Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ της ΣΤΕΛΛΑΣ



Ήταν απορροφημένη από το βιβλίο που διάβαζε και δεν τον κατάλαβε που μπήκε στο δωμάτιο. Δεν ήθελε να την ανησυχήσει ή να την αποσπάσει από το διάβασμά της. Κάθισε λοιπόν στο κατώφλι ακίνητος και την παρατηρούσε. Πώς σημείωνε με το μολύβι της τις φράσεις που της άρεσαν, πώς περνούσε μετά το μολύβι ανάμεσα απ' τα μαλλιά κι έφτιαχνε περίτεχνα σχήματα, πώς δίπλωνε τα ξυπόλητα πόδια της πάνω στην πολυθρόνα και έμπλεκε τα δάχτυλα μεταξύ τους σαν παιχνίδι ή σαν ανακάλυψη. Στο δωμάτιο η ησυχία ήταν βαθιά και μαζί της βούλιαζαν και οι σκέψεις του σε μια νιρβάνα στοχαστική. 

Η βροχή είχε σταματήσει εδώ και ώρα και κάποιες δειλές αχτίδες ξεπρόβαλαν τρομαγμένες. Σήκωνε κάποιες στιγμές τα μάτια από το βιβλίο και κοίταζε έξω. Ακολουθούσε με το βλέμμα της τα σύννεφα όπως τα κυνηγούσε ο άνεμος. 



Κάποια στιγμή σηκώθηκε. Με το βιβλίο στην αγκαλιά στάθηκε μπροστά στο παράθυρο. Αφέθηκε να παρατηρεί τις σταγόνες της βροχής που κυλούσαν πάνω στο τζάμι για πολύ ώρα κι έπειτα γύρισε απότομα προς την πλευρά της πόρτας σαν να ένιωσε το βλέμμα του πάνω της.

Δεν περίμενε να τον δει εκεί και αναπήδησε τρομαγμένη. Δεν είπε τίποτα παρά τον πλησίασε τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στο παράθυρο που στεκόταν η ίδια πριν από λίγο. Με τα δάχτυλα των χεριών άρχισε να σχεδιάζει κάτι πάνω στα νοτισμένα τζάμια. Εκείνος χαμογέλασε και την αγκάλιασε. Κάθισαν στο πάτωμα χωρίς λέξη. Μέχρι που νύχτωσε. Η Στέλλα κοιμόταν γαλήνια. 
Προσεκτικά τη σήκωσε και την έβαλε στον καναπέ. Τη σκέπασε με μια κουβέρτα και έμεινε δίπλα της να της χαϊδεύει τα μαλλιά, ως το πρωί. Δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. Ένιωθε να του γλιστράει η εικόνα της κι ήθελε να την κοιτάζει συνέχεια, να την αποθηκεύει στα μικρά συρταράκια της μνήμης να μην αφήσει ούτε ένα της μόριο να ξεχαστεί! Έψαχνε μέσα του, πάσχιζε να βρει τις κατάλληλες λέξεις και το σθένος να της μιλήσει. Μα ούτε τις λέξεις βρήκε ούτε τη δύναμη.

Η Στέλλα σαν να οσμίστηκε την ανησυχία του άνοιξε τα μάτια και άπλωσε τα χέρια της. Χώθηκε εκείνος μέσα στη ζεστή της από τον ύπνο αγκαλιά. Πήγε κάτι να ψελλίσει μα η Στέλλα ακούμπησε το χέρι της απαλά στα χείλη του και κείνος σώπασε.

Ήξερε πως ο έρωτάς τους δεν έμοιαζε με κανενός άλλου ζευγαριού. Δεν οριζόταν, δεν υπήρχε στα λεξικά ούτε στα βιβλία. Ήξερε πως ο έρωτάς τους είχε κάτι από σύννεφο κι από καπνό, πλανιόταν ανάμεσά τους κι άφηνε πίσω του ρίγη και σημάδια που μόνο εκείνοι μπορούσαν να νιώσουν και να ερμηνεύσουν ή να μην ερμηνεύσουν. Άλλες μέρες έμοιαζε με απαλό αεράκι θαλασσινό, άλλες με ξαφνική καλοκαιρινή μπόρα που μούσκευε το κορμί κι έφτανε μέχρι τα πιο κρυφά σημεία της ψυχής τους κι άλλες μέρες έμοιαζε με πυρκαγιά. 

Μα κείνη την ώρα ο έρωτάς τους έμοιαζε με ύπνο μακάριο που συνταράζεται από εφιάλτη φοβερό. Ένας χρωματιστός κύκλος από μπλε φως χωρίς κανένα άνοιγμα, καμιά διέξοδο. Και κείνοι, άναυδοι στο κέντρο του. Να τους καταπίνει προκλητικά, να τους ρουφάει προς αντίθετες κατευθύνσεις και να στέλνει τον έναν στη μια άκρη της περιφέρειας και τον άλλο στην άλλη. Κι εκεί να τους κρατάει απομακρυσμένους, τρομαγμένους, σαστισμένους. Κι έπειτα  να πλησιάζει απειλητικά και να χώνεται σε κάθε τους πόρο. Το κορμιά να συνταράζονται από τους σπασμούς και η μνήμη να παγώνει, να χάνεται σαν μικρή ηλιαχτίδα πίσω από μαύρο σύννεφο. 

Πετάχτηκε πάνω κι έκλαιγε. Έκλαιγε με λυγμούς που τράνταζαν το κορμί της. Τον κοίταζε κατάματα κι έκλαιγε. 

Ήξερε πως ο έρωτάς τους είχε κάτι από σύννεφο κι από καπνό, πλανιόταν ανάμεσά τους κι άφηνε πίσω του ρίγη και σημάδια.

Εκείνος την κράτησε για λίγο σφιχτά κι έπειτα σηκώθηκε, φόρεσε το παλτό του κι έφυγε. Έτσι απλά, έφυγε.

Έδιωξε τον καπνό κάνοντας μια κίνηση με το χέρι της. Το σύννεφο το 'κανε δάκρυ. Μαζί, χάθηκαν και οι σκιές.




Η Στέλλα είναι όρθια, περπατάει στο πάτωμα, με τα πόδια γυμνά, την ψυχή παγωμένη και τη μνήμη θολή. 
Η Στέλλα είναι εκεί, δίπλα στο παράθυρο, ξυπόλητη και μόνη, να μαζεύει σύννεφα και να ονειρεύεται λέξεις...


©Silena
22/10/2012