Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΚΑΤΣΑΡΙΔΑ




Σήκωσε τα πόδια της να μη γεμίσουν λασπόνερα. Μέσα από το τρύπιο παπούτσι πετάχτηκε μια κατσαρίδα τροφαντή και ξεκούραστη κι άρχισε να τρέχει δαιμονισμένα.

Η κομψή κυρία που περνούσε εκείνη ακριβώς τη στιγμή δίπλα της κρατώντας το καλοχτενισμένο σκυλάκι από ένα δερμάτινο κόκκινο λουρί άρχισε να ουρλιάζει. Όταν η κατσαρίδα πλησίασε το σκυλάκι της, η κράση της δεν άντεξε και λιποθύμισε, εκεί στο πεζοδρόμιο.

Τι περίεργο, κανείς περαστικός δεν τη βοήθησε μα την προσπερνούσαν σαν να ήταν ένα εμπόδιο του δρόμου, σαν μια ταμπέλα "προσοχή εκτελούνται έργα". Μόνο η κοπέλα με το τρύπιο παπούτσι την πλησίασε και ρώτησε με ψιθυριστή φωνή αν ήθελε κάποια βοήθεια.

Εκείνη έδειξε να συνέρχεται. Έριξε ένα βλέμμα όλο βδελυγμία, απομάκρυνε με αηδία το χέρι του κοριτσιού κι έτρεξε τρομοκρατημένη ξεχνώντας το σκύλο που έπαιζε με την κατσαρίδα, ευχαριστημένος που απέκτησε την ελευθερία του.

Το κορίτσι κουρασμένο κάθισε στο πεζοδρόμιο πήρε το σκύλο αγκαλιά και χασμουρήθηκε. Έχωσε το πρόσωπο στο καθαρό τρίχωμα του ζώου. Έτσι την πήρε ο ύπνος.

Ξεφεύγοντας, ξεγελώντας τις μέρες τη μία μετά την άλλη, να υπάρχει. Χθες κάτω από ένα δέντρο, σήμερα στην άκρη του πεζοδρομίου, χωρίς ελπίδες ούτε κι όνειρα. Έτσι την πήρε ο ύπνος. 

Silena
3/9/2012