Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΘΥΜΟΣ Ή Ο ΥΠΝΟΣ



Ονειρεύτηκε πως ήταν γοργόνα. 

Με χάρη και με μια μόνο κίνηση της ουράς της, μπορούσε να φτάσει ως το απέναντι νησί. Τα μαλλιά μακριά κι ατίθασα έφταναν μέχρι τη μέση της. Δε φοβόταν τους θυμούς του Ποσειδώνα ίσα ίσα τους αγαπούσε όπως αγαπούσε καθετί νερένιο. Ήταν στη φύση της. 

Και μέσα στ' όνειρό της αποκοιμήθηκε. 

Την ξέβρασε λέει το κύμα σε μιαν ακτή. Άγνωστη. Μα πώς να βαδίσει δίχως πόδια. Βγήκε ο ήλιος. Περίλαμπρος και τρομακτικά δυνατός. Τα λέπια της ουράς έτσι όπως τα χτυπούσαν οι αχτίδες του ήλιου άρχισαν να μαραίνονται και να πέφτουν. Φύλλα φθινοπωρινά. Γέμισε η ακτή λέπια. Εκείνη, άφωνη κοιτούσε πότε τα λέπια, πότε την ουρά. Και τότε, σε ένα στιγμιαίο βλέμμα της, η ουρά έγινε πόδια. Δυο πόδια αδύναμα κι άμαθα. Δυο πόδια διάφανα σχεδόν. Δεν είχε ξαναδεί πόδια. Δε γνώριζε πώς... λειτουργούν! Τα έπιασε με τα χέρια της και τα μετακίνησε το ένα πιο κοντά στο άλλο. Έπειτα, πάντα με τη βοήθεια των χεριών, έπιασε το δεξί πόδι κάτω από το γόνατο και το λύγισε. Το ίδιο έκανε και με το άλλο. Έτσι ακριβώς όπως ήταν έπεσε στο πλάι. Με τα λυγισμένα γόνατα να στηρίζουν το σώμα έκανε προσπάθεια να σηκωθεί. Και τα κατάφερε. Ήταν γονατιστή. Πάνω στην άμμο τη γεμάτη λέπια τη γεμάτη φως. Πάνω στην άμμο μιας άγνωστης ακτής που την ξέβρασε ο θυμός ή ο ύπνος. Στη δεύτερη προσπάθεια γύρισε τα πέλματα, σαν να γνώριζε το μηχανισμό, ώστε τα δάχτυλα των ποδιών να γίνουν μοχλός που θα σηκώσουν το σώμα της. Και πάλι τα κατάφερε. Ήταν όρθια για πρώτη φορά, σε μιαν άγνωστη ακτή και είχε... πόδια. 

Και μέσα του ονείρου της τ' όνειρο ονειρεύτηκε ξανά. 

Να βαδίζει, αργά δισταχτικά στην αρχή. Πιο σίγουρη μετά από λίγο, με βήματα απαλά και σταθερά. Πόσο της άρεσαν τ' αποτυπώματα που άφηνε ξοπίσω της. Πόσο της άρεσε που με πόδια περπατούσε, με πόδια γυμνά ανακάλυπτε. Κι ας ήταν νερένια η φύση της. Πόσο της άρεσαν τα καινούργια της γυμνά πόδια που την πήγαιναν εκεί που η ζωή ή τ' όνειρο την οδήγησε. Στην ακτή που την ξέβρασε ο θυμός ή ο ύπνος.

©Silena
28/9/2012