Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΞΥΠΟΛΗΤΗ




Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στα απότομα βράχια όπου έσκαγε το κύμα με ορμή. Οι πέτρες στην άκρη είχανε φαγωθεί απ' την αλμύρα κι έτσι καθώς τ' αφρισμένα νερά πέφτανε πάνω τους, σχημάτιζαν λαβύρινθους.

Ήλιος δεν υπήρχε κείνη την ώρα και το θαλασσινό αεράκι έκανε το δέρμα της ν' ανατριχιάζει στα ξαφνικά. Μόλις το ένιωσε εκείνος χωρίς να γυρίσει το κεφάλι να την κοιτάξει άρχισε να της μιλάει. Μιλούσε για μια φυγή πάνω σ' ένα κύμα.

Έμοιαζε απόκοσμος μέσα στον μονόλογό του. Άπλωσε το μπράτσο του και την αγκάλιασε. Ξανά το βλέμμα του δεν γύρισε προς το μέρος της. Την κράτησε σφιχτά και την τράβηξε μακριά από το βράχο. 

Με μια κίνηση σαν να χάθηκε αυτό που τα μάτια τους δεν μπορούσαν να διαψεύσουν. Εμφανίστηκε μπροστά τους ένας πελώριος καθρέφτης. Εκείνη δοκίμασε πρώτη. Άπλωσε το γυμνό της πόδι δισταχτικά κι όπως έκανε ν' αγγίξει τον καθρέφτη χάθηκε μέσα του. Εκείνος με πρωτόγνωρη έξαψη έκανε το ίδιο, ίσως με λίγο περισσότερο δισταγμό.

Δεν ξαναγύρισαν πίσω. Ο καθρέφτης έγινε πέτρα στο κύμα. Και κείνοι ίσως τώρα να διαβάζουν τα σύννεφα και ν' αγκαλιάζουν τη νύχτα.



Silena 4/9/2012