Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

ΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΒΡΕΓΜΕΝΑ ΚΙ ΑΛΜΥΡΑ



Κάτω απ' το σπίτι που περνούσε τα καλοκαίρια, απλωνόταν η θάλασσα. 

Απέραντη, σ' όλες τις αποχρώσεις του γαλάζιου και του πράσινου. Βουερή κι απρόβλεπτη. 

Κάθε σούρουπο κατέβαινε στην αμμουδιά και χάζευε τις ξεθωριασμένες βαρκούλες που έγερναν από δω κι από κει κι ύστερα πήγαινε και καθόταν στην μικρή ξύλινη εξέδρα που είχαν φτιάξει για να κάνουν βουτιές από ψηλά. Τα πόδια της εξέδρας ήταν βυθισμένα στο νερό και η απόστασή τους από την επιφάνεια λίγο ξεπερνούσε το μήκος της γάμπας της. Έτσι τεντώνοντας τα δάχτυλα των ποδιών της προς τα κάτω, μπορούσε ν' αγγίξει το νερό. Άπλωνε τα πόδια και τα δάχτυλα βυθίζονταν με λαχτάρα στο δροσερό γαλάζιο.

Αυτό συνέβαινε, όταν η θάλασσα ήταν ήρεμη, χωρίς τις θυμωμένες φωνές των κυμάτων. 

Όταν όμως η θάλασσα αγρίευε, τα πόδια της χάνονταν μέσα στον λευκό αφρό, που θρηνούσε θαρρείς την απώλεια της γαλήνης. 

Τα πόδια της τα καλοκαίρια, ήταν πάντα βρεγμένα κι αλμυρά με κόκκους άμμου κρυμμένους στις πτυχές των δαχτύλων. Κι ήταν χαμογελαστά έτσι όπως άγγιζαν κι αυτά την απεραντοσύνη της θάλασσας κι έκλεβαν λίγο από το αιθέριο των ανέμων. 

Και ταξίδευε τα καλοκαίρια, με όσα πλοία τύχαινε να περάσουν από κει. Ταξίδευε, μ' ένα απλό κλείσιμο των βλεφάρων και τα πόδια της ξεχασμένα μέσα στο αλμυρό νερό. Σκαρφαλωμένη πάνω στ' άσπρα πανιά ή πάνω στα φτερά των γλάρων με πόδια γυμνά. Κι ήταν ευτυχισμένη.

©Silena
2/10/2012