Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΟ ΠΡΙΝ



«Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε Μεταξύ τους με μουσική» *




Ήταν τα τελευταία της λόγια πριν κλείσει την πόρτα πίσω της. Δεν πήρε μαζί της τίποτε άλλο, παρά το μικρό λευκό βιβλίο, ήξερε κείνος. Το αγαπημένο της. Η Αλεξάνδρα, αυτό ήταν τ' όνομά της, δάκρυσε. Το δάκρυ δεν κύλισε από τα μάτια, αλλά από την ψυχή της. Εκείνος ούτε που το φαντάστηκε. Η Αλεξάνδρα πονούσε.

Δεν ήξερε προς τα πού να πάει. Ένιωθε ένα βάρος, τόσο βαρύ που την παρέσυρε προς το ποτάμι. Εκεί που κατέληγε πάντα όταν ο νους ήταν θολός και η ψυχή μαύρη. Κάπου κάπου σταματούσε λίγο και κοίταζε πίσω της. Ένιωθε πως κάποιος την ακολουθεί, μα δεν είδε κανέναν.

-Νιώθω σαν να έχω παραπάνω αισθήσεις, νιώθω ευαίσθητη και στον παραμικρό ήχο. Κι αυτό με φέρνει σε απόγνωση. Φοβάμαι, τις φωνές που μ' ακολουθούν. Φοβάμαι.

Είπε τα λόγια σαν να μιλούσε σε κάποιον που ήταν δίπλα της. Ήθελε να είναι κάποιος δίπλα της. 
Έφθασε στη γέφυρα. Στάθηκε λίγο στο πιο ψηλό της σημείο. Ένα παγωμένο ρεύμα αέρα τη συνέφερε. Στην άκρη της γέφυρας μια γριούλα καθόταν κάτω στην παγωμένη πέτρα, τυλιγμένη με εφημερίδες και ξυπόλητη. Η Αλεξάνδρα την πλησίασε και την κοίταξε. Δεν ρώτησε τίποτα παρά έβγαλε τα παπούτσια της και το παλτό της και τα άφησε δίπλα στη γριούλα. 

Ξυπόλητη διασχίζει τη γέφυρα, κρυώνει αφού δεν έχει πια παλτό, αναπνέει γρήγορα κι ο αέρας βγαίνει από το στόμα της σαν καπνός τόσο πιο ζεστός από τον κρύο αέρα του ποταμού. 

Η ζωή σαν ένα ξεχασμένο παραμύθι. Το διηγήθηκε τώρα αυτή η γριούλα χωρίς λέξη να πει. 
Η ζωή σαν νεύμα γυναίκας. Προκλητικό μα ανύποπτο, ποιο βλέμμα θα βρει.

Τι ματαιοδοξία αλήθεια να πιστεύεις πως μπορείς να επηρεάσεις τα όνειρα. Και έτσι με ένα άγγιγμα μαγικό να τα κάνεις αλήθειες. 

Επιστρέφει. Στο μετά. Ξυπόλητη και χωρίς παλτό.

©Silena
17/10/2012


το ποίημα είναι του Νικηφόρου Βρεττάκου