπτη και ξεκινά ένα μακρύ συγκλονιστικό μονόλογο.



"Δε θα σηκωθώ, συγχωρήστε με.
Έχω ξεχάσει πώς είναι να υποδέχεσαι κάποιον. Τις κινήσεις που κάνει, τα λόγια που λέει κανείς σε μια τα τέτοια περίπτωση. Οι επισκέψεις έχουν χάσει πια κάθε ενδιαφέρον για μένα. Μου θυμίζουν απλώς πως είμαι μόνη για μια ακόμη νύχτα. Δεν περιμένω τίποτα απ' τους άλλους. Δική τους πλάνη αν αυτοί προσδοκούν κάτι από μένα. Μην το πάρετε προσωπικά αυτό, σας παρακαλώ. Μόνο έτσι μπορώ να σας φερθώ: σαν να είμαι μόνη. Σαν να μην είστε εσείς εδώ. Ή σαν να είστε -πράγμα που βέβαια για μένα είναι το ίδιο. Με θεωρείτε αγενή; Στριφνή; Ιδιόρρυθμη; Ω, δε με νοιάζει, σας βεβαιώ, καθόλου δεν με νοιάζει. Δεν έχω πλέον περηφάνια για να πληγωθεί από τις κρίσεις σας, δεν έχω πρόσωπο που να επιθυμώ να το κρατήσω μακριά από τη σκιά μιας κακής εντύπωσης. Αυτά ταιριάζουν σε γυναίκες μαθημένες να ζουν μέσα στον κόσμο. Με σύζυγο, παιδιά και συγγενείς, με φίλους, θαυμαστές και εραστές ακόμα -γιατί όχι; Στις γυναίκες που αξιώθηκαν το μεγαλείο της μετριότητας, τα εύσημα της τάξης και της νοικοκυροσύνης, που είπαν παλάτι το φτηνό κατάλυμα της παχύσαρκης ζωής τους, κι είναι οι κουτές φιλοφρονήσεις του περίγυρου το αλάτι που νοστιμίζει την περιττή τους ύπαρξη. Για μια γυναίκα όμως που ζει αντίθετα απ' αυτά, ποια σημασία μπορούν να έχουν τα επίθετα ενός ξένου;

Συνήθως αφήνω το πορτάκι της εξώπορτας ανοιχτό, αλλά κανείς δεν έρχεται -ίσως να φταίει που γνωρίζουν όλοι πόσο πολύ αντιπαθώ τις επισκέψεις, ίσως πάλι ο κόσμος να έπαψε να με βρίσκει ενδιαφέρουσα. Έτσι κι αλλιώς τι θα μπορούσε κανείς να ωφεληθεί από μένα; Μόνο μια μνήμη αίματος μπορώ να ανακαλέσω, υπάρχει όμως κανείς που να θέλει να θυμάται κάτι τέτοιο;

Θυμάμαι τώρα... Πριν να τον δω, τον γνώριζα καλά, ως την παραμικρή του λεπτομέρεια, μέχρι τον κόμπο της μπέρτας του, μέχρι το μικρό εκείνο κυκλάμινο στην αγκράφα της ζώνης του -σημάδι κοριτσίστικο, υπαινιγμός μιας τρυφερότητας που έφτανε για να καταλάβει κανείς πως το ξίφος δεν ήταν άλλο από μια γελοία σύμβαση που ήθελε πολεμιστές όλα τ' αγόρια της γενιά του, μια μάσκα ανίκανη να κρύψει μια ψυχή ευαίσθητη και νωχελική.

Τεχνάσματα δαιμονικά, αλλεπάλληλες δοκιμές, πρόβες για να πετύχει ο θάνατός μας. Εκείνος τα κατάφερε στο τέλος. Εγώ απέτυχα - πιο λίγη πάντα, πιο μικρή, πιο καταδικασμένη, δεμένη πάνω στη ζωή σαν γυναίκα που ήμουν.
Τώρα που σκέφτομαι πιο ψύχραιμα τα περασμένα, λέω πως έτσι έπρεπε να γίνει. Πάντοτε, πρέπει να μένει κάποιος στο τέλος, και μετά το τέλος ακόμα να μένει όρθιος, εκεί, για να υποδέχεται τη φρίκη, να πονάει, να ματώνει και να ξεσκίζεται, να ταΐζει στο στόμα το πιο μαύρο λιοντάρι, να απελπίζεται και να μη λυτρώνεται ποτέ, κάποιος πρέπει πάντα να μένει πίσω, ακρωτηριασμένος, ανάπηρος, κομματιασμένος, να δοξάζει έναν άδοξο έρωτα και με την ιαχή της ήττας λιωμένη στα χείλη να σωριάζεται άδειος, ένας σωρός από σκουριά, ένα κατάρτι σάπιο, αταξίδευτο, καρφωμένο στην άμμο σαν Σταυρός.

