Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

ΜΕ ΚΟΣΤΟΥΜΙ ΚΑΙ ...ΚΑΛΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ

Ο Πέτρος δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ. Έβγαινε πάντα νύχτα και κατά προτίμηση βροχερή. Περπατούσε στην αρχή βιαστικά σαν να έπρεπε να προλάβει το λεωφορείο αποφεύγοντας κάθε ξένο βλέμμα και μόλις ο «κίνδυνος» να συναντήσει ανθρώπους περνούσε, τότε επιβράδυνε το βήμα και απολάμβανε την ησυχία της νύχτας, τη νοτισμένη ατμόσφαιρα, την ερημιά.  
Ήταν ένας συμπαθητικός άντρας ετών 35 με κοστούμι και καλούς τρόπους.

Η Μυρτώ πάλι ήταν ένα κορίτσι ονειροπαρμένο και ντροπαλό. Δεν σήκωνε το κεφάλι. Περπατούσε πάντα σκυφτή. Μιλούσε λίγο και με φωνή ψιθυριστή. Ζούσε με τη μητέρα της που ήταν σοβαρά άρρωστη. Η Μυρτώ ήταν πολύ εργατική. Ξυπνούσε από τα άγρια χαράματα και όργωνε την Αθήνα για να φτάσει στη δουλειά της, τέρμα Πατησίων. Δούλευε σε μια μικρή βιοτεχνία που έφτιαχνε κάλτσες. Δεν είχε παράπονο μα να, ένιωθε κάποιες φορές να την πνίγει η μοναξιά κι η ρουτίνα. Ήθελε κι αυτή να ζήσει όχι τη «μεγάλη ζωή» μα να βγει, να στολιστεί, να αρέσει σε κάποιον. Κάποιον που θα την αγαπούσε και θα τη φρόντιζε. Να παντρευτεί και να κάνει μια όμορφη ευτυχισμένη οικογένεια.  Κόντευε τα τριάντα πια και η μάνα της κάθε μέρα απ’ τη στιγμή που έμπαινε στο σπίτι μέχρι που ερχόταν η ώρα του ύπνου, αυτό είχε στο στόμα της. Ήταν το παράπονό της που η κόρη της δεν είχε παντρευτεί ακόμη.



Είναι απόγευμα πια και η Μυρτώ νιώθει εξαντλημένη. Περιμένει στη στάση το λεωφορείο. Είχε μια δύσκολη μέρα και δε βλέπει την ώρα να γυρίσει στο σπίτι. Λίγο πιο κει, ο Πέτρος. Περιμένει κι αυτός. Τον κράτησε ο διευθυντής λιγάκι παραπάνω και άργησε να φύγει απ’ το γραφείο. Βρέχει δυνατά. Η Μυρτώ μαζεύεται όσο πιο πίσω μπορεί για να προφυλαχτεί από τη καταρρακτώδη βροχή. Δεν πήρε ομπρέλα και κοντεύει να γίνει μούσκεμα. 


Ο Πέτρος γυρνάει την κοιτάζει φευγαλέα κι απομακρύνει το βλέμμα. Μα το ξαναστρέφει πάνω της αυτή τη φορά με μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Την πλησιάζει και της προτείνει διστακτικά να πάρουν ένα ταξί και να τη συνοδεύσει έως το σπίτι της. Εντελώς αυθόρμητα νιώθοντας τα πόδια της βρεγμένα και παγωμένα η Μυρτώ δέχεται με ευχαρίστηση την πρόταση. Άλλωστε όπως ανακαλύπτουν, μένουν στην ίδια γειτονιά.

Οι μέρες περνάνε. Ο Πέτρος και η Μυρτώ έχουν γίνει πια αχώριστοι. Μαζί ξεκινάνε για τη δουλειά, μαζί επιστρέφουν. Η Μυρτώ νιώθει να γεμίζει με όμορφα αισθήματα, νιώθει αισιοδοξία και χαρά για το μέλλον που έρχεται. Απόψε ο Πέτρος την έχει καλέσει για φαγητό. «Επίσημο δείπνο» έτσι το χαρακτήρισε στη μάνα της,  για να την κάνει να χαρεί. Τον έχει γνωρίσει τον Πέτρο η κυρά Μαρία και τον συμπάθησε με το πρώτο. «Αυτός είναι άντρας για σένα» της είπε «όμορφος, εργατικός, λιγομίλητος, άντρας για οικογένεια».

