Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΑΤΙ



Ακούει κάθε βράδυ τα βήματά της. Κάποιες φορές στηρίζεται στους αγκώνες του και δυσανασχετεί. Άλλες, νιώθει οίκτο κι ετοιμάζεται να σηκωθεί να της μιλήσει.

Είναι πάντα ξυπόλητη. Φοράει ένα άσπρο μακρύ νυχτικό που σέρνεται στο πάτωμα. Τα πόδια ξεπροβάλλουν και χάνονται, ξεπροβάλλουν και χάνονται. Με ρυθμό. Κάποιες φορές μπερδεύονται με το λινό ύφασμα μα ακόμα και τότε, δεν σταματούν. Πάνε κι έρχονται.

Την ονειρεύτηκε χτες βράδυ. Πως την είχε δίπλα του. Με το άσπρο της λινό νυχτικό να σέρνεται στο πάτωμα. Την κοιτούσε στα μάτια χωρίς να μιλά. Εκείνη κοιτούσε τα πόδια της. Δεν σήκωσε ούτε για μια στιγμή το κεφάλι να τον κοιτάξει. Έπειτα κοίταξε τα χέρια της. Ήταν ματωμένα. Γύρισε και του τα έδειξε με το κεφάλι κατεβασμένο. Της πήρε εκείνος τα χέρια μέσα στα χέρια του κι άρχισε να γλείφει το αίμα μέχρι που τα χέρια καθάρισαν, έγιναν ξανά λευκά, τόσο λευκά που αναστατώθηκε. Ξύπνησε ταραγμένος και κοίταξε τα χέρια του. Στηρίχτηκε στους αγκώνες του κι αφουγκράστηκε.

Βήματα. Πάνε κι έρχονται. Το άσπρο μακρύ νυχτικό σέρνεται στο πάτωμα. Στα χέρια της απόψε κρατάει ένα κερί, αναμμένο. Τα βήματά της πλησιάζουν. Την οδηγούν κοντά.

Σηκώνεται, ανοίγει την πόρτα απότομα. Τη βλέπει, ξυπόλυτη έξω από την πόρτα του. Φοράει πάλι το μακρύ λευκό νυχτικό. Τον κοιτάζει, φέρνει το κερί κοντά στο πρόσωπό της και του χαμογελάει. Με μια συστολή γλυκιά, παιδική.

Το κερί πέφτει από τα χέρια της. Το νυχτικό πιάνει φωτιά. Καίγεται. Καίγεται.

Είναι στο δωμάτιό του. Κάθεται δίπλα του με το νυχτικό της μισοκαμμένο. Τα πόδια της άθικτα. Λευκά, τόσο λευκά που τον αναστατώνουν. Το νυχτικό καμμένο, τα πόδια γυμνά. Το βλέμμα γυμνό κι αυτό, να ξεπλένει το μαύρο της σκέψης της. Σηκώνεται. Τα πόδια της, την οδηγούν προς την πόρτα. Δεν κρύβονται πια. Το νυχτικό έχει καεί. Σταματά για λίγo. Τον κοιτάζει στα μάτια κι αφήνει έναν... ψίθυρο:

"νύχτα που φεύγεις
δωσ’ μου το χέρι
έργο κοχλάζοντος αγγέλου
οι μέρες αυτοκτονούν
γιατί;
νύχτα που φεύγεις
καληνύχτα"

©Silena
9/9/2012


ο ψίθυρος είναι το ποίημα "Κάτι" της Alejandra Pizarnik,
από την συλλογή «Η τελευταία αθωότητα», 1956