Ο Φόβος, Κύριε, είναι ένας δρόμος κλειστός για τον έρωτα. Ένα τραχύ μονοπάτι γεμάτο από φιδοφωλιές και βρόμικα χορτάρια. Στο τέρμα του φαντάζει απρόσιτο το χλοερό αλωνάκι της αγάπης. Μα μόνο έτσι πολεμάς γι' αυτό που νιώθεις: περπατώντας αυτόν τον δρόμο, ματώνοντας τα πόδια στα χαλίκια του, παραμερίζοντας με τους αγκώνες τα σαρκοβόρα αναρριχητικά που γλείφουν κιόλας λαίμαργα το δέρμα σου, κοιτώντας πάντοτε μπροστά, κοιτώντας μέσα σου, εκεί όπου παφλάζει η επιθυμία που σε οδηγεί, που ο πόθος ξεδιπλώνει το βαθύ του ουρανό, εκεί που η καρδιά χτυπάει μόνη της και μια φωτιά ανάβει μεσοπέλαγα. 
Ερωτεύομαι θα πει Πηγαίνω. Προχωρώ. Διασχίζω και Διασχίζομαι. Και Ξεμακραίνω. Για ν' αγγίξω κάποτε τον πάμφωτο προορισμό που αξιώθηκα.
Θα πει Φτάνω. Ξυπόλυτη, λουσμένη στον ιδρώτα, κατάκοπη, γδαρμένη, δίχως νύχια, δίχως δόντια, με βλέφαρα καμένα, πρησμένα γόνατα, με χέρια τρυπημένα και τη φωνή τριμμένη πάνω στις συλλαβές του σ' αγαπώ -έστω κι έτσι, μόνο έτσι Φτάνω.
Γιατί ο έρωτας, Κύριε, άλλο δεν είναι από μια δυνατότητα.
Ένα Μπορώ.
Να γνωρίζω και να αγνοώ μαζί.
Να εγκληματώ και να 'μαι η μόνη αθώα.
Να παραλύω μπροστά στην πιθανότητα της αποκάλυψης, κι αυτός ο φόβος, Κύριε, να με δυναμώνει.
Μόνο οι γενναίοι αγαπούν -να το θυμάστε. Οι άλλοι απλώς ξεγελούν τα όνειρα. Εγώ ήμουνα στους πρώτους.

Το μέλλον μου, λέω, είναι μια κατασκότεινη σπηλιά. Βρίσκομαι ήδη εντός της. Μην το νομίσετε αυτό υπερβολή. Κοιτάξτε εδώ τα χέρια μου: τρύπια απ' τα βράχια κι απ' τις ριπές των κυμάτων.
Αρκετά με τη θάλασσα, το ταξίδι μου πάει.
Ας γλυκαίνουν τους άλλους οι έρωτες.
Εγώ διπλώθηκα στα δύο.
Κι ακόμα δεν μπορώ να χωρέσω.
Σας στεναχώρησα, το βλέπω. Ελάτε, μη λυπάστε. Τουλάχιστον όχι για μένα. Υπάρχει τόσος έρωτας γύρω σας και μέσα σας που και η παραμικρή θλίψη για η δική μου ερημιά είναι μια ανώφελη σπατάλη.
Φυλάξτε τα δάκρυά σας. Θα τ' αναζητήσετε αργά ή γρήγορα. Τότε θυμηθείτε με για λίγο. Και κλάψτε μόνο σας μετά. Όχι για τη δική μου ορφάνια, μα για το δικό σας ανεκτίμητο καημό."


