Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥς ΗΧΟΥς ΤΗς ΠΟΛΗς



Είχε καιρό να φύγει από την πόλη  και την ξαφνιάζει  η απόλυτη ησυχία της εξοχής. Είναι το πρώτο της βράδυ εκεί και δεν μπορεί να κοιμηθεί. 

Ξαπλωμένη στο κρεβάτι με τα πόδια σκαρφαλωμένα στον τοίχο των παιδικών της καλοκαιριών, δεν ονειρεύεται. Αφουγκράζεται τους μικρούς μυστηριώδεις ήχους της νύχτας. Στην πόλη ή δεν υπάρχουν πια ή σκεπάζονται από τον ήχο των αυτοκινήτων και το συνεχή βόμβο μια πόλης που ποτέ δεν κοιμάται. 

Τα πέλματα γυμνά, συνομιλούν με τον ήχο των φύλλων της μεγάλης καρυδιάς που δεσπόζει στη αυλή, τα δάχτυλα αναστατώνονται από το ξύπνημα των βατράχων που σε άλλη περίπτωση θα την ενοχλούσε, η καμπύλη των ποδιών απαλύνεται από τις θωπείες του ήχου του νερού που κυλάει σ’ ένα μικρό ποταμάκι εκεί κοντά. 

Τα πόδια της έχουν σκαρφαλώσει ψηλά. Ακολουθούν τη μυστηριώδη διαδρομή των αναμνήσεων που αίφνης ξεκλειδώνουν το συρτάρι της μνήμης και πετάνε άναρχα στο χώρο. Είναι μόνη με τα πόδια γυμνά σκαρφαλωμένα στον τοίχο των παιδικών της καλοκαιριών και τις αναμνήσεις που είχαν ξεθωριάσει να ίπτανται στο χώρο. Χάρτινα αστέρια σε κατάμαυρο ουρανό κινούνται δημιουργώντας ιλιγγιώδεις διαδρομές. Ανακαλύπτει την πηγή και αναλύεται σε σπασμούς χαράς. 

Τα πόδια γλιστράνε πάνω στον τοίχο και την οδηγούν έξω, στη μαγική σιωπή της νύχτας στην εξοχή. Δεν την τρομάζει το σκοτάδι ούτε και η  αόριστη απεραντοσύνη του ουρανού. Ξυπόλητη, διασχίζει την αυλή και ξαπλώνει με το λευκό της μακρύ νυχτικό που σέρνεται στις υγρές πλάκες, κάτω από την μεγάλη καρυδιά. Κλείνει τα μάτια κι ανασαίνει βαθιά. Ο χρόνος γύρω της διαλύεται μέσα στις μυρωδιές της υπέροχης νοσταλγίας. 

©Silena
3/10/2012