Αυτό το βράδυ η Μυρτώ είναι πιο όμορφη από άλλες φορές. Καλοχτενισμένη, με τα επίσημα ρούχα της και τα ψηλοτάκουνα που έχει για τις γιορτινές μέρες.
Έβαφε τα χείλη της την ώρα που χτύπησε το κουδούνι. Με πεταχτό βήμα και μεγάλο χαμόγελο καληνύχτισε τη μάνα της και βγήκε να συναντήσει τον αγαπημένο της. Ένιωθε κιόλας να τον αγαπάει βαθιά κι ας μην είχαν ανταλλάξει ούτε ένα φιλί. Πριν κλείσει την πόρτα ψιθύρισε συνωμοτικά «πού ξέρεις, μπορεί να μου κάνει πρόταση απόψε!» και βγήκε στο δρόμο. 

Ο Πέτρος ήταν πολύ επίσημα ντυμένος, με κοστούμι και γραβάτα και έμοιαζε πολύ υψηλό πρόσωπο. Η εμφάνισή του, έκανε την Μυρτώ να σηκώσει με περηφάνια το κεφάλι και να καμαρώνει για τον άντρα που τη συνόδευε και που όπως έδειχναν τα πράγματα θα γίνονταν σύντομα ο πατέρας των παιδιών της.

Βέβαια όλα αυτά βρίσκονταν μόνο μέσα στο μυαλουδάκι της Μυρτώς κι από κει θέριευαν κι έπαιρναν σάρκα και οστά στο απαστράπτων χαμόγελό της.

Δεν τον ρώτησε πού θα πήγαιναν, του είχε εμπιστοσύνη. Όταν έφτασαν έξω από το εστιατόριο ένιωσε τις προσδοκίες της να γίνονται πραγματικές. Μπήκε μέσα γεμάτη αυτοπεποίθηση και κάθισε με χάρη. Το εστιατόριο ήταν από τα καλύτερα και ακριβότερα της περιοχής κι αυτό την έκανε να καμαρώνει ακόμη περισσότερο. 


Άφησε τον Πέτρο να παραγγείλει κι εκείνος κάθε άλλο παρά φειδωλός ήταν. Και να τα κρασιά, να τα πιο πλουσιοπάροχα πιάτα, να τα πιο ακριβά γλυκά. Ώσπου η Μυρτώ κόντευε να ζαλιστεί από το πολύ κρασί και να σκάσει από το πολύ φαγητό. Γύρισε και του είπε γλυκά «φτάνει, δεν θα μπορούμε να γυρίσουμε!». Εκείνος την κοίταξε με τρυφερότητα και της απάντησε πως η βραδιά δεν είχε καν αρχίσει κι ότι θα ήθελε να πάνε και για χορό. Η Μυρτώ λάτρευε τον χορό μα ποτέ μέχρι τώρα κανείς δεν είχε προσφερθεί να τη συνοδέψει κι έτσι η χαρά της όταν τον άκουσε να λέει κάτι τέτοιο ήταν απερίγραπτη. Όπως ήταν και λιγάκι πιο κεφάτη από το κρασί έπεσε πάνω του με ενθουσιασμό και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Εκείνος με τη σιγουριά του επιτυχημένου γύρισε και της χαμογέλασε. Το μόνο που είπε ήταν «ας αφήσουμε τη νύχτα να μας πάει όπου θέλει». 

Βγήκαν από το εστιατόριο κι εκείνος άπλωσε το χέρι του και την πήρε από τη μέση. Της άρεσε. Δεν είχε γνωρίσει άλλον άντρα και ένιωθε μια έξαψη έτσι όπως της φερόταν ο Πέτρος, σαν γυναίκα, επιθυμητή. Περπατούσαν με ρυθμό μέχρι να βγούνε στον κεντρικό δρόμο για να πάρουν ταξί. Δεν πρόλαβαν να βγούνε και το ταξί σαν να τους περίμενε. Μπήκαν μέσα και ο Πέτρος δεν είπε τίποτα.

«Δεν θα του πεις  πού να μας πάει;» ρώτησε ξαφνιασμένη η Μυρτώ. Μα και πάλι απάντηση καμιά . Δεν ανησύχησε. Του είχε εμπιστοσύνη. Το μόνο που την ενοχλούσε λιγάκι, ήταν που δεν έκανε καμιά νύξη για γάμο ή αρραβώνα, όπως εκείνη περίμενε, αλλά καθησύχασε τον εαυτό της  σκεπτόμενη πως ίσως να περίμενε να της το πει στο χορό για να ‘ναι πιο ρομαντικό. 