Από το πρόγραμμα της παράστασης
Ξαναδιαβάζοντας το κείμενο: υπάρχει ανάμεσα στις γραμμές ένα θρόισμα θανάτου, ο αδιάκοπος παφλασμός ενός αναπόφευκτου, επερχόμενου κι επιθυμητού κινδύνου, ένας βόμβος καταστροφής –όλα αυτά εντείνονται, «υψώνονται» στις παύσεις ανάμεσα στα λόγια της Ιουλιέτας· ύστερα «πέφτουν», ξαναγίνονται αχνά, αδύναμα.
Κατά κάποιον τρόπο, αυτή είναι η μουσική επένδυση του έργου, ο ιστός που συγκρατεί ενωμένα τη μουσική με τον λόγο.
Η Ιουλιέτα ξέρει. Και ξέρει πολλά. Έχει τη σοφία του ανθρώπου που υπήρξε απόλυτα ερωτευμένος, δηλαδή εκτός εαυτού. Έχοντας αξιωθεί το Απόλυτο (και, κυρίως, έχοντάς το απολέσει), δεν μπορεί παρά να είναι απαθής στα εξωτερικά ερεθίσματα, απόρθητη στην πολιορκία της από το Καθημερινό και το Τετριμμένο, το Φθαρτό και το Ασήμαντο της πέραν του έρωτα ύπαρξης.
Όταν μιλάει δεν αισθάνεται. Προσπαθεί να επαναλάβει τα παλιότερα αισθήματά της, να εκβιάσει τη μνήμη της για να γίνει παρόν, ενώ ξέρει πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατο.
Σα να ξεκλειδώνει ένα σεντούκι: από κει ανασύρει (από τα βάθη των αισθήσεων) μια λησμονημένη τρυφερότητα, σκονισμένα αγγίγματα, χνούδια φιλιών –τα ράκη του έρωτά της.
Φαντάσου μια Ιουλιέτα δρομέα σ’ έναν δρόμο αντοχής. Στην τελική της ευθεία. Αυτός ο μονόλογος είναι το τελευταίο της λαχάνιασμα, πριν κόψει οριστικά το νήμα που την εμποδίζει να ζήσει όπως νιώθει: σα νεκρή.
Ο λόγος της Ιουλιέτας: ένας λόγος για τον έρωτα αλλά χωρίς φλόγα. Ένας λόγος καμένος για έναν έρωτα στάχτη.
Επανέρχομαι στις αναπολήσεις της.
Ένας διαφορετικός φωτισμός: η Ιουλιέτα δεν νοσταλγεί. Από μια άποψη η διαδρομή της προς τα πίσω θα μπορούσε να είναι αδιάφορη, σα να μην υπάρχει γι’ αυτήν κανένα ενδιαφέρον στο τοπίο. Θα μπορούσε να γίνει χωρίς οίστρο, χωρίς συναίσθημα, ίσως με κάποιο θυμό: σα να αφηγείται μια ιστορία που άκουσε και τη συγκίνησε, δεν την αφορά όμως, ενώ κατά βάθος θα ήθελε να είναι η δικιά της (από κει και ο θυμός), χωρίς ποτέ να δεσμεύεται ή να επηρεάζεται από το βάρος αυτού που αφηγείται. Ή σα να ψάχνει, την ώρα της αφήγησης, αντιστοιχίες με τη δικιά της προσωπική ζωή.
Εδώ, σ’ αυτό το σημείο, η Ιουλιέτα ταυτίζεται με την ηθοποιό, την ενσαρκώνει.
Ωστόσο, θα μπορούσε να συμβαίνει και το εντελώς αντίθετο: η Ιουλιέτα είναι, άρα αναπολώντας επαναβιώνει όσα έζησε, ψηλαφεί τις ουλές της.
Ο κόσμος γύρω από την Ιουλιέτα: εξαρθρωμένος, λειψός, αποσπασματικός, άχρηστος.
Η Ιουλιέτα γύρω απ’ τον κόσμο: αποσυναρμολογείται σταδιακά, αυτοδιαλύεται. Κατεδαφίζει η ίδια τα υλικά της συμβολοποίησής της. Αδειάζει απ’ όλα τα ίχνη της σαιξπηρικής φιγούρας. Καθαρίζεται.
ΑΚΗΣ ΔΗΜΟΥ
Πηγή: εδώ