Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Η ΑΝΝΑ




Η Άννα δεν είχε φύγει ποτέ από το χωριό. Ατίθαση όπως ήταν το 'σκαγε απ' το σπίτι όταν τσακωνόταν με τη μάνα της ή τις αδερφές της και χάνονταν μέσα στα ατέλειωτα χωράφια που χρύσιζαν από τα ψηλά στάχυα. Πάντα ξυπόλητη, πάντα ανέμελη κι αφρόντιστη γιατί είχε τη δύναμη να ονειρεύεται κι αυτό της ήταν αρκετό. 

Η Άννα δεν θα φύγει ποτέ απ' το χωριό. Θα μείνει σκαρφαλωμένη σε κάποιο δέντρο να τρώει καρπούς αγίνωτους ή θα κυλιέται αχόρταγα στο πράσινο χαλί του τριφυλλιού. 
Η ανάσα της θα μοσχοβολάει γαρύφαλλο και το κορμί της φρεσκάδα πρωινής δροσιάς. 
Τα γυμνά της πόδια θα ευφραίνονται σαν θα βουλιάζουν στο φρεσκοργωμένο χώμα και τα μάτια της, αχχ τα μάτια της πιότερο λαμπερά κι απ' τ' αστέρια.

Η Άννα παιδί, η Άννα γυναίκα, η Άννα ίδια η φύση χωρίς φτιασιδώματα και μάσκες. 

Στροβιλίζεται κάτω απ' τον ήλιο και γελάει δυνατά. Με τα πόδια γυμνά και την ψυχή ανοιχτή στο φως, τη χαρά και την αγάπη.

Silena 17/10/2012