Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΕΣΣΗΝΗΣ



“Υγρό, παμπάλαιο κείμενο”

Ο Πέτρος βρισκόταν στο λεωφορείο και κοίταζε έξω απ’τα θαμπά τζάμια την ψιλή βροχή.
Στη στάση, απέναντί του σταμάτησε το λεωφορείο που πήγαινε αντίθετα. Κι εκεί, στο πίσω  μέρος, μέσ’ απ’ τον κύκλο που είχε καθαρίσει πάνω στο θαμπό τζάμι για να βλέπει έξω, μια γυναίκα με χλωμό καλοσχηματισμένο πρόσωπο κοίταζε συλλογισμένη τον δρόμο. Ένιωσε πάλι εκείνη την απίστευτη αίσθηση. Σαν σιγανά λευκά κι αέρινα να έφτανε απ’ την απέναντι όχθη των παραμυθιών, σαν από θάμπος και ψιλή βροχή πλασμένη, σαν πέρ’ απ’ τις γυναίκες, και τις χίμαιρες η πρώτη και η έσχατη και η μόνη, σαν να’ ναι αυτή που απ’ την αρχή του κόσμου οι πρόγονοί του ζήτησαν, κι αυτός τη βρήκε τούτη την ώρα την ιερή για μια μικρή στιγμή που φεύγει. Τινάχτηκε να τρέξει να τη βρει, να γονατίσει μπρος της, σαν ικέτης να της χαρίσει μες στην κούπα των χεριών του σπαρταριστή και ματωμένη την καρδιά του, να της φωνάξει «Ευχαριστώ που υπάρχεις» κι όλη ν’ αδειάσει η ζωή του απ’ τη μνήμη των παλιών κι απ’ την προσδοκία των μελλούμενων κι ολόκληρος να γίνει μια σταγόνα φως για τα μαλλιά της, ένας σκοπός για τη φωνή της και να ξοδευτεί μια τέτοια άπειρη στιγμή σαν κόκκινη φωτιά στη Θεία ανυπαρξία της λατρείας…
Ήταν σίγουρο πως εκείνη η μορφή είχε γεννηθεί μες στον κόσμο για να’ ναι μαζί του ίσαμε το τέλος της αιωνιότητας και να κλείσει έναν κύκλο που τον ένιωθε μέσα του ανοιχτό κι ατέλειωτο από χιλιάδες χρόνια, από περασμένες ζωές, απ’ τα βάθη της ιστορίας. Κανένας άντρας δεν μπορεί να θέλησε τούτη τη γυναίκα όσο εκείνος, μέσ’ απ’τα θαμπά τζάμια του χειμωνιάτικου πρωινού. Γι’ αυτό, μόνο γι’ αυτό, ένιωσε πως εκείνο το πρόσωπο που το έχανε για πάντα ήταν δικό του. Γιατί δεν χωρούν στην ίδια ζωή δυο στιγμές που η δύναμή 
τους ξεπερνά τον θάνατο.

Το λεωφορείο της είχε κινήσει να φύγει. Η γυναίκα σήκωσε ασυναίσθητα τα μάτια και τον κοίταξε την ώρα που και το δικό του ξεκινούσε… Στο βάθος των σκουρόχρωμων ματιών είδε να παίζεται σαν κίτρινη μικρή φλόγα η ζωή του, κάτι αξεδιάλυτο, σαν συμφορά ή σαν θρίαμβος. Και πιο βαθιά μια σκιά, και πέρα, ακόμα πιο βαθιά ένα βαθύ πυκνό σκοτάδι, κι αυτός να χάνεται… Ανατρίχιασε σύγκορμος από ηδονή. Έτσι θα είναι η ιερή στιγμή σαν ξεπερνάς την τέλεια πύλη που ονειρεύτηκες, και τίποτα πια δεν υπάρχει που να ζητάς ή που ν’ αρνιέσαι, ούτε και νόημα να υπάρχεις…

Τα δυο αυτοκίνητα ξεμάκρυναν απ’ τη στάση και το καθένα πήρε τον δρόμο του. Απέμεινε ανάμεσά τους η βροχή να σβήνει τα οράματα του ανέμου, τα νήματα να λιώνει των ματιών κι εκεί, μόνη της, να γράφει πάνω στη γη το ίδιο υγρό παμπάλαιο κείμενο…

© Μανώλης Μεσσήνης