Το ταξί έστριψε στη γωνία και χάθηκε ανάμεσα στα παλιά εγκαταλελειμμένα εργοστάσια και τα σκοτεινά δρομάκια. Τότε η Μυρτώ άρχισε να ανησυχεί. «Μα πού πηγαίνουμε» είπε αναστατωμένη. «Κάπου που θα περάσουμε καλά», της είπε και γέλασε ειρωνικά. «Θέλω να κατέβω», ούρλιαξε σχεδόν η Μυρτώ τρομοκρατημένη και πήγε ν’ ανοίξει την πόρτα του ταξί μα ένα βαρύ χέρι προσγειώθηκε στο μάγουλό της και την έκανε να σωπάσει. Έτρεμε απ’ το φόβο της κι έκλαιγε βουβά να μην τον εξαγριώσει πάλι.

Το ταξί σταμάτησε έξω από ένα ερειπωμένο εργοστάσιο. Στο δρόμο δεν υπήρχε ψυχή. Η Μυρτώ πάγωσε. Δεν ήξερε τι να κάνει. Πώς να σωθεί.

Ο Πέτρος σοβαρός κι αμίλητος της άνοιξε την πόρτα. Εκείνη κατέβηκε και το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς. Πώς να το σκάσει, πώς να γλιτώσει από αυτό που ερχόταν κατά πάνω της να ισοπεδώσει κάθε της όνειρο. Μόλις κατέβηκε την κράτησε σφιχτά απ’ το μπράτσο και την οδήγησε στην παλιά σιδερένια πόρτα του εργοστασίου. Χτύπησε με το άλλο του χέρι τρεις φορές συνθηματικά και η πόρτα άνοιξε. Η Μυρτώ αισθάνθηκε πως αυτή θα ήταν η τελευταία της νύχτα. Χλόμιασε και οπισθοχώρησε, μα το χέρι του, την έσπρωξε δυνατά μέσα.

Το παλιό εργοστάσιο είχε μετατραπεί σε λημέρι ανθρώπων που έμοιαζαν πιο πολύ με ζώα, τριχωτά και άγρια έτοιμα να κατασπαράξουν οποιοδήποτε θήραμα. Πρέπει να ήταν εκεί μέσα 8 με 10 άντρες που μόλις την είδαν άρχισαν να τη «γδύνουν» με τα πεινασμένα τους μάτια. Κανά δυο είπαν γελώντας «μας έφερες και μεζέ;». Οι άλλοι έπιναν και γελούσαν με γέλιο που έκανε την Μυρτώ να θέλει να πεθάνει. «Έλα πιες» της είπε ο Πέτρος και της έβαλε στο χέρι ένα μπουκάλι, «θα δεις, θα σ’ αρέσει», συνέχισε. Δεν είχε καμιά ελπίδα να ξεφύγει από κείνη τη φωλιά των αδίστακτων θηρίων.



Η Μυρτώ έχασε τις αισθήσεις της. Όταν συνήλθε βρισκόταν στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Κανείς δεν γνώριζε πώς κατάφερε να φτάσει ως εκεί. Ήταν αγνώριστη και αιμορραγούσε. Όλο της το σώμα ήταν κατακρεουργημένο γεμάτο πληγές και μώλωπες. Οι γιατροί της είπαν πως τα τραύματά της ήταν πολύ σοβαρά και έπρεπε να μείνει αρκετές μέρες στο νοσοκομείο. Δεν γνώριζαν ακόμη αν θα μπορούσε να επανέλθει.

Η Μυρτώ δεν ξαναμίλησε. 
Δεν ξαναχαμογέλασε. 
Δεν ξαναβγήκε από το σπίτι.


Τα σημάδια που άφησε πάνω της η βία, η αγριότητα, η μανία του πιο άγριου θηρίου απ’ όλα, δεν θα έσβηνε ποτέ.

Η Μυρτώ σώπασε για πάντα με την ψυχή και το κορμί γεμάτο πληγές από κάποια αδίστακτα κτήνη με κοστούμι και καλούς τρόπους.


©Silena, 23/10/2012




* από την ιστορία που έγραψα και τώρα διαβάζετε, αποφάσισα να μην δημοσιεύσω δύο πολύ σημαντικά κομμάτια διότι ήταν πολύ σκληρά και ίσως να σόκαραν τους αναγνώστες μου. Εάν εκδοθεί μαζί με άλλες ιστορίες μου, θα μπορέσετε να τη διαβάσετε ολόκληρη χωρίς περικοπές.